Ανάμεσα στις πλέον αινιγματικές εικόνες της βιβλικής και
πατερικής παράδοσης συγκαταλέγεται το «δαιμόνιο μεσημβρινό», μια έκφραση που
διασώζεται στον 90o Ψαλμό και η οποία, διαμέσου των αιώνων, απέκτησε βαθύ
φιλοσοφικό, ψυχολογικό και πνευματικό περιεχόμενο. Η δύναμη της εικόνας αυτής
έγκειται ακριβώς στο παράδοξό της. Ενώ ο άνθρωπος θα ανέμενε ότι το κακό δρα
μέσα στη νύχτα, το σκοτάδι και την αβεβαιότητα, η βιβλική σοφία τοποθετεί τη
δοκιμασία στην καρδιά της ημέρας, τη στιγμή κατά την οποία ο ήλιος βρίσκεται
στο απόγειό του και τίποτε δεν φαίνεται να κρύβεται. Το μεσημβρινό δαιμόνιο δεν
είναι η σκιά που προκαλεί ο φόβος της άγνοιας· είναι η σκιά που γεννά η
υπερβολική οικειότητα με το φως.
Δεν είναι τυχαίο ότι το δαιμόνιο αυτό ονομάζεται
«μεσημβρινό». Η μεσημβρία αποτελεί συμβολικά το σημείο της πληρότητας. Είναι η
ώρα κατά την οποία η ημέρα έχει φθάσει στην κορύφωσή της, η εργασία βρίσκεται
σε εξέλιξη και η ζωή μοιάζει να έχει αποκαλύψει όλα της τα πρόσωπα. Ωστόσο,
ακριβώς εκείνη τη στιγμή εμφανίζεται μια λεπτή αλλά βαθιά υπαρξιακή κόπωση.
Όταν η ανατολή έχει παρέλθει και η δύση δεν έχει ακόμη φανεί, ο άνθρωπος
βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο απαιτητική δοκιμασία: τη μονοτονία της συνέχειας.
Δεν τον απειλεί πλέον το άγνωστο, αλλά το υπερβολικά γνωστό. Δεν αγωνιά για το
τι θα συμβεί, αλλά για το αν αυτό που ήδη συμβαίνει έχει πραγματικό νόημα. Το
μεσημβρινό δαιμόνιο συμβολίζει ακριβώς αυτή τη στιγμή κατά την οποία η ύπαρξη,
κουρασμένη από την επανάληψη, αρχίζει να αμφισβητεί την αξία των πραγμάτων που
μέχρι χθες θεωρούσε αυτονόητη.
Για τον λόγον αυτόν, οι Πατέρες της Εκκλησίας και ιδιαίτερα ο
Ευάγριος ο Ποντικός συνέδεσαν το μεσημβρινό δαιμόνιο με την ακηδία. Η ακηδία
δεν είναι απλή τεμπελιά, ούτε μια παροδική μελαγχολία. Είναι μια βαθιά
αποδυνάμωση της σχέσης του ανθρώπου με το νόημα. Είναι η κατάσταση κατά την
οποία η ψυχή εξακολουθεί να κινείται, αλλά έχει πάψει να εμπνέεται· εξακολουθεί
να εργάζεται, αλλά δεν αισθάνεται τον σκοπό της εργασίας· εξακολουθεί να ζει,
αλλά δυσκολεύεται να γευθεί τη χαρά της ζωής. Πρόκειται για μια παράξενη μορφή
εσωτερικής ερήμωσης, όπου τίποτε δεν φαίνεται αρκετά σημαντικό ώστε να
κινητοποιήσει την ύπαρξη.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το μεσημβρινό δαιμόνιο δεν προσβάλλει
συνήθως τους αδιάφορους ή τους αδρανείς ανθρώπους. Αντιθέτως, φαίνεται να
στρέφεται προς εκείνους που αγωνίζονται, δημιουργούν, αναζητούν και κοπιάζουν.
Ο άνθρωπος που δεν διαθέτει σκοπό δύσκολα θα βιώσει την απώλειά του. Εκείνος
όμως που αφιερώνει τη ζωή του σε έναν στόχο, σε μια αποστολή ή σε μια υψηλή
ιδέα, είναι πιθανότερο να συναντήσει κάποια στιγμή το ερώτημα για το αν όλα
αυτά αξίζουν πραγματικά τον κόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μοναχοί της ερήμου
περιέγραφαν την ακηδία ως τον πιο επίμονο πειρασμό. Η ζωή τους ήταν στραμμένη
προς ένα ύψιστο ιδανικό και ακριβώς για αυτό ήταν εκτεθειμένοι στην αμφιβολία
που γεννά η μακροχρόνια προσπάθεια.
Το ίδιο φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί, με παραλλαγές, και
πέρα από το θρησκευτικό πλαίσιο. Ο επιστήμονας που αφιέρωσε δεκαετίες σε μια
έρευνα, ο καλλιτέχνης που υπηρέτησε την τέχνη του, ο εκπαιδευτικός που έδωσε τη
ζωή του στη διδασκαλία, ο γονέας που αφιέρωσε τον εαυτό του στην οικογένειά
του, συχνά έρχονται αντιμέτωποι με στιγμές κατά τις οποίες όλα όσα υπηρέτησαν
φαίνονται ξαφνικά κενά. Δεν πρόκειται για αποτυχία αλλά για κρίση νοήματος. Και
ακριβώς επειδή πρόκειται για κρίση νοήματος, εμφανίζεται συνήθως σε ανθρώπους
που κάποτε είχαν βαθύ νόημα στη ζωή τους.
Το μεσημβρινό δαιμόνιο, επομένως, δεν είναι μόνο μια
πνευματική δοκιμασία· είναι και μια φιλοσοφική εμπειρία. Αποκαλύπτει ένα
θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης: ότι κανένα νόημα δεν μπορεί
να παραμείνει ζωντανό χωρίς διαρκή ανανέωση. Ο άνθρωπος έχει την τάση να συνηθίζει
ακόμη και τα πιο πολύτιμα αγαθά. Συνηθίζει την αγάπη, την ελευθερία, τη γνώση,
την ομορφιά, ακόμη και την ίδια τη ζωή. Όταν η συνήθεια καλύψει τα πάντα, τότε
εμφανίζεται η αίσθηση της εσωτερικής κενότητας. Η κρίση αυτή δεν γεννιέται
επειδή τα πράγματα έχασαν την αξία τους, αλλά επειδή ο άνθρωπος έπαψε να τα
βλέπει με καινούργιο βλέμμα.
Ωστόσο, η παράδοση δεν αντιμετωπίζει το μεσημβρινό δαιμόνιο
αποκλειστικά ως απειλή. Μέσα στη δοκιμασία αυτή κρύβεται και μια δυνατότητα
βαθιάς μεταμόρφωσης. Όταν ο άνθρωπος αναγκάζεται να αμφισβητήσει όσα μέχρι τότε
θεωρούσε βέβαια, αποκτά την ευκαιρία να τα ανακαλύψει εκ νέου σε βαθύτερο
επίπεδο. Η κρίση γίνεται τότε πέρασμα, διάβαση. Το νόημα παύει να είναι ένα
κληρονομημένο δεδομένο και μετατρέπεται σε προσωπική κατάκτηση. Ό, τι μέχρι
χθες γινόταν από συνήθεια, αρχίζει να γίνεται από συνειδητή επιλογή.
Ίσως αυτό να αποτελεί και το μεγαλύτερο όφελος που μπορεί να
αποκομίσει κανείς από τη συνάντηση με το μεσημβρινό δαιμόνιο. Η εμπειρία της
εσωτερικής ξηρασίας αναγκάζει τον άνθρωπο να εγκαταλείψει τις ψευδαισθήσεις
του. Τον υποχρεώνει να εξετάσει αν οι αξίες του είναι πραγματικά δικές του ή αν
απλώς τις κληρονόμησε από το περιβάλλον του. Τον καλεί να αναζητήσει βαθύτερα
θεμέλια για τις επιλογές του. Με αυτή την έννοια, η δοκιμασία λειτουργεί ως μια
μορφή καθαρμού. Καταστρέφει τις επιφανειακές βεβαιότητες ώστε να καταστεί
δυνατή η γέννηση μιας πιο ώριμης συνείδησης.
Το μεσημβρινό δαιμόνιο, λοιπόν, δεν είναι μόνο ο εχθρός της
ψυχής αλλά και ένας ακούσιος δάσκαλος. Η παρουσία του υπενθυμίζει ότι η
ανθρώπινη ύπαρξη δεν προορίζεται να παραμένει στάσιμη μέσα σε εύκολες
βεβαιότητες. Η αληθινή ωρίμανση γεννιέται όταν ο άνθρωπος διασχίζει την έρημο
της αμφιβολίας χωρίς να εγκαταλείψει την αναζήτηση του νοήματος. Και τότε
συμβαίνει το παράδοξο: η σκιά που εμφανίστηκε στο αποκορύφωμα του φωτός
αποδεικνύεται τελικά η αφορμή για μια βαθύτερη συνάντηση με το ίδιο το φως.
Έτσι, το δαιμόνιο μεσημβρινό παύει να είναι απλώς μια βιβλική εικόνα και
μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο της ανθρώπινης πορείας από την αυτάρκεια
προς την αυτογνωσία και από τη συνήθεια προς τη συνειδητή ύπαρξη.
Στη λαϊκή παράδοση του ελληνικού χώρου, η ώρα του μεσημεριού
θεωρήθηκε συχνά οριακή και επικίνδυνη. Πολλές δοξασίες προειδοποιούσαν να μην
περιπλανιέται κανείς μόνος στα χωράφια ή σε ερημικούς τόπους «την ώρα που καίει
ο ήλιος», διότι τότε ενεργούσαν αόρατες δυνάμεις, νεράιδες, στοιχειά ή το ίδιο
το «μεσημεριανό δαιμόνιο». Πίσω όμως από τη μυθοπλαστική μορφή της δοξασίας
κρύβεται μια βαθιά θυμοσοφία. Ο λαός διαισθάνθηκε ότι ο άνθρωπος είναι
περισσότερο ευάλωτος όχι μόνο μέσα στο σκοτάδι αλλά και μέσα στην υπερβολή του
φωτός, όταν η κόπωση, η ζέστη, η μοναξιά και η εξάντληση θολώνουν τον νου και
αλλοιώνουν την κρίση. Η λαϊκή σοφία, επομένως, δεν μιλούσε απλώς για ένα
εξωτερικό δαιμόνιο, αλλά για μια κατάσταση εσωτερικής απορρύθμισης που γεννάται
όταν ο άνθρωπος χάνει το μέτρο και την εγρήγορσή του.
Η δοξασία αυτή αυτή συναντάται θαυμαστά με τη σκέψη των
Νηπτικών Πατέρων. Εκεί όπου η λαογραφία μιλά για τον κίνδυνο του μεσημεριού, οι
νηπτικοί μιλούν για την ακηδία, τη χαλάρωση της προσοχής και την αδυναμία της
καρδιάς να παραμείνει άγρυπνη απέναντι στους λογισμούς. Και στις δύο
περιπτώσεις, η θεραπεία δεν είναι ο φόβος αλλά η νήψη: η διατήρηση της
εσωτερικής εγρήγορσης, της ταπεινότητας και της επίγνωσης. Έτσι, το δαιμόνιο
μεσημβρινό αναδεικνύεται ως κοινό σύμβολο της λαϊκής και της ασκητικής
σοφίας, υπενθυμίζοντας ότι οι πιο λεπτές δοκιμασίες του ανθρώπου εμφανίζονται
συχνά όχι όταν όλα γύρω του σκοτεινιάζουν, αλλά όταν νομίζει πως βρίσκεται
ασφαλής μέσα στο πληρέστερο φως!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου