Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Καταγωγὴ καὶ συνέχεια.....

 


Ἔτυχε νὰ περπατῶ, πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες, στοὺς δρόμους μικρῆς εὐρωπαϊκῆς πόλης, ἐπαρχιακῆς. Ἔτυχε νὰ εἶναι στὸ Βέλγιο, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὁπουδήποτε ἀλλοῦ στὴν εὐρωπαϊκὴ Δύση. Κάθε λίγα μέτρα εἶχα τὴν αἴσθηση –μοῦ τὴν ἔδινε τὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον– ὅτι βρισκόμουν σὲ πλήρη 18ο ἢ καὶ 17ο αἰώνα. Σκεφτόμουν –καὶ ζήλεψα– τοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς πόλης ποὺ μεγαλώνουν καὶ ζοῦν μὲ αἴσθηση (συνειδητὴ ἢ ἀνεπίγνωστη: ἀδιάφορο) καταγωγῆς καὶ συνέχειας.

Καταλάβαινα, γιὰ μία ἀκόμη φορά, τὴν τραγωδία τοῦ οἰκιστικοῦ ἰσοπεδωτισμοῦ στὴ δική μου πατρίδα. Οἱ πόλεις στὴν Ἑλλάδα σήμερα –ὅλες, μὲ μοναδικὴ (ἴσως) ἐξαίρεση τὸ Ναύπλιο– μεταγγίζουν τὴν αἴσθηση ἀναπηρίας ἀνήκεστης: Οἱ Νεοέλληνες εἴμαστε λαὸς δίχως καταγωγὴ καὶ δίχως παρελθόν, λαὸς ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ πουθενά. Τὸ περιβάλλον ποὺ μᾶς καθορίζει εἶναι ἡ συγκαιρινὴ πολυκατοικία, τὸ σταθμευμένο ἰδιωτικὸ αὐτοκίνητο (πνιγμός), ὁ σκουπιδοτενεκὲς ξεχειλισμένος.

Καὶ μὴ μοῦ ἀντιτάξετε τὸ γλειφιτζούρι γιὰ ἀρχαιοελληνικὰ μνημεῖα καὶ ἐρείπια. Μὲ ἀερογέφυρες πάνω ἀπὸ εἴκοσι πέντε αἰῶνες δὲν λειτουργεῖ αἴσθηση καταγωγῆς καὶ συνέχειας, μόνο ψυχαναγκαστικὰ ἰδεολογήματα φαμπρικάρονται. Η Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ τὰ ἐρείπια τῶν μνημείων της μέσα στὶς πόλεις μας εἶναι τόσο «δικά μας» τῶν Νεοελλήνων ὅσο καὶ τοῦ ὁποιουδήποτε ἀπαίδευτου τουρίστα ποὺ τὰ φωτογραφίζει σήμερα σὰν «ἐνθύμιο». Δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὴ σχέση μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας καὶ μὲ τὸ «νόημα» ποὺ τῆς δίνουμε, ἑπομένως καμία σχέση μὲ καταγωγὴ καὶ συνέχεια δική μας τῶν σημερινῶν ἑλληνεπώνυμων.

Ἡ καταγωγή, τὸ παρελθόν, ἡ συνέχεια μόνο ἔνσαρκο βιωματικὸ δεδομένο μποροῦν νὰ εἶναι, ὄχι συναισθηματικὲς παρόλες καὶ ψυχολογικὴ αὐθυποβολή. Καθημερινὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον, ποὺ νὰ παραπέμπει στὸ σπίτι τοῦ παπποῦ, τοῦ προπάππου, τῶν προγόνων μέχρι καὶ δυὸ αἰῶνες πρὶν – σὲ αἰσθητὲς παραστάσεις καὶ προσλαμβάνουσες σταθερὲς μέσα στὴν ἴδια πόλη. Ἀλλὰ στὴ νεότερη Ἑλλάδα ὅ,τι ἦταν παρελθὸν θεωρήθηκε ντροπή, καθυστέρηση, συντήρηση, ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθεῖ ὁπωσδήποτε, νὰ στηθεῖ στὴ θέση του τὸ «μοδέρνο»: μπετὸν καὶ φέρ-φορζέ. Οἱ πόλεις τοῦ ἑλλαδικοῦ κράτους σήμερα ἔχουν καταγωγὴ καὶ ἱστορία τόση ὅση καὶ οἱ πόλεις τῆς εὐρωπαϊκῆς μετανάστευσης σὲ ἄλλες ἠπείρους ἢ οἱ τριτοκοσμικὲς πόλεις ποὺ ἀπομιμήθηκαν τὴν εὐρωπαϊκὴ οἰκιστικὴ νεωτερικότητα.

Σίγουρα ὑπάρχει καὶ στὴ μητροπολιτικὴ Εὐρώπη ἡ νεωτερικὴ πολυκατοικία, ἀπρόσωπη συχνὰ ἢ καὶ αἰσθητικὰ ἀπεχθής, ἀλλὰ δὲν κατάργησε τὴ συνέχεια τῆς πολεοδομικῆς ἰδιαιτερότητας, δὲν ἐξαφάνισε τὴν ἀρχιτεκτονικὴ παράδοση. Στὴν Ἑλλάδα ἡ πολυκατοικία ταυτίστηκε μὲ τὸ ἐφεύρημα τῆς «ἀντιπαροχῆς»: τὴ λιμασμένη ὑστερία γιὰ εὔκολο πλουτισμὸ ἀπὸ τὴν ἐμπορία τῆς γῆς. Καὶ ἡ ἀντιπαροχὴ ἀφάνισε κάθε αἴσθηση καταγωγῆς καὶ συνέχειας, ἐξομοίωσε ἰσοπεδωτικὰ τὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον, κατάργησε κάθε διαφορὰ καὶ ἰδιοπροσωπία τῶν πόλεων. Ἀδύνατον σήμερα πιὰ νὰ ξεχωρίσει κανεὶς ἂν βρίσκεται στὶς Σέρρες ἢ στὴ Σπάρτη, στὴν Κόρινθο ἢ στὴν Κοζάνη, στὸ Ἡράκλειο ἢ στὴ Λάρισα. Παντοῦ τὸ οἰκιστικὸ περιβάλλον ἀδυσώπητα καθορισμένο οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ μεταπρατικὸ μοντέλο τῆς πρωτεύουσας, ἀλλὰ μόνο ἀπὸ τὸ ὑπόδειγμα τῆς πλουτοφόρας ἄναρχης δόμησης τῶν παρυφῶν της.

Χιλιοειπωμένες πιστοποιήσεις. Καὶ μὴ γελιόμαστε, ἡ καταστροφὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς αἰσθητική, δραματικότερη συνέπεια εἶναι ἡ ἀνεστιότητα τοῦ Νεοέλληνα, ἡ μετέωρη στὸ κενό της ἐθνικιστικῆς φλυαρίας ἱστορική του ὕπαρξη καὶ εὐαισθησία. Ἔρχεται ἀπὸ τὸ πουθενά, συνεχίζει τὸ τίποτα, ὅλα στὴ ζωὴ τοῦ εἶναι εὐκαιριακά: τύχη, λοβιτούρα, ἁρπαχτῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ πρώτιστο (πάντοτε ἄλυτο) πολιτικό μας πρόβλημα εἶναι ἡ «διαπλοκή». Ἀκοῦν οἱ ἑταῖροι τῆς E.E. τὶς ἀπαιτήσεις μας γιὰ νόμο «περὶ βασικοῦ μετόχου» καὶ δὲν καταλαβαίνουν τί ζητᾶμε. Ἐμφανιζόμαστε ὀργανωμένη τάχατες πολιτεία, καὶ στὴν πραγματικότητα παραμένουμε ὀρδὲς ἢ ἀγέλες, ὅπως ἔλεγε ὁ Ροΐδης, ποὺ ἐναλλάσσονται στὴν καταλήστευση τοῦ δημόσιου χρήματος.

Θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ δεσμεύεται ὁ Νεοέλληνας ἢ νὰ ἀναστέλλεται στὸν ἀδίστακτο ἀμοραλισμό του, ἂν ἔσωζε ἐπίγνωση κάποιας καταγωγῆς καὶ συνέχειας, ἂν ἔβλεπε γύρω του τὰ αἰσθητὰ δεδομένα τῆς ζωῆς του νὰ ἔχουν καταγωγὴ καὶ συνέχεια. Θὰ μποροῦσε νὰ κομίζει συνείδηση κοινωνικῆς ὑποχρέωσης ἢ καὶ ἀρχοντιᾶς, ἂν σωζόταν τὸ σπίτι τοῦ παπποῦ ἢ προπάππου του καὶ εἶχε μάθει νὰ ἐκτιμάει τὴν ἀνυπέρβλητη αἰσθητικὴ καὶ σοφία τοῦ λαϊκοῦ χτίσματος – νὰ καυχᾶται γιὰ τοὺς πραγματικοὺς (ὄχι τοὺς ἰδεολογικὰ κατασκευασμένους) προγόνους του.

Μόνο στὸ Ἁγιονόρος καὶ σὲ κάποιες μεριὲς τῆς Ἰσταμπούλ, ἐπισκέπτης περαστικὸς ὁ Νεοέλληνας, μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα κάποιο ρίγος ἐπίγνωσης ἀπὸ ποὺ ἔρχεται καὶ τί τοῦ δίνει πραγματικὴ (ὄχι ἰδεολογικὰ κατασκευασμένη) ταυτότητα. Τὴν ἴδια βιωματικὴ ἐμπειρία μπορεῖ ἴσως νὰ ἔχει μπαίνοντας καὶ σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα μεταβυζαντινὰ ἐκκλησάκια ποὺ παραμένουν διάσπαρτα στὶς δῆθεν «πόλεις» μας. Ἐπισκέπτης περαστικὸς καὶ ἐκεῖ, γιατί οἱ ἐν χρήσει ἐνοριακοὶ ναοὶ εἶναι συνήθως προκλήσεις ἀρχιτεκτονικοῦ κιτσαριοῦ ἀνατριχιαστικότερου καὶ ἀπὸ τὴ μοδέρνα πολυκατοικία: Θρησκευτικὰ τεμένη «κατείδωλα» μὲ φραγκομαντόνες, ἠλεκτρικὰ καντήλια καὶ πλαστικὰ μανουάλια, ποὺ ὑπηρετοῦν ἐφήμερα ψυχολογικὰ ὁρμέμφυτα σκοτεινοῦ πρωτογονισμοῦ. Καμία σχέση μὲ τὴ συνέχεια καὶ παράδοση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος στὴν κάποτε Ἑλλάδα.

Ὀνειρεύομαι (πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐπιζήσω;) ἕναν χαρισματοῦχο πολιτικὸ ποὺ νὰ παλέψει πεισμωμένα γιὰ νὰ ξαναδώσει στοὺς Νεοέλληνες αἴσθηση ἁπτὴ καταγωγῆς καὶ συνέχειας. Δύσκολο πολύ, ἀλλὰ ὄχι ἀκατόρθωτο. Ὅποιος κατανοήσει τὴν ἱστορικὴ δυναμικὴ τοῦ ἐγχειρήματος θὰ ἔχει καὶ τὴ δημιουργικὴ φαντασία νὰ γεννήσει τοὺς τρόπους σχεδιασμοῦ καὶ τὴ μεθοδικὴ πρακτικὴ γιὰ τὸ ξεκίνημα.

Μέσα στὴ σκλαβιά, στὴν ἔσχατη φτώχεια, στὴν ἀγραμματοσύνη οἱ Ἕλληνες συνέχιζαν νὰ γεννᾶνε πολιτισμό, ἦθος ἀρχοντιᾶς. Σήμερα, γεννᾶμε καραγκιοζιλίκι στὰ τηλεοπτικὰ παράθυρα καὶ σπιθαμιαῖα ἀναστήματα εὐτελισμένων ἐπαγγελματιῶν τῆς ἐξουσίας. Η ἀνάκαμψη εἶναι θέμα πολιτικὸ καὶ μόνο, θέμα θεσμῶν καὶ λειτουργίας τῶν θεσμῶν. Μὴν βαυκαλιζόμαστε μὲ ἠθικολογίες.


Ἐπιφυλλίδα τοῦ Xρήστου Γιανναρᾶ στὴν Καθημερινὴ τῆς Κυριακής, 6 Νοεμβρίου 2005

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

Άγιος Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης: «Πάλι κάτω από την σκεπή του Θεού θα ξυπνήσουν» (Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)


 Σε μια αγρυπνία ο Γέροντας δεν παρευρισκόταν.

Εξομολογούσε από νωρίς τον κόσμο.

Ο επίτροπος του ναού, σε μία μικρή διακοπή της εξομολογήσεως, πήγε στο κελλί του Γέροντος.

Άγιος Ιερώνυμος: – Πώς πάει η αγρυπνία;
Επίτροπος: – Καλά, Γέροντα, μόνο μερικοί κοιμούνται.
Άγιος Ιερώνυμος: – Ε, κουρασμένοι είναι, εργαζόμενοι είναι. Πάλι κάτω από την σκεπή του Θεού θα ξυπνήσουν.
Επίτροπος: – Μετά, δεν έχουμε και καλούς ψάλτες.
Άγιος Ιερώνυμος: – Δεν πειράζει, παιδάκι μου. Πολλές φορές όσο ωραίες και αν είναι οι φωνές των ιεροψαλτών δεν καταφέρνουν ν’ ανέβουν υψηλότερα από τον τρούλλο του ναού. Καλύτερη αγρυπνία είναι να είσαι στη γωνιά σου, με το κομποσχοίνι σου. Πολλά λόγια δεν θέλει ο Θεός.

Εκοιμήθη στις 6 Ιανουαρίου του 1957. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη, «Ιερώνυμος Σιμωνοπετρίτης, ο Γέρων της ‘Αναλήψεως’», έκδοση Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, Άγιον Όρος.

Γιατί στην εποχή μας δεν θα χρειάζεται να υπάρχουν διά Χριστόν σαλοί;



Δεν υπάρχει ανάγκη να υπάρχουν διά Χριστόν σαλοί, 

γιατί απλούστατα καί μόνο 

γιατί θα έχεις την ιδιότητα ότι είσαι χριστιανός 

και μάλιστα χριστιανός νέος 

και μόνο γιατί θα ζεις πνευματική ζωή,

θα σε βγάλουν οι άλλοι τρελό, 

δεν χρειάζεται να κάνω τον τρελό,

χαρακτηρίζομαι ήδη τρελός!

 

Μην φοβάστε να σας χαρακτηρίσουν τρελούς, 

χαζούς, 

αφύσικους... 

"Τι, δεν έχεις φιλενάδα;

Δεν πας σε πάρτυ;

κτλ κτλ...

 

Αν λοιπόν κανείς 

θα ήθελε να μοιάσει ενός κατά Χριστόν σαλού...

Ιδού ο δρόμος...

 

Χωρίς να κάνει τον τρελό,

να ζήσει την πνευματική ζωή 

και τότε θα τον περάσουν οι άλλοι για τρελό.

 

Τι έλεγε ο Σωκράτης...

Δεν μας ενδιαφέρει η γνώμη των πολλών,

αλλά του ειδήμωνος, του γνώστη.

 

Ποτέ μην πούμε τι κάνουν οι άλλοι.

 

Κοροϊδεύουν σήμερα,

αλλά αύριο θα σας επαινέσουν...

 

   |π. Αθανάσιος Μυτιληναίος

 

  [από τη Θεοδούλα Π.]

 


«Της ζωής η άμπελος»

 


Και μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα των εκκλησιών μας ακούγονται οι στίχοι ενός υπέροχου τροπαρίου.

            «Μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε. Εγώ γαρ είμι της ζωής η άμπελος». Μείνετε ενωμένοι μαζί  μου, για να φέρετε καρπούς σταφυλιού, γιατί εγώ είμαι της ζωής η άμπελος.

            Το ακούς και αρχίζεις να καταλαβαίνεις γιατί μέχρι τώρα δεν έχεις δώσει καρπούς. Γιατί όσο κι αν θές ν’ αλλάξεις, εξακολουθείς να μένεις ο παλαιός γνώριμος εαυτός σου. Το νιώθεις βαθιά. Ο Χριστός μπορεί να σε αλλάξει. Να σε κάνει καρποφόρο σε έργα αρετής. Το πρόβλημα είναι απλά στη σύνδεση.

            «Μείνατε εν εμοί, ίνα βότρυν φέρητε», ηχούν ακόμα στ’ αυτιά σου το άσμα των ψαλτών. Και ένα βλέμμα στις μορφές που κοσμούν τον μισοσκότεινο ναό σε πείθει πως έτσι είναι. Στο πρόσωπο του Χριστού βλέπεις την Άμπελο και στις ιλαρές μορφές των αγίων τους καρπούς της. Που θα μπορούσες άραγε να φτάσεις;

            Όλα μέσα σε τούτο το ναό αυτή τη νύχτα σου το φωνάζουν δυνατά: Μείνε ενωμένος μαζί Του. Είναι ο Χριστός «της ζωής η άμπελος».

            «Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ» τ. 637

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Τι συμβαίνει όταν γράφεις ένα όνομα σε ένα χαρτί για την Εκκλησία;

 


Όταν γράφεις ένα όνομα σε ένα σημείωμα για την Προσκομιδή, φαίνεται πως δεν κάνεις τίποτα σπουδαίο. Ένα κομμάτι χαρτί, ένα στυλό, μερικά ονόματα γραμμένα βιαστικά πριν ξεκινήσει η Θεία Λειτουργία. Αλλά, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, παίρνεις κάποιον από τη δική σου φροντίδα και, χωρίς να το καταλάβεις, τον παραδίδεις στην άμεση φροντίδα του Χριστού.

 

Ζωή εκ του τάφου

 


Ο τάφος! Μάτια δακρυσμένα, κυρτωμένες υπάρξεις. Ψυχές οδυνώμενες. Παιδικά κεφαλάκια που κρυώνουν δίχως φιλιά και χάδι, συνοδοιπόροι της ζωής που έχασαν ο ένας το χέρι του άλλου, αδέλφια που ξεκληρίστηκε  η γενιά τους, κρινολούλουδα που τους κάλεσε ο θάνατος πριν χαρούν τη ζωή.

`                   Σε κάθε μήκος και πλάτος της γης και σε κάθε πολιτισμό ο τάφος είναι το σύμβολο του τέλους μιας ζωής που έφυγε, μιας ελπίδας που χάθηκε. Η σιωπή και η απόλυτη φθαρτότητα . Το τίμημα της παρακοής. Ο άνθρωπος, ο μικρός και μέγας, μπορεί να δημιουργεί, να μεγαλουργεί και να φαντασιώνεται όσο τα βήματά του κινούνται μακράν του τάφου. Ενώπιον του τάφου η οδύνη του χωρισμού ή η συνειδητοποίηση του προσωπικού τέλους τον προσγειώνουν στην εγκόσμια πραγματικότητα: ο τάφος είναι το απροσπέλαστο όριο. Πέρα από αυτό, τίποτε δεν μπορεί να ορίσει ο άνθρωπος.

                    Στον π. Χ. κόσμο το τίμημα ήταν βαρύ. Για τους λαούς που ανατρέφονταν με τους μύθους της πολυθεΐας ή που λάτρευαν τα στοιχεία φύσεως και τα φυσικά φαινόμενα, το αδιέξοδο ήταν απόλυτο. Ακόμη και ο περιούσιος λαός, που γεννιόταν και πέθαινε με την ελπίδα ότι ο Υιός της Παρθένου θα συντρίψει την κεφαλή του όφεως, περνούσε το κατώφλι του τάφου με την πίκρα του θανάτου, δίχως να γεύεται λύτρωση.

                    Το αδιέξοδο το ανέτρεψε ο Χριστός την αυγή της τρίτης ημέρας από τον επί του Σταυρού θάνατό Του. Ο τάφος Του τότε ωράθη κενός, τα οθόνια κείμενα μόνα, δίχως να περιβάλλουν πια το νεκρό σώμα. Το σουδάριο τυλιγμένο με τάξη χωριστά, ο λίθος που έφραζε την είσοδο αποκεκυλισμένος από το μνημείο, ενώ λευχειμονούντες άγγελοι ανάγγελλαν θριαμβευτικά την Ανάσταση στις μυροφόρες και στους μαθητές. Κενός ο τάφος.

                    Ο κενός τάφος δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι η ριζική ανατροπή του αδιεξόδου της πτώσεως. Η βυζαντινή εικόνα «Εις Άδου κάθοδος» εικονίζει τον αναστάντα Κύριο να    πατά θριαμβευτικά τις πύλες του Άδη και να ελευθερώνει τους απ’ αιώνος νεκρούς. Να κρατά γερά και να τραβά  δυναμικά έξω πό τον Άδη τους Πρωτοπλάστους και μαζί τους όλα το γένος των ανθρώπων.

                    «Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου Άδη το νίκος;». Το βασίλειο του σκότους συνετρίβη! Ο θάνατος έχασε την εξουσία του, η δύναμή του απέμεινε πια σαν πέπλο διάτρητο, η αχλύς ου τον περιέλαβε μετεβλήθη σε φως απαστράπτον, φως που ανέτειλε ανέσπερο, φως ζωαρχικότατο και θεϊκό. Ο κενός τάφος έγινε η αρχή της νέας εν Χριστώ ζωής. Η αρχή της ανέσπερης βασιλείας, η άχρονη αιωνιότητα  που εισέβαλε στη φθαρτή ζωή μας αφθαρτίζοντάς την.

                    Το πρωί εκείνο της μιας των Σαββάτων, ο θάνατος έγινε ζωή και ζωή εκ του τάφου ανέτειλε. Ο Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, σκυλεύσας τον θάνατο, καλεί τους αδελφούς Του σε νέα Ζωή. Ζωή ανάστασης της φύσεως μας , διαρκούς εξαγνισμού και ανακαίνισης, ζωή ολοένα λαμπρότερη και υπεροχότερη, ζωή συμμέτοχη στη δική Του ζωή.

                    Χριστός Ανέστη!

«Η Δράση μας». τ 637