Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Όταν ο καθηγητής φίλησε μια φοιτήτρια στο αμφιθέατρο

 


Άφωνοι έμειναν ενενήντα περίπου φοιτητές κατά τη διάρκεια του μαθήματος "Ειδικά Ρεπορτάζ" στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου όταν ο καθηγητής τους κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας σήκωσε μια φοιτήτρια που καθόταν στην πρώτη σειρά του αμφιθεάτρου και την φίλησε στο στόμα.

Ακολούθως ζήτησε απ” τους φοιτητές να καταγράψουν το περιστατικό και να το στείλουν άμεσα ως ρεπορτάζ στο μέσο που υποτίθεται ότι εργάζονταν.

Μόλις είχε ολοκληρωθεί εκτενέστατη συζήτηση με θέμα «Ηθικοί κανόνες στο ρεπορτάζ, ηθικά διλήμματα, εισβολή στην ιδιωτική ζωή» και είχε αναλυθεί η ανάγκη να ερευνούν σοβαρά και να ψάχνουν σε βάθος οποιοδήποτε θέμα πριν το καταγράψουν για το μέσον όπου μελλοντικά θα εργάζονται.

Οι φοιτητές όντως κατέγραψαν αυτό που είδαν.

Και με οξύ τρόπο καυτηρίασαν την πράξη του καθηγητή τους.

Ένας μάλιστα…αποχώρησε επιδεικτικά από το αμφιθέατρο σε ένδειξη διαμαρτυρίας γι” αυτό που συνέβη στη συμφοιτήτριά του.

«Ήρθε να λυτρώσει τα σεξουαλικά του βίτσια», έγραψε ο ένας,

«σεξουαλική επίθεση σε φοιτήτρια την ώρα του μαθήματος», έγραψε ο άλλος,

«πείραμα με σεξουαλικές προεκτάσεις», έγραψε ο τρίτος.

Χαμός.

Η συνέχεια έχει ακόμη πιο μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο καθηγητής άκουγε  όλο το φρικτό κατηγορητήριο ατάραχος.

«Σας έχω βγάλει και φωτογραφία με το κινητό μου» του φώναξε ένας φοιτητής,

«δεν φοβόσαστε ότι αύριο θα είστε πρωτοσέλιδο;» τον ρώτησε.

Ο καθηγητής σηκώθηκε κι αφού ευχαρίστησε τους φοιτητές του για τη συνεργασία, τους ανακοίνωσε ότι, αν δεν είναι εξαιρετικά προσεκτικοί και δεν ερευνούν αυτό που πρόκειται να γράψουν, πέρα από το γεγονός ότι δεν θα περάσουν ποτέ το μάθημά του, δεν θα γίνουν ποτέ καλοί δημοσιογράφοι.

Και αμέσως άρχισε να τους απαριθμεί τα λάθη τους:

Κανείς από τους φοιτητές-ρεπόρτερ δεν έκανε ρεπορτάζ.

Κανείς δεν σηκώθηκε από τη θέση του να ρωτήσει το «θύμα» αν είχε κάποια σχέση με τον κ. καθηγητή, αν είχε προηγηθεί κάτι μεταξύ τους, αν είχε προκληθεί ή είχε προκαλέσει τον καθηγητή.

Κανείς φοιτητής δεν παρατήρησε ότι η φοιτήτρια «θύμα» ήταν τελείως άγνωστο σ” αυτούς πρόσωπο και προφανώς δεν την είχαν ξαναδεί ποτέ στο αμφιθέατρο της σχολής.

Κανείς φοιτητής δεν πρόσεξε ότι αυτή η φοιτήτρια, όσο κι αν έμοιαζε νέα, ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερή τους.

Η φοιτήτρια «θύμα» δεν γνώριζε κανέναν, δεν μιλούσε και με κανέναν, πράγμα ασύνηθες για φοιτητικό αμφιθέατρο.

Κανείς απ” τους φοιτητές δεν σκέφτηκε ότι το θέμα που μόλις είχε αναλυθεί από τον καθηγητή είχε τίτλο «Ηθικοί κανόνες στη δημοσιογραφία» και ότι αυτό σημαίνει.

Κανείς δεν ρώτησε τη συμφοιτήτρια που καθόταν δίπλα στο «θύμα» αν πρόσεξε κάτι ιδιαίτερο στη συμπεριφορά του «θύματος» ή τη συμπεριφορά του καθηγητή.

Κανείς δεν φρόντισε να ρωτήσει τον καθηγητή αν είναι σύνηθες γι” αυτόν να καταφεύγει σε ανάλογες συμπεριφορές και αν αυτή είναι μια νέα διδακτική μέθοδος.

Τέλος, κανείς δεν φρόντισε να μάθει γιατί επιτέλους διάλεξε αυτή τη φοιτήτρια κι όχι μια άλλη… και, εν πάση περιπτώσει, αφού επρόκειτο να τον κάνουν πρωτοσέλιδο να του ζητήσουν να πει κι αυτός την άποψή του.

Το μάθημα τελείωσε.

Οι φοιτητές συζητούσαν μεγαλόφωνα για το περιστατικό. 

Ο καθηγητής έπρεπε να αποχωρήσει γρήγορα από την αίθουσα γιατί το δίωρο της διδασκαλίας είχε τελειώσει.

Σηκώθηκε, μάζεψε τα πράγματά του από την έδρα, ζήτησε από τους φοιτητές ένα λεπτό ησυχία για να τους συστήσει τη γυναίκα του, που πρώτη φορά

παρακολούθησε μάθημά του.

by web

 anastasisok

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ὀδυσσέας

 

Ἐπίμετρο μεταγενέστερο καὶ πάντως ἀφηγηματικὸ

Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος δυὸ μάτια! Δυὸ μάτια γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν συναντῶ στὴν προκυμαία, στὸ ἀεροδρόμιο, στὴν ἀποβάθρα τοῦ τραίνου. Εἶναι πάντα μόνος ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ πηγαινοέρχεται ἀδιάκοπα.  Τὰ πλοῖα, τὰ τραῖνα, τ’ ἀεροπλάνα ἔρχονται καὶ φεύγουν γεμάτα ἀνθρώπους, ἀνθρώπους ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, φορτωμένους πολύχρωμα, πολυταξιδεμένα μπαγκάζια.  Ὅμως αὐτὸς εἶναι πάντα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπομένουν. Κι εἶναι τόση ἡ νοσταλγία στὰ μάτια του, ποὺ δὲν μοῦ χρειάζεται ἄλλη σύσταση γιὰ νὰ τὸν γνωρίσω.  Ὅποια στιγμὴ θέλω, θὰ βγάλω τὸ καπέλλο μου καὶ θὰ τοῦ χαμογελάσω φιλικά. — Σᾶς ξέρω, θὰ πῶ, εἴσαστε ὁ Ὀδυσσέας...  Δὲν θὰ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ, εἶναι ἕνας θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας.

Ἀπόψε λοιπὸν μὲ τὸ σούρουπο ὁ Ὀδυσσέας μου περπατάει στὸ δρόμο. Περπατάει στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου σκυφτός, λίγο κουρασμένος, μὲ τοὺς ὤμους κυρτούς. Ἴσως ἔρχεται ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο, τὴν προκυμαία, ἢ τὸ σταθμό.  Εἶδε τ’ ἀεροπλάνα, τὰ πλοῖα ἢ τὰ τραῖνα νὰ φεύγουν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, γεμάτα βιαστικοὺς κι ἀδιάφορους ἀνθρώπους. Ἔτσι δείχνουν πάντα οἱ ἄνθρωποι στὶς ἀποβάθρες, στ’ ἀεροδρόμια καὶ στὶς προκυμαῖες, πάντοτε βιαστικοὶ κι ἀδιάφοροι, σὰ νἆναι τὸ ταξίδι τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν, Ἴσως καὶ νἆναι ἔτσι στ’ ἀλήθεια, νὰ μὴ τοὺς ἐνδιαφέρη τὸ ταξίδι, φαίνεται πὼς εἶναι σπάνιο στὶς μέρες μας νὰ βρῆς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ταξιδεύει γιὰ νὰ ζήση, ἕνα πραγματικὸ Ὀδυσσέα.  Ἀπ’ ὅσο ξέρω, σήμερα τὸ πιὸ πολὺ ταξιδεύουν οἱ ἔμποροι, ἐμπορικοὶ ἀντιπρόσωποι κι ἐπιχειρηματίες, πάντα νευρικοὶ κι ἀνυπόμονοι, φορτωμένοι φροντίδες, μὲ τὄνα μάτι στὸ ρολόι τους καὶ τ’ ἄλλο στὴν ὥρα τῆς ἀναχώρησης, μὲ τσάντες φουσκωμένες καὶ κλειδωμένες καλά.  Βέβαια, ξέρω πὼς ταξιδεύουν κι οἱ τουρίστες, μὰ αὐτοὶ εἶναι γέροι οἱ πιὸ πολλοί, ἀσπρουλοὶ καὶ ζαρωμένοι, ἔχουνε ζήσει τὴ ζωή τους κι ἄφησαν τὸ ταξίδι γιὰ ὑστερόγραφο.  Ὅσο γιὰ μερικοὺς ἐπιστήμονες ἢ καὶ ἱερωμένους, ποὺ τοὺς βρίσκετε νὰ πηγαίνουν γιὰ συνέδρια καὶ συναντήσεις διεθνεῖς, ἔχουν τόσο κομπασμὸ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς γίνεται, ὥστε δὲν μένει περιθώριο γιὰ τὴν ταξιδιωτικὴ εὐαισθησία ποὺ λέγαμε.

Ἴσως γι’ αὐτὸ εἶναι μοναδικὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, αὐτὸς ὁ θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας μου, μὲ τὰ μάτια πάντα γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν βλέπω καὶ πάλι ἀπόψε ποὺ περπατάει στὸ δρόμο μὲ τὸ σούρουπο.  Εἶπα, ὅτι εἶναι ψηλός, λίγο κυρτὸς καὶ συνήθως κουρασμένος. Παρατηρῶ τὴ σκιά του ποὺ προπορεύεται, κατεβαίνει στὰ ὑπόγεια, ἀνεβαίνει στὰ σκαλοπάτια, κυματίζει στὰ ρείθρα τοῦ δρόμου κι ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθάει σκυφτός, μὲ ἀργό, σερνάμενο βῆμα. Εἶναι μόνος στὸ δρόμο, ὁ δρόμος εἶναι στενός, τὰ σπίτια ψηλά, χτισμένα μὲ μπετὸ καὶ μὲ σίδερο, ἡ μικρὴ ἀνθρώπινη σιλουέττα προχωρεῖ φυλακισμένη μέσα στὸ διπλὸ αὐτὸ τεῖχος. Ποτὲ δὲν ξανάδα τόση μοναξιὰ κι ἀγωνία μαζεμένες σὲ μιὰ μικρὴ σιλουέττα, δίπλα στοὺς πανύψηλους τοίχους, σὲ μιὰ σκιά, ποὺ σπαρταράει στὰ σκαλοπάτια καὶ στὰ ρείθρα. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς μου βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, μὰ κανένας δὲν ὑποψιάζεται τὴ φυλακή, κανενὸς ἡ σκιὰ δὲν παραδέρνει τὸ σούρουπο τόσο θλιβερὰ στὸ κράσπεδο τοῦ τείχους. Ἴσως γιατὶ ὅλοι ἔχουν τὶς δουλειές τους, τὰ σπίτια τους, ἔχουν τὴ γυναίκα τους καὶ τὰ παιδιά τους, θέλω νὰ πῶ πὼς ἔχουν κάθε μέρα τὸ κορμί τους χορτάτο κι εὐχαριστημένο κι ἐπιπλέον βλέπουν τὴ ζωή τους νὰ παίρνη προέκταση στὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν τους. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν ποὺ δὲν καταλαβαίνουν τὴ φυλακή.  Γι’ αὐτὸ καὶ θέλω νὰ σᾶς βεβαιώσω, πὼς ἡ γειτονιά μας εἶναι μιὰ πολὺ χαρούμενη γειτονιά, αὐτὸ ποὺ λέμε «κοινωνικὴ ζωὴ» εἶναι ἀνεπτυγμένο στὸ ἔπακρο. Συχωρέστε μου τὴν πεζότητα, οἱ μοδίστρες, ξέρετε, δουλεύουν σὰν τρελλές, οἱ κομμώτριες τὸ ἴδιο, κι οἱ ταξιτζῆδες εἶναι πολὺ χαριτωμένοι στὶς ὑποκλίσεις τους ἀνοίγοντας κάθε βράδυ τὶς πόρτες στὰ στολισμένα, μυρωδάτα ἀντρόγυνα.  Κανένας δὲν διανοεῖται νὰ δραπετεύση, ἀφοῦ κι οἱ κοπέλλες ποὺ εἶναι ἀνύπαντρες στὴ γειτονιά μας δὲ βλέπουν τὴν ὥρα νὰ βρεθῆ τὸ παλληκάρι, νὰ ἀπο-κατασταθοῦν κι αὐτὲς μέσα στὴν ἴδια μακαριότητα τοῦ πετυχημένου ροσμπὶφ καὶ τῆς εὐφρόσυνης κρεββατοκάμαρας.

Μένει λοιπὸν μονάχος ὁ Ὀδυσσέας μου, νὰ περπατάη ἀπόψε στὸν ἔρημο δρόμο, μιὰ μικρὴ σκιὰ στὴν ἄκρη τοῦ τείχους, μὲ βῆμα κουρασμένο κι ἀργό.  Ξέρω γιατὶ οἱ ὦμοι του ἔχουν κυρτώσει τόσο νωρίς, γιατὶ εἶναι τόσο κουρασμένο τὸ βῆμα του. Στὴν ὁποιαδήποτε στιγμὴ μπορῶ νὰ ὑποκλιθῶ μπροστά του, μὲ τὸ καπέλλο στὸ χέρι, χαμογελώντας φιλικά. — Ξέρω, θὰ τοῦ πῶ, μόνο ἕνα δίλημμα, ἡ αἴσθηση κάποιου χρέους, ἢ ὄχι; Μόνο αὐτὸ μπορεῖ νὰ φυλακίση ἕναν Ὀδυσσέα. Νὰ δῆτε ποὺ δὲν θ’ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ ν’ ἀρνηθῆ, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη αἰτία.

Ἴσως περιττεύουν οἱ διευκρινίσεις, πιστεύω πὼς ὁ Ὀδυσσέας μου εἶναι κιόλας σὲ ὅλους γνωστός.  Μὰ ὅσοι δυσκολεύονται ἀκόμα καὶ στ’ αὐτονόητα, ἂς ἔρθουν νὰ ψάξουν στὴ γειτονιά μου γιὰ νὰ βροῦν τὸ σκολειό μας.  Εἶμαι σίγουρος πὼς ἐκεῖ μέσα ἔχουν πολλὲς πιθανότητες νὰ συναντήσουν τὸν Ὀδυσσέα μου.  Τὸν φαντάζομαι Καθηγητὴ ή καὶ δάσκαλο. Ἀσφαλῶς ἀπὸ τὰ χέρια του περνᾶνε ὁλόκληρες γενιὲς μαθητῶν, τόσα κουρεμένα κεφάλια, ποὺ πρέπει νὰ γεμίσουν γνώση, πίστη κι αἰσιοδοξία γιὰ τὴ ζωή.  Καὶ πρέπει νὰ τὰ δώση ὅλα αὐτὰ ὁ φτωχὸς Ὀδυσσέας μου, ποὺ ἄδειασε πιὰ τόσα χρόνια κι ἀπὸ γνώση κι ἀπὸ πίστη κι ἀπὸ αἰσιοδοξία. Κάποτε ἀρκοῦσε καὶ μόνο τὸ ὅραμα τῶν κουρεμένων Χερουβείμ.  Τώρα, ἡ γεύση τῆς ρηχότητας καὶ τοῦ κενοῦ ποὺ ἀδιάκοπα μεγαλώνει εἶναι ἕνα μαρτύριο.  Πρέπει νὰ φύγη. Κάθε τραῖνο, πλοῖο κι ἀεροπλάνο εἶναι μιὰ σπαραχτικὴ πρόσκληση γιὰ νὰ ζήση, νὰ γνωρίση τὴ ζωὴ ποὺ εἶναι τὸ ταξίδι, ποὺ εἶναι ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σπουδή.  Περισσεύει μέσα του ἡ δύναμη, ξεχειλίζει. Πῶς νὰ τὸν κλείσης στὸ μικρό, καθημερινὸ καθῆκον;

Φυσικά, μπορεῖ νἆναι καὶ γιατρὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, φυλακισμένος σὲ μιὰ φτωχικὴ πολυκλινική, ἴσως νἆναι καὶ φτωχὸς μεροκαματιάρης, ποὺ τὸν περιμένουν στὸ σπίτι κάθε μέρα γιὰ τὸ ψωμί.  Ἐγὼ δὲν ἀποκλείω καθόλου νἆναι καὶ πρόσωπο ἱστορικό, συχνὰ ὑποψιάζομαι μήπως εἶναι ὁ Ἀλιόσα.  Φυσικά, ἕνας Ἀλιόσα, ποὺ δὲν βρῆκε ἀκόμα τὸν Ζωσιμᾶ, — ἴσως ἔχετε ἀκουστὰ πὼς σήμερα ἐξέλιπαν οἱ Ζωσιμάδες ἀπὸ τὸν κόσμο μας, μόνο κακέκτυπα βρίσκεις.  Ἂν εἶχε βρῆ τὸν ἀληθινὸ πάτερ Ζωσιμᾶ θὰ βρισκόταν κιόλας στὸ δρόμο, ἕναν Ἀλιόσα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κρατήση στὸ μοναστήρι ὁ Ζωσιμᾶς, ὁ ἴδιος λαμποκοποῦσε ἀπὸ χαρὰ ὅταν τὸν ἔστελνε νὰ φύγη στὸν «κόσμο».  Μὰ σήμερα αὐτὸς ὁ ζωοποιὸς θάνατος τοῦ κόκκου τοῦ σίτου ἔφτασε νὰ εἶναι μιὰ νέκρωση ἀνέλπιδη κι ἀδιέξοδη, ἀπ’ τὴν παραξενιὰ καὶ τὴ στενοκεφαλιὰ τῶν ἀνθρώπων.  Γι’ αὐτὸ καὶ λυπᾶμαι τόσο βαθειὰ τὸν καημένο τὸν Ἀλιόσα, πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους, γιατὶ κάθε μέρα διακινδυνεύει στὸ τραγικό του δίλημμα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βάρος μαζεύτηκε σ’ αὐτὴ τὴ μικρὴ κυρτωμένη σιλουέττα, ποὺ σέρνεται ἀργὰ στὸ κράσπεδο τῆς φυλακῆς... Αὐτὸς ὁ Ἀλιόσα, ὁ δάσκαλος, ὁ γιατρός, ὁ μεροκαματιάρης, αὐτοὶ οἱ ἐλάχιστοι ποὺ ἀπόμειναν χωρὶς νὰ συνθηκολογήσουν, θέλω νὰ πῶ, αὐτὸς ὁ τραγικὸς Ὀδυσσέας μου, θλιβερὸς κι ἀταξίδευτος κι ὅμως πιὸ πολὺ Ὀδυσσέας ἀπ’ ὅλους τοὺς πλάνητες τοῦ καιροῦ μας. Τὰ βήματά του ἀντηχοῦν ἀκόμα στοὺς δρόμους μας, ὁ ἦχος τους εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τ’ αὐτιά μας, ὁ Ὀδυσσέας εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τὸν κόσμο μας, κάθε του βῆμα εἶναι καὶ μιὰ ἀναχώρηση, ἡ σκιά του προπορεύεται, βιάζεται, θέλει ν’ ἀποσπαστῆ καὶ νὰ φύγη, ἔτσι ποὺ παραδέρνει στὰ κράσπεδα τῆς φυλακισμένης ζωῆς μας...

Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μέσα στὴ νύχτα τοῦ κόσμου μας, εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἕνα δικό Σου σημάδι...

1962

Πείνα και Δίψα σελ. 67-71, εκδ. Γρηγόρη.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο φυλακισμένος με την πορφύρα") είναι έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη.

 Ὀδυσσέας - Αντίφωνο