Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΛΕΙΩΣ ΠΑΡΑΦΡΟΝΗΣΕΙ;

Ὀδύνη καὶ ὀργή!

Τὰ δύο αὐτὰ συναισθήματα καταλαμβάνουν κάθε ἐχέφρονα ἄνθρωπο πού, ἐμβρόντητος κυριολεκτικά, παρακολουθεῖ τὸ ποῦ ὁδηγοῦν τὰ πράγματα ὅσοι θέλουν νὰ ξεθεμελιώσουν ὅ,τι ὑγιὲς ἔχει ἀπομείνει στὸν τόπο αὐτό.

Ἀφορμὴ γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ ἄρθρου δίνει ἡ μὲ βαθμὸ προτεραιότητος «ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον» (γιατί ἄραγε;) καὶ ἡμερομηνία 23-12-2016 ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας πρὸς τὶς «Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης τῆς Χώρας», καθὼς καὶ πρὸς τὰ «Γυμνάσια τῆς Χώρας». Θέμα της: «Ὑλοποίηση στὸ Γυμνάσιο Θεματικῆς Ἑβδομάδας Ἐνημέρωσης καὶ Εὐαισθητοποίησης σὲ ζητήματα Διατροφῆς, Ἐθισμοῦ - Ἐξαρτήσεων καὶ Ἔμφυλων Ταυτοτήτων» μὲ γενικὸ τίτλο: «Σῶμα καὶ Ταυτότητα».

Καὶ μόνο ἀπὸ τὸν τίτλο τοῦ γενικοῦ θέματος διακρίνεται ἀμέσως ποῦ τὸ Ὑπουργεῖο ἀποδίδει τὴ μέγιστη βαρύτητα αὐτῶν τῶν σεμιναρίων γιὰ τὴν ἐνημέρωση τῶν μαθητῶν, καθὼς καὶ τῶν γονέων τους. Εἶναι σαφὲς ὅτι ἡ βαρύτητα πέφτει στὴν τρίτη θεματικὴ ἑνότητα «Ἔμφυλες Ταυτότητες».

Συνεπῶς οἱ μαθητὲς τῶν ἑλληνικῶν γυμνασίων (παιδιὰ 12-15 ἐτῶν) καθὼς καὶ οἱ γονεῖς τους θὰ κληθοῦν νὰ ἐνημερωθοῦν γύρω ἀπὸ τὸ φύλο τους. Τί ἐνημέρωση ἄραγε νὰ λάβουν; Ἀντιγράφουμε κάποια ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ προβλέπει ὁ συγκεκριμένος θεματικὸς ἄξονας: «Βιολογικὸ καὶ Κοινωνικὸ Φύλο», «Ἀποδομώντας τὰ ἔμφυλα στερεότυπα», «Φύλο, Σεξουαλικὸς Προσανατολισμὸς καὶ Ἀνθρώπινα Δικαιώματα», «Ὀμοφοβία καὶ Τρανφοβία στὴν κοινωνία καὶ στὸ σχολεῖο».

Γιὰ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀναγνῶστες μας ἴσως ὑπάρχουν ἀρκετὲς ἄγνωστες λέξεις στὰ παραπάνω. Λοιπόν, σαφέστατα πιὰ καὶ τελείως ἀπροκάλυπτα τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας προωθεῖ στὰ παιδιὰ ἕναν Σοδομισμὸ πολὺ χειρότερου τύπου ἀπὸ τὴ γνωστὴ ὁμοφυλοφιλία. Πρόκειται γιὰ κίνηση παγκόσμια ποὺ θέλει τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα τὰ παιδιά, νὰ διαλέγουν αὐτὰ τὸ κοινωνικὸ φύλο τους, ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὸ βιολογικό τους φύλο. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἐὰν κάποιο παιδὶ δὲν αἰσθάνεται καλὰ μὲ τὸ ὅτι γεννήθηκε ἀγόρι ἢ κορίτσι, θὰ μπορεῖ νὰ δηλώνει τὸ ἀντίθετο, καὶ μάλιστα νὰ τὸ ἀλλάζει μὲ τὴ βοήθεια τῶν σχετικῶν ἰατρικῶν ἐφαρμογῶν.

Ἤδη, πρὸς τοῦτο, στὴν τελευταία παρέλαση ὁμοφυλοφίλων τοιχοκολλήθηκαν ἀφίσες μὲ τὸ σύνθημα: «Ἄνδρας δὲν γεννιέσαι· γίνεσαι», «γυναίκα δὲν γεννιέσαι· γίνεσαι». Καὶ ὄχι μόνο αὐτά. Παράλληλα, πάλι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας, διοργανώνεται γιὰ τὸ ἔτος 2017 «Πανελλήνιος Μαθητικὸς Διαγωνισμὸς Ψηφιακῆς Δημιουργίας» μὲ τίτλο: «Ὅλα τὰ παιχνίδια γιὰ ὅλα τὰ παιδιὰ» μὲ στόχο τὴν κατάργηση τῆς διακρίσεως τῶν παιχνιδιῶν γιὰ ἀγόρια ἢ γιὰ κορίτσια.

Ἔρχεται λοιπὸν ἡ θεματικὴ αὐτὴ τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας νὰ «ἀποδομήσει (ὅπως ἀκριβῶς τὸ λέει) τὰ ἔμφυλα στερεότυπα» καὶ νὰ διδάξει τὴν καταστολὴ τῶν φαινομένων «ὁμοφοβίας καὶ τρανφοβίας στὴν κοινωνία καὶ στὸ σχολεῖο» (αὐτὸ πάλι σημαίνει πὼς δὲν πρέπει οἱ μαθητὲς ἢ οἱ γονεῖς νὰ ἐκπλήσσονται καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ ἀντιδράσουν, ἂν κάποιο παιδί, συμμαθητὴς κ.ο.κ., δηλώσει κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δείχνει καὶ διατρανώσει τὸν ὁμοφυλοφιλικὸ σεξουαλικό του προσανατολισμό).

Καὶ πότε κάνει τὴν ἐμφάνισή της ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ τοῦ Ὑπουργείου;

Εἶναι ἄραγε τυχαία ἡ «σύμπτωση»; Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες (τέλη Δεκεμβρίου τοῦ 2016) κυκλοφόρησε διαδικτυακὰ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ πρώτου γιὰ τὸ 2017 τεύχους (Ἰανουάριος 2017) τοῦ παγκοσμίου φήμης καὶ κυκλοφορίας περιοδικοῦ «National Geographic», ἀφιερωμένο στὸ θέμα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ φύλου, μὲ τίτλο «Revolution of Gender» (=Ἡ Ἐπανάσταση τοῦ Φύλου) καὶ φωτογραφία ἑνὸς μικροῦ κοριτσιοῦ (;) ἐννέα ἐτῶν ἀπὸ τὶς ΗΠΑ πού, ἐνῶ εἶχε γεννηθεῖ ἀγόρι, θέλησε καὶ κατόρθωσε νὰ γίνει κορίτσι, μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν γιατρῶν καὶ τὴ συμπαράσταση τῶν γονέων του (βλ. «Ὁ Σωτήρ», φύλ. 2147, 15-1-2017, σελ. 37).

Ποῦ πᾶμε λοιπόν; Ποῦ ὁδηγεῖται ὁ ἄνθρωπος;

Ὀδύνη καὶ ὀργή!

Ὀργὴ γιὰ τὴν ἔκφυλη ἀποδόμηση κάθε τελευταίου ἴχνους ὑγείας, ψυχικῆς καὶ σωματικῆς, ἐπάνω στὸν ἄνθρωπο· τὸ γκρέμισμα ὄχι πλέον τῶν ἀξιῶν – αὐτὲς ἔχουν ἐξαφανιστεῖ ἐδῶ καὶ καιρὸ – ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν φυσικῶν νόμων, τῆς φυσικῆς νομοτέλειας μέσα στὸ σύμπαν. Καὶ συνάμα ὀδύνη. Ὀδύνη γιὰ τὴν ἔσχατη καταρράκωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἄραγε, μὲ αὐτὲς τὶς τακτικές, μὲ αὐτὲς τὶς διδασκαλίες πρὸς τὰ παιδιὰ τῶν δώδεκα καὶ δεκαπέντε ἐτῶν, τί μέλλον χτίζουμε γιὰ τὸν κόσμο μας, γιὰ τὴν πατρίδα μας;

Τὴν πατρίδα μας!

Μὲ τί ἀρχές, μὲ τί παράδοση πολιτισμοῦ μεγάλωναν τὰ παιδιὰ σὲ τοῦτα ἐδῶ τὰ χώματα, καὶ γίνονταν λεβέντες καὶ λεβέντισσες, γεμάτα ἀπὸ ὑγεία στὶς ψυχές τους καὶ ζωντάνια στὰ μάτια τους! Καὶ τώρα; Ποῦ τὰ ὁδηγοῦμε; Συναισθανόμαστε ἄραγε τὴν κόλαση, τὸ ἔρεβος ποὺ τὰ σπρώχνουμε;

Καὶ ποιὸς θὰ εἶναι σὲ θέση τότε, μετὰ ἀπὸ λίγα χρόνια, ὅταν τὰ παιδιὰ αὐτὰ καταλάβουν τί προξένησαν στὸν ἑαυτό τους (ἂν ὑποθέσουμε ὅτι κάποια ζητήσουν νὰ ἀλλάξουν τὸ φύλο τους λόγῳ τῆς ἀγωγῆς ποὺ θὰ τοὺς δώσουμε), ποιὸς θὰ εἶναι σὲ θέση νὰ τὰ ἐξαγάγει ἀπὸ τὰ φρικτὰ ψυχολογικά τους προβλήματα, ποὺ θὰ ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸ ἴδιο τὸ «ἐγώ» τους, τὴν ψυχοσωματική τους ὑπόσταση: «Τί εἶμαι τώρα ἐγώ; Ἀγόρι ἢ κορίτσι; Ἄντρας ἢ γυναίκα;» Ποιὸς θὰ ἀναλάβει νὰ ἀπολογηθεῖ στὸ δριμὺ «κατηγορῶ» τους γιατὶ τὰ ἀφήσαμε νὰ κάνουν μιὰ ἐπιλογή, ὅταν ἀκόμα καλὰ δὲν γνώριζαν τί σημαίνει νὰ εἶσαι ἄντρας ἢ γυναίκα; Ποιὸς θὰ τὰ ἀποζημιώσει ὄχι γιὰ ἠθική, ἀλλὰ γιὰ ὀντολογική, ψυχοσωματικὴ βλάβη;

Ἐπιτέλους, ποῦ πᾶμε; Ἔχουμε λοιπὸν τελείως παραφρονήσει;

Ἂν ἡ ὁμοφυλοφιλία εἶναι διαστροφή, αὐτὸ τί πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσουμε; Ἐκεῖ, στὴν ὁμοφυλοφιλία, δὲν φεύγει κάποιος ἀπὸ τὴν ὀντολογική του ὑπόσταση· ἀπὸ τὴ φυσικὴ χρήση τοῦ σώματός του φεύγει. Ἐδῶ βγαίνει ἀπὸ τὴ φυσική του κατάσταση καὶ γίνεται κάτι ἄλλο, κάτι ποὺ δὲν ἔχει τὶς φυσικὲς καὶ ψυχικὲς προδιαγραφὲς νὰ γίνει. Τί εἴδους ἐκφυλισμὸς εἶναι αὐτός;

Καὶ ἐπιτέλους: Τὰ βάζουμε μὲ τὴ φυσικὴ νομοτέλεια τοῦ σύμπαντος; Μὲ τοὺς νόμους ποὺ ὁρίζουν τὴ φυσικὴ τάξη τῶν πραγμάτων; Μέχρι ἐκεῖ φτάνει ἡ ἀλαζονεία μας, ἡ «ὕβρις»; Δὲν φοβόμαστε τοὺς φυσικοὺς νόμους, τὶς φοβερὲς δυνάμεις τῆς φύσεως, ποὺ θὰ ἐπαναστατήσουν καὶ θὰ κινηθοῦν ἐναντίον μας; Τὴ Δημιουργία πᾶμε νὰ καταργήσουμε; Τόσο ἔχουμε βγεῖ ἀπὸ τὰ ὅριά μας;

«Αἰδώς, Ἀργεῖοι»! Αἰδώς!

Εἶναι ἡ ὥρα γιὰ σώφρονα, μαζὶ καὶ δυναμικὴ ἀντίδραση. Οἱ γονεῖς νὰ ἀντισταθοῦν μέσῳ τῶν Συλλόγων Γονέων καὶ Κηδεμόνων τῶν σχολείων. Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ ἀρνηθοῦν νὰ διδάξουν αὐτὰ τὰ αἴσχη στὶς τρυφερὲς ἡλικίες τῶν παιδιῶν, ποὺ ποθοῦν τὴν ὑγεία καὶ τὴν ὀμορφιὰ στὴ ζωή τους. Νὰ ὑπερασπισθοῦν μὲ κάθε τρόπο τὴν ψυχοσωματική τους ἀκεραιότητα. Κανεὶς ἂς μὴ φανεῖ συνεργὸς στὰ ὕπουλα αὐτὰ παγκόσμια μηχανεύματα, ποὺ στόχο τους ἔχουν τὸν βιολογικὸ καὶ πνευματικὸ ἐκφυλισμὸ τοῦ ἀνθρώπινου εἴδους, ὥστε νὰ εἶναι εὔκολα χειραγωγήσιμο.

Ὅλοι μας μὲ σωφροσύνη καὶ σύνεση ἂς ἀντισταθοῦμε. Δὲν εἴμαστε οὔτε ρατσιστές, οὔτε φοβικοί. Λογικοὶ εἴμαστε. Ἄνθρωποι ποὺ ἀκόμα δὲν ἀπωλέσαμε τὰς φρένας μας.

Καὶ ποὺ φοβόμαστε τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὑπερασπιζόμαστε τὴν εἰκόνα Του, ποὺ λέγεται ἄνθρωπος.
περιοδικό Ο Σωτήρ

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Λόγοι  σοφίας και χάριτος




Η ανατροφή του παιδιού αρχίζει από την στιγμή σύλληψης. Πρέπει λοιπόν η γυναίκα, τώρα να προσπαθεί να είναι ήρεμη, να διαβάζει χριστιανικά βιβλία, το Ευαγγέλιο,να προσεύχεται και να λέγει την ευχή. Έτσι αγιάζεται και αυτή και το παιδί της.

          Ο πατέρας να προσέχει να ,μην στενοχωρεί την έγκυο γυναίκα του για κανένα λόγο. Όταν γυρίζει από την εργασία του νευριασμένος ή στενοχωρημένος, καλύτερα ας πάει μία μικρή βόλτα να συνέλθει και έπειτα να γυρίσει στο σπίτι του ήρεμος κια με το χαμόγελο στα χείλη και ας πάει και λίγο καθυστερημένος.


          Οι γονείς δεν αφήνουν στα παιδιά τους κληρονομιά μόνο σπίτια, χωράφια και χρήματα. Αφήνουν και πνευματική κληρονομιά, τα πάθη τους ή τις αρετές τους.



          Έτσι υπάρχουν παιδιά που έχουν από τους γονείς τους πλούσια πνευματική κληρονομιά, με πολλές αρετές. Και αν προσθέσουν  και το δικό τους φιλότιμο αγώνα, μπορούν να φθάσουν πολύ ψηλά πνευματικά.



          Οσίου Παϊσίου Αγιορείτου

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

Η ταυτότητα του Αγίου στις μέρες μας…

Ο σκοπός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού, είναι η θέωση του ανθρώπου.

Οι έννοιες Άγιος και Αγιότητα στην εποχή μας διέρχονται κρίση: η αποκρούονται, η χλευάζονται, η παραποιούνται. Και μάλιστα όχι μόνο σε κοινωνικές ομάδες, που έχουν προσωρινά η μόνιμα διακόψει κάθε σχέση και σύνδεσμο με το εκκλησιαστικό σώμα, αλλά και μεταξύ των λεγομένων χριστιανών και μάλιστα των «Ορθοδόξων». Ιδανικό στον κόσμο μας είναι οι οικονομικές αξίες, η ευζωία, η υλική ευημερία. Ποιός, ακόμη και χριστιανός, έχει βάλει σκοπό της ζωής του να γίνει άγιος; Ποιός, ενδιαφερόμενος και μοχθών για την σταδιοδρομία του παιδιού του, δίνει προτεραιότητα στην αγιότητά του; Και όμως σε προηγούμενους καιρούς αυτός ήταν ο κύριος σκοπός του ορθοδόξου πιστού. «Χριστός και ψυχή σας χρειάζονται»,δηλαδή η σωτηρία, έλεγε ο Πατροκοσμάς αναδιατυπώνοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, που ήταν το ιεραποστολικό πρότυπό του: «Πάντα ηγούμαι (τα θεωρώ) σκύβαλα (σκουπίδια), ίνα Χριστόν κερδήσω» (Φιλ. 3, 8).

Σήμερα, σχεδόν κατά κανόνα, η «αγιότητα» είναι ένα «λησμονημένο όραμα» και υποτιμημένη αξία. Και όμως! Ο σκοπός της Εκκλησίας ως σώματος Χριστού και εν Χριστώ κοινωνίας, είναι η θέωση του ανθρώπου, δηλαδή η αναγέννησή του μέσα στην άκτιστη θεϊκή Χάρη, ο αγιασμός του. «Άγιοι έσεσθε, ότι εγώ άγιος ειμι» (Λευιτ. 20, 26), που είναι αντίστοιχο με τον λόγο της Καινής Διαθήκης: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ως ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τέλειος εστιν» (Ματθ. 5, 48). Γι’ αυτό υπάρχει στον κόσμο η Εκκλησία και καλεί κάθε άνθρωπο να ενταχθεί ολόκληρος («ολοτελής», Α’ Θεσ. 5, 23) στην κοινωνία της, για να μπορέσει να πραγματοποιήσει τον σκοπό της υπάρξεώς του μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Διότι ο Θεός σ’ αυτό «προορίζει» κάθε άνθρωπο, εφ’ όσον «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2, 4). «Επίγνωσις» είναι η πλήρης και τελεία γνώση του Χριστού (Εφ. 4, 13), που αποκτάται με την «θέωση», την υψίστη αγιοπνευματική εμπειρία του πιστού, στην οποία αποσκοπεί όλη η αγιοπνευματική πορεία του μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα (κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις). Γι’ αυτό η Εκκλησία χαρακτηρίζεται από Πατέρες, όπως ο Ιερός Χρυσόστομος, «Ιατρείον πνευματικόν» και «εργαστήριον αγιότητας», διότι σκοπό έχει να λειτουργεί ως πνευματικό νοσοκομείο, που θεραπεύει την αρρώστια του ανθρώπου, την νόσο της ψυχής του, την πτωτική κατάσταση, για να μπορεί να προχωρήσει προς την κάθαρση της καρδιάς του, τον φωτισμό και την θέωση. Η Εκκλησία είναι «εργαστήριον», ένα πνευματικό εργοστάσιο, που παράγει αγίους, διαφορετικά δεν θα είχε λόγο υπάρξεως.

Πως βιώνεται όμως η αγιότητα στην πράξη της καθημερινότητας; Όχι ασφαλώς ως έννοια ηθική, αλλά (άγιο)πνευματική (συνιστώ το πρόσφατο βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου, Η Ιατρική εν πνεύματι Επιστήμη, Λειβαδειά 2009). Η Εκκλησία ως Ορθοδοξία δεν επιδιώκει να κάμει τον άνθρωπο «ηθικό» με την κοσμική σημασία του όρου. Ο μακαρίτης «λαϊκός», αλλά πατερικότατος, ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος, έγραψε ένα βιβλίο, που το συνιστώ πάντοτε, με τον τίτλο: «Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο χριστιανός». Ο ορθόδοξος χριστιανός αγωνίζεται για την τήρηση των εντολών του Θεού όχι όμως με την έννοια ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς (sav·ir vivre), αλλά για να οδηγηθεί, με την συνεργεία της Χάριτος του Θεού, στο εν Χριστώ ήθος, που πηγάζει από την καρδιά του ως «καρπός του Πνεύματος» (Γαλ. 5, 22) και «ύδωρ αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον» (Ιω. 4, 14). Η τήρηση των θείων εντολών δεν είναι το «τέλος», ο σκοπός, όπως λέγει ο άγιος Μάρκος ο ερημίτης (5ος αι.) · «Αι εντολαί ουχί την αμαρτίαν εκκόπτουσιν, αλλά τους όρους της δοθείσης ημίν ελευθερίας φυλάττουσιν» (ΡG 65, 992). Άλλωστε είπε και ο Κύριος: «..Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε, ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ο οφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17, 10).

Η τήρηση των εντολών του Θεού ανοίγει την πηγή της Χάριτος. Και ο Ορθόδοξος πιστός ζητεί συνεχώς Χάρη, δύναμη θεϊκή (πρβλ. τον λόγο του Παύλου: «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ» (Φιλ. 4, 13). Οι αιρετικοί, που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, βλέπουν τις εντολές του Θεού ηθικολογικά, θέλουν να γίνουν «καλοί άνθρωποι», όπως το επιδιώκουν άλλωστε και οι άθεοι και οι μη χριστιανοί, οπαδοί των θρησκειών (θρησκευμάτων) του κόσμου. Ο Ορθόδοξος πιστός όμως δεν επιδιώκει να γίνει απλά «καλός» και «ηθικός», αλλά Άγιος, να ενωθεί με τον Χριστό και μέσω αυτού με όλη την Αγία Τριάδα, να γίνει «ναός Θεού» (Α’ Κορ. 3, 16 κ.α.), διότι τότε θα είναι «αληθινός», όπως και ο Θεός μας (Α’ Ιω. 5, 20) και αληθινά συνάνθρωπος, «πλησίον» και αδελφός του άλλου· όταν η Χάρη του Θεού (η «βασιλεία» Του) θα ενοικεί στην καρδιά του και η αγάπη του δεν θα είναι «αγάπη αμαρτωλών» (Λουκ.6, 33), δηλ. υπολογιστική και συμφεροντολογική, αλλά ανιδιοτελής, όπως η αγάπη του Θεού, που «ου ζητεί τα εαυτής» (Ρωμ. 13, 5) και γι’ αυτό «ουδέποτε εκπίπτει» (13, 8).

Με τις προϋποθέσεις αυτές κατανοείται πόσο ανησυχητικό είναι το θλιβερό σύμπτωμα της αλλοιώσεως των κριτηρίων μας στο θέμα της αγιότητος. Αυτό φαίνεται από την ευκολία, με την οποία συνήθως χαρακτηρίζουμε κάποιον ως άγιο («άγιος άνθρωπος», λέμε) απλώς, διότι είναι «καλός», χωρίς να ξέρουμε το βάθος της καρδιάς του («τα φαινόμενα συχνά απατούν»). Αυτό οφείλεται στην αδρανοποίηση των ορθοδόξων κριτηρίων η και των προϋποθέσεων αναγνωρίσεως και διακρίσεως της αγιότητας. Σε τελευταία ανάλυση μόνον ο Άγιος, αυτός που έφθασε στην θέωση η στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και μπορεί να «δει» την καρδιά του άλλου και το περιεχόμενό της, γνωρίζει και μπορεί να διακηρύξει ποιός είναι Άγιος, «ναός δηλαδή και κατοικητήριο του Θεού».Αυτά λέγει μεταξύ άλλων ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος (Ομιλίαι Πνευματικαί, Θ’, 8. Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών), Θεσσαλονίκη 1985, σ. 166), στηριζόμενος και ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου (Α’ Κορ. 2, 15: «ο πνευματικός ανακρίνει μεν πάντα, αυτός δε υπ’ ουδενός ανακρινόμενος»). Γράφει ο άγιος Μακάριος: «Ο πνευματικός (σημ. αυτός δηλαδή που έχει ζωντανή την παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του) πάντας ανθρώπους «ανακρίνει…, γινώσκει έκαστον πόθεν λαλεί και που έστηκε και εν ποίοις μετροις εστίν». (Σημ. Μπορεί δηλαδή να γνωρίζει τον απέναντί του, σε ποιά εσωτερική κατάσταση βρίσκεται, ποιές είναι οι προϋποθέσεις των λόγων και έργων του, αν είναι ειλικρινής και δεν προσποιείται, ως ο ηθικολόγος και φαρισαίος).

Και συνεχίζει: «Αυτόν δε (τον «πνευματικόν» και Πνευματοφόρο) ουδείς ανθρώπων, των εχόντων το πνεύμα του κόσμου, γινώσκειν και ανακρίνειν δύναται, ει μη μόνον ο το όμοιον έχων επουράνιόν της θεότητος πνεύμα γινώσκει το όμοιον». Με λίγα λόγια: Μόνον οι άγιοι γνωρίζουν ποιός είναι άγιος και αυτών η γνώμη και άποψη έχει σημασία. Όταν λέμε συνεπώς, ότι ο «λαός του Θεού» αναγνωρίζει την αγιότητα, εννοούμε στην κυριολεξία τους Αγίους, αυτούς που έφθασαν στην αγιότητα, (φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και θέωση) και όχι εκείνους, που δεν αγωνίζονται, βαδίζοντας «συν πάσι τοις Αγίοις» και ακολουθώντας τα ίχνη τους, να γίνουν άγιοι. Εμείς σκεπτόμεθα συνήθως «λαοκρατικά» και «λαϊκίστικα», όταν λέμε ότι ο «λαός» αναγνωρίζει τους Αγίους! Γιατί το ερώτημα είναι: ποιός λαός; Ποιά σχέση έχει, δηλαδή, με την Χάρη και σε ποιά κατάσταση είναι η «καρδιά» του; Διότι, διαφορετικά, τα κριτήριά μας θα είναι ηθικολογικά και κοσμικά.Ποιός λοιπόν, με βάση τα ορθοδοξοπατερικά κριτήρια, είναι ο Άγιος; Οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως, οι Αγιοί μας δηλαδή, χαρακτηρίζουν ως Αγίους τα πρόσωπα εκείνα, που έχουν φθάσει στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και στην θέωση, συνιστώντας τους μάρτυρές της μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, (8ος αι.) τιμούμε ως αγίους «τους ενωθέντας Θεώ κατά προαίρεσιν και τούτον δεξαμένους ένοικον, και τη τούτου μεθέξει γεγονότος χάριτι, όπερ αυτός εστι φύσει». Άγιοι είναι, έτσι, «οι έμψυχοι ναοί του Θεού, τα έμψυχά του Θεού σκηνώματα», διότι «δια του νου τοις σώμασιν αυτών ενώκησεν ο Θεός» (Έκθεσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Δ(15)88. ΡG 94, 1164 Β επ.). Δηλαδή: «όσους ενώθηκαν με τον Θεό, σύμφωνα με την προαίρεσή τους, την ελεύθερη βούλησή τους, και Τον δέχθηκαν να κατοικήση μέσα τους και έγιναν με την μέθεξή Του, την ένωσή τους μαζί Του, κατά χάριν, αυτό που ο ίδιος ο Θεός είναι από τη φύση Του).Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή (7ος αι.): «η υπερώνυμος θέωσις» καθιστά τους μετέχοντες σ’ αυτήν «ακτίστους, ανάρχους και απεριγράπτους… καίτοι δια την οικείαν φύσιν εξ ουκ όντων γεγονότος» (ΡG. 91,1144 ΑΒ). Μολονότι, δηλαδή, και ο Άγιος είναι άνθρωπος κατά την φύση του, έχει ψυχή και σώμα, όπως όλοι μας, και είναι κτίσμα του Θεού, με την θεία Χάρη γίνεται ο,τι είναι και ο Θεός: άκτιστος, άναρχος, απερίγραπτος και αιώνιος, αλλά «κατά χάριν». Αυτός είναι ο πνευματικός «καταλύτης» στο γεγονός της ενώσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Δεν αλλάζει η φύση του ανθρώπου. Δεν παύει ο Άγιος να είναι άνθρωπος και κτίσμα, αλλά «κατά χάριν Θεού» γίνεται άκτιστος και όλα τα άλλα, μεταμορφούμενος μέσα στο φως του Θεού. Μεταμόρφωση, συνεπώς, ζει ο Άγιος και όχι μεταβολή της φύσεώς του.

Πρέπει δε εδώ να λεχθεί, ότι όσοι διέπονται από «ευσεβιστικές» τάσεις, μιλούν προτεσταντικά για «ηθική θέωση», διότι θεωρούν βλασφημία να δεχθούν, ότι ο θεούμενος φθάνει να γίνει «άκτιστος» και «άναρχος», όπως ο Θεός είναι από τη φύση Του. Η θέωση όμως μεταμορφώνει την φύση του ανθρώπου και δεν «βελτιώνει» απλά τον χαρακτήρα του. Και αυτό συμβαίνει, διότι κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: «Όλος μεν όλοις τοις αξίοις ο Θεός περιχωρεί, όλω δε όλοι περιχωρούσιν ολικώς οι Άγιοι τω Θεώ, όλον αντιλαβόντες εαυτών τον Θεόν» (Υπέρ των Ιερώς Ησυχαζόντων 3, 1, 27). Δηλαδή: «Όλος ο Θεός περιχωρεί εις όλους τους αξίους, εις όλον δε τον Θεόν περιχωρούν όλοι οι Άγιοι ολικά, έχοντας προσλάβει αντί τον εαυτό τους τον Θεόν».Η απώλεια η αδρανοποίηση των ορθοδόξων κριτηρίων οδήγησε στην αντικατάσταση της πνευματικότητας με την ηθικολογία και της αγιότητας με την ουμανιστική αρετολογία. Όταν γνωστοί κανονολόγοι αποφαίνονται, ότι η αγιοκατάταξη (και όχι: αγιοποίηση, που μόνο στον Παπισμό υπάρχει) γίνεται «υπό της γενικής εκκλησιαστικής συνειδήσεως ποιμένων και ποιμαινομένων», αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για αυθεντικούς ποιμένες και ποιμαινόμενους δηλαδή αυθεντικά μέλη του σώματος του Χριστού, φορείς της Χάριτος και όχι απλώς κατ’ όνομα χριστιανούς, λόγω ενός τυπικού βαπτίσματος η μίας εξωτερικής χειροτονίας.

Μη ξεχνάμε: οι Άγιοι αναγνωρίζουν τους Αγίους! Η ιστορία της Εκκλησίας μας διδάσκει, ότι η αναγνώριση της αγιότητας δεν υπήρξε ποτέ αυθαίρετη και συναισθηματική, ούτε στηρίχθηκε ποτέ στην καλή φήμη, την ηθικότητα, έστω και στις αγαθοεργίες κάποιου, αλλά σε απτά και τεκμηριωμένα, δηλαδή εκ του Θεού προερχόμενα, δείγματα της πραγματικότητας της θεώσεως. Ο Θεός μαρτυρεί την αγιότητα ενός προσώπου.Οι Ορθόδοξοι μιλούμε για «αγιότητα μαρτυρουμένη» άνωθεν, εκ του Θεού. Ο μέγας θεολόγος των νεωτέρων χρόνων, αρχιεπίσκοπος Ευγένιος ο Βούλγαρης (1716-1806), λέγει χαρακτηριστικά για την αναγνώριση των Αγίων: «Ευλογητός ο Θεός, ος ουκ αμάρτυρον επί γης αφίησιν την αλήθειαν αυτού» (Πρβλ. Πραξ. 14, 17. Ευγ. Βούλγαρη, Επιστολή προς Κλαίρκιον, Αθήνα 1844, σ. 6).

Σύμφωνα με την μακραίωνη ορθόδοξο-εκκλησιαστική πράξη οι Άγιοι δεν «αναγνωρίζονται» η «διακηρύσσονται» με ηθικολογικά, κοινωνικά και ενδοκοσμικά κριτήρια, αλλά μετά από την φανέρωση της αγιότητάς τους από τον ίδιο τον Θεό, με σημεία αδιαμφισβήτητα, που αντέχουν σε κάθε κριτική και αποσείουν κάθε αμφιβολία. Και τέτοια σημεία είναι: η κατάσταση του λειψάνου (άφθαρτο η οστά, που υπερβαίνουν την συνέπεια της φθοράς/σήψεως και γι’ αυτό εκπέμπουν ευωδία υπερκόσμια και όχι δυσοσμία, και κυρίως θαύματα).

Υπάρχει μάλιστα μία παγκόσμια ισχύουσα, γνωστή από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, παροιμία: «ο άγιος εάν δεν θαυματουργήσει, δεν δοξολογιέται», δεν τιμάται δηλαδή ως Άγιος. Η παροιμία αυτή σε διάφορες παραλλαγές, όπως η έρευνα έχει αποδείξει, είναι γνωστή ευρύτατα και στην Δύση. Ακόμη δε και στην περίπτωση του μαρτυρίου, τα θαυμαστά σημεία δεν λείπουν, όπως διαπιστώνεται από την μελέτη των συναξαριών και της υμνογραφίας μας.Η πορεία προς την αγιότητα και ο πνευματικός αγώνας δεν χάνει την αξία του και αυτό ισχύει για κάθε αγωνιζόμενο πιστό. Περιμένουμε όμως ο Θεός να βεβαιώσει («μαρτυρήσει») την αγιότητα (την θέωση) του συγκεκριμένου προσώπου, για να δικαιούμεθα και εμείς αναντίρρητα και χωρίς δισταγμούς, να το τιμάμε ως Άγιο. Μη ξεχνάμε, ότι οι άγιοι παρακαλούν τον Θεό για μας, διότι έχουν «παρρησία». Για τους άλλους ευσεβείς πιστούς, που δεν έφθασαν όμως στον φωτισμό η την θέωση, προσευχόμεθα εμείς (πρβλ. τα μνημόσυνα).

http://www.vimaorthodoxias.gr/theologikos-logos-diafora/i-taftotita-tou-agiou-stis-meres-mas/

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης μιλά για τον παράδεισο

Διηγείται ο Γέροντας. Κάποτε διάβαζα το βίο του Άγιου Σεραφείμ του Σαρώφ και στο σημείο που έλεγε ο Άγιος ότι είδε τα σκηνώματα του Παραδείσου, «εν τη οικία του Πατρός μου πολλαί μοναί εισί», τότε λέω πώς να είναι άραγε Θεέ μου, αυτές οι Μονές;

Ξαφνικά μου έπεσε το βιβλίο από τα χέρια και βρέθηκα σ` ένα ωραίο μέρος. Μπροστά μου ήταν ένας δρόμος κατάφυτος με βιολέτες, όλες το ίδιο ύψος και πυκνοφυτεμένες, ευωδιαστές και δίπλα μου στεκόταν ένας Γέροντας, ο Άγιος Δαβίδ ήταν. Ήθελα να προχωρήσω και δίσταζα να μην σπάσω τα λουλούδια. Έλεγε μάλιστα ποιος τα φύτεψε τόσο πυκνά. Αν ήταν λίγο αραιότερα θα έβαζα το πόδι μου ανάμεσα και δε θα τα έσπαζα και δίσταζα να προχωρήσω.

Τότε μου λέει ο Γέροντας.

Προχώρα, προχώρα, προχώρα, πάτερ Ιάκωβε, μη φοβάσαι τα λουλούδια αυτά δεν είναι σαν και εκείνα που ξέρεις , δεν σπάζουν. Καθώς προχωρούσα λοιπόν πατούσα και δεν σπάζανε. Βλέπω δεξιά μου, ένα απότομο κατήφορο, χωματόδρομο πολύ επικίνδυνο και λέω. Τι δρόμος κατηφορικός είναι αυτός; Αν περάσει κανένα αυτοκίνητο θα κινδυνεύσει.

Μου λέει τότε ο γέροντας.

Εδώ πάτερ Ιάκωβε δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, ας` τον αυτόν τον δρόμο μην τον κοιτάζεις καθόλου, εσύ βάδιζε το δρόμο που βαδίσεις.

Βαδίζαμε λοιπόν στο ανθισμένο αυτό δρόμο και λέω. «ας κοιτάξω τι υπάρχει γύρω». Βλέπω κάτι ωραιότητα σπιτάκια, αραιοκατοικημένα, σαν παλατάκια, με τις περιφράξεις τους με τις εξώπορτες τους, γεμάτα λουλούδια και ομορφιά και φως,  αλλά ήταν εντελώς άδεια, δεν υπήρχε κανένας άνθρωπος μέσα. Λέω τότε στον Γέροντα που με συνόδευε.

Γέροντα, τι ησυχία και τι ομορφιά είναι αυτή;

Ας είχα και εγώ ένα τέτοιο σπιτάκι να κάθομαι στην ησυχία, να κάνω την προσευχή μου, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος της ησυχίας. Τότε σήκωσε ο Γέροντας το χέρι του και μου έδειξε το σπιτάκι του που ήταν για μένα. Αμέσως όμως βρέθηκα στο κελί μου και είπα. Γιατί ξαναγύρισα σ` αυτό το κόσμο; Αχ να μην ξαναγύριζα, αλλά να έμενα για πάντα εκεί!!!
το βρηκα:Δόγμα

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

Η λάμπα του Παλαμά, του Σ.Μυριβήλη

Στρατής Μυριβήλης

Μια φορά κι έναν καιρό, σαν χτες ήταν αυτό, μέσα στην καρδιά τούτης της πολιτείας στέκονταν ένα σπίτι χωρίς θόρυβους, όπως στέκεται μιαν εκκλησιά. Του Παλαμά το σπίτι ήταν. Εκεί στην αρχή της οδού Ασκληπιού.

Μόλις το αττικό μούχρωμα τυλιγόταν γύρω στο ουρανόζωστο κείνο κυπαρίσσι, που αργοσαλεύει εκεί ψηλά, πίσω από τις γρίλλιες ενός στενού παραθυριού άναβε ένα κοκκινωπό φωσάκι. Είμασταν τότε πολύ νέοι, ζούσαμε στη Νεάπολι στα σοβαντισμένα φοιτητικά δωμάτια. Περνούσαμε τα χρόνια με τη γλωσσική επανάσταση, μπλέκοντας ρομαντικούς έρωτες με την κόρη της νοικοκυράς και ξερομασσώντας κουλούρια και στίχους γύρω στο πανεπιστήμιο. Περνούσαμε λοιπόν και την οδό Ασκληπιού, δείχναμε πάνου κατά το ψηλό παραθυράκι, με ευλάβεια, και ξέραμε πως τούτη την ώρα που κατακαθίζει το βραδάκι πάνου στις στέγες και πάνου στα κιονόκρανα της Αθήνας, εκεί μέσα είναι αναμένη η λάμπα του Παλαμά.Αναμένη μπροστά στην πνευματική μορφή της Αθήνας, όπως ένα καντήλι μπροστά στο ήμερο κόνισμα της Παναγίας. Ήταν ένα φωσάκι που έκαιγε ήσυχα μέσα στη νυχτωμένη και ξάστερη πολιτεία. Μας παρηγορούσε κι ήταν η άγρυπνη καρδιά της Αθήνας που χτυπούσε εκεί πάνου.

Όσοι πέρασαν από κείνο το σπίτι, δεν γίνεται να ξεχάσουν το γραφείο του ποιητή, ταργαστήρι του Γύφτου.

«Το κελλί μου», έτσι τόλεγε ο μεγάλος κοσμοκαλόγερος της ασάλευτης ζωής, που διάβαινε εμπνευσμένος, δοξασμένος και απόμερος, μέσα στην πολιτεία και στη μοναξιά του. Ένα μέτριο, παλιό δωμάτιο, που τα σανίδια του είχαν πάρει το χρώμα του βιολιού. Ξεχείλιζε από τα βιβλία και χαρτιά. Βγαίναν από παντού και κατακυρίευαν το στενάχωρο καμαράκι. Ξεχύνονταν από τα ράφια, στοιβάζουνταν ως το ταβάνι, πρόβελναν από τα συρτάρια, σκάλωναν στα τραπεζάκια, στριμόχνονταν στα κουφώματα των κλειστών παραθυριών. Και πάνου στο γραφείο ήταν πάλι άλλα βιβλία κι άλλα περιοδικά, σωρός και πίσω από όλα αυτά τα χαρτιά έβγαινε ο Παλαμάς να μας δεχτή, όπως ένας πολεμιστής βγαίνει πίσω απ΄ το μετερίζι που κάθεται και φυλάει ταμπουρωμένος.

Ήταν πάντα του ο τύπος του πνευματικού ανθρώπου, έτσι όπως τον φαντάζεται ένας νέος. Λεπτοκαμωμένος, λιγνός, με φίνα χαρακτηριστικά, με ανήσυχα χέρια πολύ χλωμά, δουλεμένα θαρρείς στο μαστιχοκέρι. Μα μέσα σε όλα και πάνου απ΄ όλα κείνα τα μοναδικά μάτια, του Παλαμά τα μάτια. Φώλιαζαν κάτου από φρύδια μεγάλα σα φτερούγες. Από κει από κάτου σε κοίταζαν μαύρα, φεγγερά από στόχαση και τρυφερή εγκαρδιότητα.

Περνούσαν τα χρόνια, τα παιδιά γινόμασταν άνδρες, οι συντροφιές μας οι φοιτητικές σκόρπιζαν, οι πόλεμοι κι η βιοπάλη μας έπαιρναν, μας έφερναν σήμερα ΄δω αύριο ΄κει. Όμως ποτέ δε λείψαμε να περνάμε τρεις τέσσερις φορές το χρόνο από το κελλί, να φυλήσουμε το χέρι του ποιητή και πνευματικού εθνάρχη. Του Παλαμά το χέρι το κερένιο, το αγαπημένο και δειλό, αυτό που σφυροκοπούσε μέρα και νύχτα σπαθιά κι αλέτρια για την Ελλάδα, και ιδανικά για μας τους νέους, που ορμούσαμε να δώσουμε τη μιλιά του και τη λευτεριά του στο γένος.

Σ΄ αυτό το αναμεταξύ τα κορακόφτερα φρύδια άσπριζαν σιγά σιγά μέσα στο μισόφωτο, και στο τέλος βρήκαμε τα μαύρα μάτια του Παλαμά να φωλιάζουν κάτω από τις φτερούγες των φρυδιών του σαν κάτω από τις φτερούγες άσπρων περιστεριών. Όμως τα μάτια εκείνα ήταν πάντα γεμάτα από αγάπη και μεγάλα όνειρα. Και τώρα που άρχιζαν τα πρώτα χιόνια να ψιχαλίζουν στα δικά μας μαλλιά, ο Παλαμάς μας δεχότανε στο κελλί του με την ίδιαν αγάπη, και μας έδινε, πάντα με την ίδια ντροπαλοσύνη το χέρι ν΄ ακουμπήσουμε πάνω του τη λατρεία μας, και πάντα σηκωνότανε πίσω απ΄ το γραφείο του έτσι λεπτός, μικροκαμωμένος και διάφανος. Ήτανε μια λαμπάδα από αγνό μελισσοκέρι που έλιωνε σιγά σιγά και κατελιώταν από την άσβεστη φωτιά της ποίησης. Αυτή η φλόγα έκαιγε αδιάκοπα μέσα στα μάτια του, κάτω από τη στάχτη των φρυδιών. Έλαμπε και ξαφνικά αποτραβιόνταν, όπως κάνει το απόφεγγο από το πυροφάνι μέσα στα σκοτεινά νερά.

Μέσα σε κείνο το κελλί γράφτηκε όλο το έργο του ποιητή, σαράντα χρόνια αράδα, χρόνο στο χρόνο, μήνα στο μήνα, μέρα στη μέρα. Έξω από του Ξενόπουλου το κελλί δεν ξέρω άλλο πνευματικό αργαστήρι στην Αθήνα, τόσο αγιασμένο από την ακοίμητη δουλειά ενός συγγραφέα. Και πάνω σ΄ αυτό το πελώριο έργο, έφεγγε όλα αυτά τα χρόνια κείνη η λάμπα, της Αθήνας τ΄ αγιοκάντηλο.

Ήτανε μια φτωχική λάμπα του πετρελαίου κι είδε, ένα – ένα, όλους τους παλαμικούς στίχους να γεννιούνται μέσα στον φτερωτό περίγυρό της.

Δεν το σώσαμε να γλιτώσουμε κείνο το σπίτι, κείνο το κελλί, κείνο τα΄ αργαστήρι, κείνο το γραφείο, ίσως ούτε κείνη τη λάμπα. Να τα σώσουμε και να τα κρατήσουμε για την Ελλάδα την παντοτινή, μαζί με την καρέκλα του Παλαμά, μαζί με το καλαμάρι του και με τα μπουκωμένα ράφια του. Όμως ένα έθνος που όλη η ιστορία του, η ζωή του όλη κι η δόξα του στάθηκαν μόνο και μοναχά πνευματική υπόθεση, πρέπει να καταλαβαίνει και να σώζει τ΄ ακριβά του και τα κειμήλιά του, θέλεις πρόσωπα είναι, θέλεις πράγματα άψυχα όσο είναι καιρός.

Την πρώτη φορά που πήγα να δω τον Παλαμά στο καινούργιο σπίτι που αναγκάστηκε να κουβαλήσει, εκεί στην Πλάκα, τονε βρήκα μέσα σε ένα περιβάλλον άγνωστο και αλλότριο. Όλα γύρω του ήτανε γυαλιστερά, ανάπνεαν τον αέρα του μοντέρνου, του καινούργιου και του περίκομψου. Τίποτα δεν απόμεινε από το κελλί, ούτε η λάμπα του πετρελαίου. Πάνω στο νέο γραφείο άναβε μια ηλεχτρική λάμπα με γλυκόχρωμο αμπαζούρ. Όλα αυτά ήταν ωραία, μορφοσιγυρισμένα και άνετα. Όμως δε βάσταξα μα μην του πω τη λύπη μου, που δεν έβλεπα κείνη την αγαπημένη λάμπα, που φώτισε την Ελλάδα ολάκερη και φαινόταν η φέξη της κι απ΄ την Αμερική κι απ΄ την άκρη του κόσμου.

Ίσως να πικραινόμουνα και με κείνα τα σγουρά φοιτητικά κεφάλια πούβλεπα με τη φαντασία μου κάτω από την κοκκινωπή φέξη της. Ο Παλαμάς κατάλαβε το παράπονό μου.

Τα μάτια του με κοίταξαν στοργικά κάτω από τις χιονισμένες τους φτερούγες. Κατόπι χωρίς να μου απαντήση, μου λέει.

– Θυμούμαι λοιπόν την πρώτη μας λάμπα στο σπίτι. Την πρώτη λάμπα της ζωής μου! Σπουδαίο γεγονός και σταθμός. Είμασταν παιδιά, την έφερε λοιπόν ο πατέρας, και μονάχος του τη γιόμισε, μονάχος του την άναψε, μονάχος του έβαλε το λαμπογυάλι κι ανέβασε το φως στη φυτιλήθρα. Βλέπεις, αυτός μονάχα ήξερε το μηχανισμό της. Σαν άναψε κι έφεξε μας κύτταξε ένα γύρω θριαμβευτικά και χαμογέλασε με ικανοποίηση, που όλοι μας κάναμε «ααα!». Είχανε μαζευτεί στο σπίτι και γειτόνοι και συγγενείς να δούνε το θάμα. Σβήσαμε λοιπόν τους λύχνους και βλέπαμε τα πρόσωπα, εκστατικά μέσα στο φως της.. Ακόμα θυμάμαι πόσο άσπρο και πόσο άφθονο μου φάνηκε το φως της πρώτης μας λάμπας!

Και γω κύτταζα τ΄ ωραίο μπρούτζινο πολύφωτο στο ταβάνι, κύτταζα και την κομψή λάμπα του γραφείου του, κύτταζα και το χέρι του ποιητή, το σεβαστό κι άγιο χέρι του Γύφτου, που ήταν άρρωστο πια, και σερότανε στο γόνατό του σαν τσακισμένη φτερούγα αητού, που κρέμασε. Αυτό το χέρι λοιπόν δεν μπορούσε πια ν΄ αραδιάσει τους στίχους του κάτω από τόσο φως…

«Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα!».

Στρατής Μυριβήλης

(Νέα Εστία, τ. 329 σ. 1042)
diakonima

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Ὁ καπνοπαραγωγὸς

Ἔχεις περάσει καιρὸ τώρα τὰ 80, μπαρμπα-Γιάννη. Μιὰ ζωὴ ἁπλὸς ἀγρότης. Σκαμμένο τὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τοὺς καύσωνες ποὺ πέρασαν ἀπὸ πάνω σου. Πρόσωπο ποὺ τόσες φορὲς τὸ ἔβρεξε ὁ ἱδρώτας, καθὼς ὄργωνες, ἔσπερνες, σκάλιζες, ράντιζες μὲ τὸ φάρμακο - δηλητήριο, κι ὁ ἀέρας πολλὲς φορὲς τό ᾿φερνε πάνω σου. Κουράστηκες, ἀλήθεια! Δίπλωνες τὸ σῶμα σου στὰ δύο καὶ ἔσκυβες γιὰ ὧρες νὰ μαζέψεις τὰ φύλλα τοῦ καπνοῦ ἀπ’ τὶς καπνόριζες. Τό ᾿κανες μὲ ἱκανοποίηση ὅμως, γιατὶ ζοῦσε ἡ οἰκογένειά σου ἀπ᾿ αὐτό. Κι ὅταν οἱ πολλοὶ πήγαιναν διακοπές, ἐσὺ τότε ἔπρεπε νὰ μαζέψεις τὸν καπνό. Κι ἀπ᾿ τὶς 2 τὰ μεσάνυχτα ἔφευγες γιὰ τὸ χωράφι, καὶ μόνο γιὰ λίγο σταματοῦσες στὶς 10 μὲ 11 τὸ βράδυ. Σὲ 3 ὧρες ξανὰ στὸ πόδι. Γιὰ νὰ μεγαλώσεις τὰ παιδιά σου, νὰ τὰ σπουδάσεις, νὰ γίνουν ἄνθρωποι ποὺ θὰ βοηθήσουν τὸν τόπο.

Τώρα στὸ ΚΑΠΗ συζητᾶς μὲ τοὺς λίγους ποὺ ἔχουν ἀπομείνει. Βλέπεις τὴ σύνταξή σου νὰ μειώνεται, τὰ φάρμακα τώρα νὰ τὰ πληρώνεις, τὸ ἰατρεῖο νὰ ἀνοίγει μόνο μιὰ μέρα τὴ βδομάδα. Τὰ παιδιά σου ἄνεργα ἐδῶ καὶ καιρό. Σκέφτεσαι πλέον νὰ ἀρχίσεις νὰ πουλᾶς τὰ χωραφάκια, ποὺ ἔζησαν καὶ σένα καὶ τὴν οἰκογένειά σου, γιὰ νὰ πληρώσεις τοὺς ἀβάσταχτους φόρους. Πρέπει νὰ τοὺς πληρώσεις, γιὰ νὰ μὴ χρεωκοπήσει ἡ χώρα, σοῦ λένε. Τώρα νιώθεις μιὰ πίκρα, γιατί, ὅταν ἐσὺ ἔβγαζες ποτάμι τὸν ἰδρώτα σου, ἄλλοι ἔβγαζαν τὰ ἑκατομμύριά τους ἔξω καὶ δὲν πλήρωναν οὔτε δραχμὴ φόρο...

Ἔχεις τώρα πιὸ πολλοὺς φίλους, γνω­στοὺς καὶ συγγενεῖς στὸ κοιμητήριο πα­ρὰ ζωντανούς. Ἀναπαύονται κάτω ἀπὸ τὴ σκιὰ τοῦ σταυροῦ. Καὶ μόνο συλλογιέσαι μήπως αὔριο - μεθαύριο τὸν ἀ­φαι­ρέσουν τὸν σταυρὸ μὲ νόμο ἀπὸ τὰ Κοιμητήρια. Ἴσως τὸ ἀπαιτήσουν οἱ Εὐ­ρω­παῖοι «φίλοι» μας γιὰ νά... μὴ δυσανασχετοῦν οἱ ἀλλόθρησκοι καὶ οἱ ἄθεοι!

«Καλὰ ἔλεγε παλιὰ ὁ δάσκαλος», μουρμουρίζεις. «Ἂν δὲν ὑπῆρχαν οἱ Ἐ­φιάλτες, οἱ Μῆδοι δὲν θὰ πατοῦσαν τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τώρα τί κάνουμε; Χανόμαστε; Μέχρι ἐδῶ ἦταν; Γιὰ σύνελθε, μπαρμπα-Γιάννη», λὲς στὸν ἑαυτό σου. «Αὐτὰ ἔχουν τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ὅταν κα­νεὶς κοιτάει μόνο τὸ ἐδῶ καὶ τὸ τώρα, εὔκολα μπορεῖ νὰ γίνει θηρίο καὶ κανένα νὰ μὴ λογαριάζει.

»Ὁ Θεὸς τί θὰ πεῖ καὶ τί θὰ ὑπογράψει, αὐτὸ ἔχει σημασία· καὶ ὄχι τί λογαριάζουν οἱ μεγάλοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Πέρασα τὰ 80 καὶ δὲν μ᾿ ἄφησε ὁ Θεός. Θὰ μὲ ἀφήσει τώρα; Ἤ, μήπως δὲν βλέπει αὐτὰ ποὺ γίνονται;».

Ἔπιασες τότε τὸ Ψαλτήρι καὶ διάβασες τὸν 72ο Ψαλμό. Τί φοβερὸς Ψαλμός! Γρά­φτηκε χιλιάδες χρόνια πρίν, μὰ φωτογραφίζει τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων σήμερα.

Τί λέει; Κινδύνεψε νὰ κλονισθεῖ ὁ Ψαλμωδός, βλέποντας τὴν εὐδαιμονία καὶ τὴν ἄνεση μὲ τὴν ὁποία περνοῦσαν τὴ ζω­­ή τους οἱ ἄνθρωποι ποὺ κοίταζαν μόνο τὸ στενό τους προσωπικὸ συμφέρον, χωρὶς νὰ λογαριάζουν κανένα... Μάζευαν πλοῦτο χωρὶς κόπο, μὲ ἀδικίες συνήθως, χωρὶς νὰ συναντοῦν στὴ ζωή τους θλίψεις καὶ συμφορές. Αὐτή τους ἡ συμ­περιφορὰ τοὺς φούσκωνε ἀπὸ ὑπερηφάνεια: «Διενοήθησαν καὶ ἐλάλησαν ἐν πονηρίᾳ, ἀδικίαν εἰς τὸ ὕψος ἐλάλησαν· ἔθεντο εἰς οὐρανὸν τὸ στόμα αὐτῶν, καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῶν διῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς... καὶ εἶπαν· πῶς ἔγνω ὁ Θεός; καὶ εἰ ἔστι γνῶσις ἐν τῷ Ὑψίστῳ;» (Ψαλ. οβ΄ [72] 8, 9-11)· σκέφτηκαν πονηρὰ κατὰ τῶν ἄλ­λων ἀνθρώπων καὶ γεμάτα πονηριὰ ἦ­ταν τὰ λόγια τους. Κάλυψαν τὴ γῆ οἱ ὕ­βρεις τους καὶ οἱ συκοφαντίες τους... Οἱ βλασφημίες τους ἔφτασαν νὰ ἀπευθύ­νονται καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Τὸν θεώρησαν ἀδύναμο στὸ νὰ λαμ­­­­βάνει γνώση τῶν ἀδικιῶν καὶ τῶν ἀ­σεβειῶν τους.

Ὅμως ὁ Ψαλμὸς ξεδιπλώνει παρα­κάτω μία μεγάλη διαχρονικὴ ἀλήθεια: «Πλὴν διὰ τὰς δολιότητας αὐτῶν ἔθου αὐτοῖς κακά, κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι. πῶς ἐγένοντο εἰς ἐρήμωσιν ἐξάπινα; ἐξέλιπον, ἀπώλοντο διὰ τὴν ἀ­νομίαν αὐτῶν. ὡσεὶ ἐνύπνιον ἐξεγειρομένου, Κύριε, ἐν τῇ πόλει σου τὴν εἰκόνα αὐτῶν ἐξουδενώσεις» (Ψαλ. οβ΄ [72] 18-20)· εὐτυχοῦν τώρα, ἀλλὰ τοὺς ἐπεφύλαξες κακά. Τοὺς γκρέμισες σὲ ἐρείπια ἐξαιτίας τῆς ἐπάρσεώς τους. Πῶς σὲ μιὰ στιγμὴ ἐξαφανίστηκαν;... Χάθηκαν ἐξαιτίας τῆς πολλῆς τους ἀνομίας. Σὰν τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἐξαφανίζεται ὅταν ξυπνάει ὁ ἄν­θρωπος, ἔτσι καὶ αὐτοὶ διαλύθηκαν. Ὄχι μόνο σὲ ἀνθρώπους συνέβη αὐτὸ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ σὲ δυναστεῖες ἐπιφανῶν καὶ σὲ συμμαχίες.

Μπαρμπα-Γιάννη, τὸν Ψαλμὸ δὲν χορ­­ταίνεις νὰ τὸν διαβάζεις. Ἠρέμησες. Βγῆ­κε ὁ ἥλιος ξανὰ στὴν ψυχή σου, σκόρπισε τὰ σύννεφα τῆς ταραχῆς σου. Ξεκαθάρισες γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι οἱ ἀ­λήθειες τοῦ Θεοῦ, αὐτὲς βγάζουν πράγ­­ματι ἀπ᾿ τὸ τοῦνελ τῆς δυσθυμίας στὸ φῶς Του καὶ δίνουν ἐλπίδα. Βλέπει ὁ Θεὸς καὶ θὰ ἐπέμβει, ὅταν κρίνει. Καὶ ἡ ἐλπίδα αὐτὴ δὲν ξεγελάει οὔτε ντροπιάζει, γιατὶ εἶναι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ.

Καὶ μὲ τοὺς δύο τελευταίους στίχους βάζει ὅλη τὴν οὐσία του σὰν σφραγίδα:

«Ὅτι ἰδοὺ οἱ μακρύνοντες ἑαυτοὺς ἀπὸ σοῦ ἀπολοῦνται,... ἐμοὶ δὲ τὸ προσ­κολ­λᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι, τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα μου» (Ψαλ. οβ΄ [72] 27-28). Ὅσοι ἀπομακρύνουν τοὺς ἑαυτούς τους ἀπὸ Σένα, θὰ χαθοῦν, γιὰ μένα ὅμως ἕνα ἀγαθὸ μόνιμο καὶ ὕψιστο ὑ­πάρχει τὸ νὰ προσκολλῶμαι σὲ Σένα, καὶ σὲ Σένα, Κύριε, νὰ στηρίζω ὁλόκληρη τὴν ἐλπίδα μου.

Διότι Αὐτὸς εἶναι ἡ μόνη καὶ τελικὴ ἀ­λήθεια τοῦ κόσμου!
Περιοδικό "Ο Σωτήρ"

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

ΠΩΣ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΥΤΗ


Κάποια νεαρή κυρία είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, με αποτέλεσμα να παραλύσει τελείως από τη μέση και κάτω και ελαφρά από την δεξιά της πλευρά. Το μυαλό και η ομιλία της δεν πειράχθηκαν καθόλου.

Από την Γερόντισσα Μακρίνα, πριν από χρόνια, είχε μάθει την Ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και επεκαλείτο συνεχώς όχι μόνο το Όνομα του Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου.

Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη όπως ήταν, με ελεύθερο το αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη ψυχής: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι» ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με» και «Παναγία μου, σώσε με, είμαι αμαρτωλή».

Ύστερα από αρκετό χρόνο συνεχών επικλήσεων –ω, του θαύματος!- ένα βράδυ, την ώρα που απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάσθηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά  της και φωτεινή, σαν τον ήλιο!...Και είχε τέτοια ομορφιά, που θαμπώθηκε όχι μόνο από την θεϊκή ακτινοβολία Της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά Της. Το ανάστημα Της μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο…, ενώ πίσω Της εφαίνετο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα Αγγέλων και Αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα, είχε την ορατή αίσθηση ότι με την θεία παρουσία Της σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο…

Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει:

-Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία;

Και η άρρωστη, αλλά ευλαβής χριστιανή, χωρίς δισταγμό Της απάντησε:

-Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου από την ακινησία… Ιδιαιτέρως όμως θέλω να σωθώ. Την σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω!

Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συναισθάνεται τους πόνους και τα βάσανά μας, της απάντησε:

-Αυτά θα σου τα δώσω. Και γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε…, να με φωνάζετε συνεχώς… Κι εγώ ακούω… και έρχομαι!

Πλημμύρισε όχι μόνο το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία Της και το ουράνιο άρωμά Της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της έζησαν το ολοζώντανο αυτό θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης.

Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή Χάρι που έλαβε. Και όχι μόνο άρχισε να κινεί το σώμα της και να γυρίζει πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες ημέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιέστατη.

Από το βιβλίο: «Η ευχή μέσα στον κόσμο» του πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου.

 Επιμέλεια κ.Ν.Βοϊνέσκου