Γεώργιος
Σιδηρόπουλος, Καθηγητής Ιστορικής Γεωγραφίας Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Γνώρισα το Γέροντα στο Όρος. Η
συνοδεία μόλις είχε εγκατασταθεί προερχόμενη από τα Μετέωρα. Εγώ με μια ομάδα
ένδεκα γυμνασιόπαιδων, από την Ανάληψη στην Θεσσαλονίκη, με επικεφαλής τον
Σκρέκα τον Αργύρη (αργότερα π. Στέφανο στην Κωνσταμονίτου). Το μοναστήρι ακόμα
με το «χρώμα» της παλαιάς της συνοδείας. Ζητήσαμε τον ηγούμενο, είπαν ότι «δεν
ήταν σίγουρο», αλλά ήρθε. Μας μίλησε έξω στο μπαλκόνι του συνοδικού..
Αργότερα πλησίασα περισσότερο την Σιμωνόπετρα όταν στενός φίλος (π. Βενέδικτος),
προστέθηκε στην συνοδεία. Άρχισα να μαθαίνω για την βιωτή τους. Είχε μία φήμη
στα πνευματικά. Συγχρόνως και ένα ρόλο στην επάνδρωση του Αγίου Όρους. Τις
εσωτερικές μετακινήσεις – επανδρώσεις εντός της χερσονήσου, από τον πυρήνα του
Γέροντα Ιωσήφ και του Γέροντα Παϊσίου, ακολούθησαν οι εισροές απ’ έξω.
Οι Σιμωνοπετρίτες ήταν η πρώτη συνοδεία από αυτές το1973.
ρισκόμουν στο εξωτερικό για σπουδές. Τα διακυβεύματα επιτακτικά και μόλις
είχα γνωρίσει την μέλλουσα γυναίκα μου. Οι έσω αναζητήσεις, μου
υποδείκνυαν να ανεβάσω τους ρυθμούς. Ο γάμος έθεσε θέμα κοινής
καθοδήγησης πνευματικής. Η διερεύνηση έγινε συστηματική. Γνωρίζοντας το
μοναστήρι, ήθελα να βρεθώ μαζί τους, αλλά δεν φαίνονταν κάποιο παράθυρο
ανοικτό.
Η τρίτη φορά το 1980, ήταν καθοριστική, οπότε και η σύνδεση με τον γέροντα Αιμιλιανό.
Όχι τυχαία η ανάληψη κάποιου υπό την σκέπη του. Κανείς από τους φίλους μοναχούς
δεν ήταν ενθαρρυντικός στο αν θα με αναλάμβανε ο Γέροντας, ούτε και οι ίδιοι
φαίνεται ότι είχαν την ευλογία να προτείνουν. Ο Γέροντας είχε τα δικά του
κριτήρια για το ποιος θα έμπαινε υπό την πνευματική του εποπτεία. Είχα δει τον
γέροντα προηγουμένως μία, δυο φορές. Στη μία από αυτές με συμβούλεψε να
παντρευτούμε ένα χρόνο νωρίτερα στα δεκαεννιά, απ’ ό,τι τελικά το κάναμε. Πλην
όμως δεν ήξερα αν αυτό συνιστά υπαγωγή υπό την σκέπη του. Έθεσα το ερώτημα σε
κάποιον γέροντα. Με ρώτησε, «σου διάβασε την ευχή;». Πράγματι μου την είχε
διαβάσει σε εκείνη την επίσκεψη. Μου απάντησε «εντάξει, αυτό είναι».
Πράγματι έτσι ήταν. Μας σκέπασε στην αγκαλιά του. Το καταλάβαμε όχι μόνον
πνευματικά. Σκέφτονταν τα μικρά πράγματα, τα υλικά. Δεχόμασταν επιστολές,
μηνύματα, τηλεφωνήματά του. Γίναμε κοινωνοί του ενδιαφέροντος του, όχι όπως και
όποτε νομίζαμε αλλά απροειδοποίητα. Εκ των υστέρων γίνονταν αντιληπτό ότι τότε
έπρεπε. Μας ενίσχυσε και χρηματικά. Με μια περίεργη, όπως μου φάνηκε τότε
λογική. Δεν έκανε καμία υπόδειξη πως θα χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα. Ήταν δώρο
χωρίς υλική υπόσταση, δώρα αγάπης,
δεν δεχτήκαμε χρήματα αλλά αγάπη. «Ὁ Θεός δίδει πᾶσιν ἀφειδῶς.» Άγ, Πέτρος Δαμασκηνός
(Φιλοκαλία), «Ἡ ἀγάπη… οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς» (Α´ Κορ. 13,5).
Πολύ αργότερα μιλώντας μας σχετικά, και γνωρίζοντας τα περιορισμένα μας
οικονομικά, μας συμβούλεψε «να κανονίζετε μόνο για το φαγητό και τα βιβλία
σας».
Κάθε επαφή μαζί του, υπό οποιαδήποτε μορφή, μας άφηνε χαρά μεγάλη, μία
αίσθηση συμμετοχής στην κοινωνία του, που γέμιζε όλο μας το είναι.
Επισκεπτόμενος το Παρίσι, με δεδομένο το βεβαρυμμένο πρόγραμμά του, μας
επισκέφτηκε. Η κόρη μας δύο χρονών. Οι πατέρες Ελισαίος, Αθανάσιος και
Μακάριος τον συνόδευαν. Δεν θυμάμαι καθόλου τι μας είπε. Ήμουν στην διαδικασία
συγγραφής της διδακτορικής διατριβής. Μετρούσα τον χρόνο λεπτό-λεπτό, έπρεπε να
προλάβω προθεσμίες και να ανταποκριθώ στις υψηλές απαιτήσεις του πανεπιστημίου
(Σορβόννη). Ακραία αγχωμένος στην απώλεια του χρόνου. Αυτό που θυμόμαστε με την
γυναίκα μου, μετά την επίσκεψη, ότι έκανε διάλειμμα ανεξηγήτως ο χρόνος. Σταμάτησε. Ξεχάσαμε τις δουλειές, τα καθημερινά, τις
δυσκολίες. Ζήσαμε τον επόμενο μήνα, με το άρωμα της παρουσίας του, πλήρεις, με
μια αίσθηση πληρότητας και χαράς. («Ὅταν ὁ νοῦς ἐνεργείται θεοπρεπῶς, οὐκέτι
κατὰ χρόνον κινείται, ἀλλὰ κατὰ τρόπον αἰώνιον.» Αγ.Μάξιμος
Δυσνόητα (Πρὸς Ἰωάννην), 10 & 65)
Με την είσοδο στο σπίτι, κινήθηκε αυθόρμητα στους χώρους, τους
περιεργάστηκε, κι ύστερα καθίσαμε, κατά τα ειωθότα. Μας έκανε εντύπωση η
κίνηση. Αυτό όμως ήταν κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό στον Γέροντα. Εξέπεμπε μια αίσθηση εξουσίας. Κάτι
που εξέφραζαν οι Εβραίοι όταν μιλούσε ο Χριστος («…ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα
ποιεῖς, ἢ τίς ἐστιν ὁ δοὺς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην» Λουκ. 20:1–2.). Ο
Γέροντας μετείχε στην ενέργεια του Θεού, μαρτυρούσε τον Θεό. Μία εξουσία
που δεν βίαζε, αλλά είχε την εκούσια αποδοχή ως μαρτυρία της χάριτος που
κουβαλούσε. Μια εξουσία όχι δεσποτική, αλλά η οποία αφαιρούσε τα βάρη,
απελευθέρωνε. Χαιρόσουν την «εξ ύψους» συμβουλή, την υπόδειξη, την παρατήρηση,
την αναζητούσες. Μια εξουσία πατρική, που συνόδευε η αγάπη και η ευθύνη.
Παρατήρηση, επίπληξη; Άλλο ένα χαρακτηριστικό του. Θα μιλήσω για μένα,
για μάς. Ποτέ μα ποτέ δεν δεχτήκαμε την παραμικρή επίπληξη. Ποτέ δεν μας μάλωσε. Ίσως ήταν μια
αδυναμία του δικού μας ψυχισμού που θεράπευε, μία δικιά μας ευαισθησία;
Πιθανώς. Όμως αυτό είναι ένας συνολικός απολογισμός. Μία μνήμη της όλης
πολιτείας μας μαζί του. Η καθοδήγησή του δεν πήγαζε από την αυστηρότητα αλλά
από μια αγάπη και μια μέριμνα για την ψυχή μας. Και στην πράξη ήταν
αποτελεσματική. Η εν αγάπη νουθεσία του λειτουργούσε σαν αυτόκλητος
λιμενοβραχίονας που έσπαγε τις επιθέσεις με μία απίθανη γλυκύτητα.
Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο. Ο λόγος
του ο ενθουσιώδης και ελπιδοφόρος. Έδινε ότι μπορείς να κερδίσεις τον
αγώνα, είναι στα μέτρα σου, αλλά και περισσότερο, ότι είναι δικό σου το μέλλον
σε περιμένει, εσένα προσωπικά. Ο λόγος του είχε μια αισιοδοξία ότι θα σωθείς,
μετέδιδε μια ελπίδα ότι μπορείς να γίνεις μέτοχος της χαράς. Ήταν μια ζώσα
προτροπή, σκόρπιζε έναν ενθουσιασμό που σου έδινε μια σπρωξιά προς τα εμπρός.
Μία εκκίνηση από την χαμηλή γωνία εξόδου του βατήρα όταν το σώμα οριζοντιώνεται
στην ευθεία, σχίζοντας με δύναμη όλα τα εμπόδια που συναντάς, σίγουρος για την
νίκη. «Ο Θεός δεν καλεί τον
άνθρωπο για να τον συντρίψει, αλλά για να του δείξει ότι μπορεί να φθάσει. Η
πνευματική ζωή είναι δυνατή· είναι στα μέτρα σου, γιατί σου δίνεται από τον
Θεό.» (Λόγοι
Ασκητικοί, τόμ. Α΄, εκδ. ΙΜΣΠ), «Δεν αρχίζουμε τον αγώνα με την αίσθηση της ήττας, αλλά με τη
βεβαιότητα ότι ο Θεός μας περιμένει στο τέλος. Η ελπίδα δεν είναι
παρηγοριά είναι δύναμη πορείας.» Ομιλίες Πνευματικής Ζωής, Σιμωνόπετρα).
Με την επιστροφή στα πάτρια οι δυό μας βλέπαμε τον γέροντα στην Ορμύλια.
Μόνος ήμουν πιο τυχερός, μπορούσα και τον έβλεπα στο Όρος. Έπρεπε να είσαι εν
αναμονή. Όταν σε φώναζε ο παρηγουμενιάρης, σταματούσαν όλα έτρεχες εκεί. Θα
έλεγα ότι η όλη επίσκεψη στο μοναστήρι, ήταν μια αναμονή για να τον δεις. Δεν
διάβαζε πάντα την ευχή. «Η συγχωρητική ευχή δεν είναι τύπος. Διαβάζεται όταν η
ψυχή έχει φθάσει στο σημείο της εσωτερικής συγκατάθεσης, όταν έχει ήδη
συντελεσθεί η επιστροφή.» (Λόγοι
Ασκητικοί, τ. Α΄, εκδ. Ι. Μ. Σ.Π.). Όταν όμως την διάβαζε το χέρι του βαρύ στο πετραχήλι που
σε σκέπαζε, δύσκολα το συγκρατούσες. Βάρος που διαχέονταν στο σώμα, γίνονταν
αγωγός της χάρις του Θεού.
‘Όμως ένα ήταν ιδιαίτερα παράδοξο και μοναδικό στην εξομολόγηση,
ότι όλα μετατρέπονταν με ένα περίεργο τρόπο σε μια χαροποιό διαδικασία. Έφευγες
βαθιά χαρούμενος, η χάρι ξεχείλιζε, μας ακουμπούσε το θέλαμε ή όχι.
Κάθε απόκλιση, παράπτωμα, αμαρτία
είχε το χάρισμα να την μεταμορφώνει σε χαροποιό μυστήριο, να γίνεται αρχή εσωτερικής ανάπλασης, κάθε πτώση να μετασχηματίζεται
σε ισχυρή θέληση για νέα αρχή, έφευγες έτοιμος να μπεις στην μάχη να νικήσεις,
ήσουν σίγουρος ότι μπορείς και θα τα αλλάξεις όλα, είχες μια σιγουριά μια
βεβαιότητα για την αλλαγή. Αντί να λυπάσαι για την πτώση, ήσουν χαρούμενος «Ἡ μετάνοια
ἐστὶ θύρα φωτός· δι’ αὐτῆς εἰσέρχεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τὴν ζωὴν τὴν
καινήν.» [Συμεών Νέος Θεολόγος Κατηχήσεις, Κατήχηση Β΄ (PG
120)]. «Η πτώση δεν είναι
ήττα· είναι πρόσκληση του Θεού σε βαθύτερη ζωή. Όταν ο άνθρωπος σηκώνεται με
ελπίδα, η αμαρτία γίνεται αφορμή αγώνα και νίκης.» και αλλού: «Ο Θεός δεν
επιτρέπει την πτώση για να μας λυπήσει, αλλά για να γεννήσει μέσα μας δύναμη
επιστροφής. Η μετάνοια είναι αρχή χαράς, όχι πένθους.» (Ομιλίες Πνευματικής
Ζωής, Λόγοι Ασκητικοί)
Εγώ μετά, σκεφτόμουν τα διάφορα, έκανα σκέψεις δεύτερες. Μου γεννιόνταν
διάφορα στο μυαλό τα δούλευα, πάντα κάτι ξέχναγα παρότι πήγαινα
προετοιμασμένος, και λυπόμουνα που έχασα την ευκαιρία. Σχεδόν κάθε φορά, μόλις
πριν την αναχώρηση, με τον σάκο ανά χείρας στη πόρτα του μοναστηριού, έρχονταν
ένα εσπευσμένο μήνυμα. «Σε θέλει ο Γέροντας», για τις δεύτερες σκέψεις. Το
ήξερε, με ήξερε, θεράπευε την
ιδιαιτερότητα, τις ιδιαιτερότητες μας.
Κι’ άλλες φορές ήξερε. Όπως με τον π. Στέφανο (τον Αργύρη), και γι’ αυτό
βγήκε να μας δει. Στο Όρος το λεν διορατικότητα. «Άγραφο
τυπικό» έλεγε ότι δεν παίρνεις πρωτοβουλίες να καλέσεις κόσμο στη μονή. Στην
Ξάνθη φαντάρος, συχνά πήγαινα στο Όρος τα Σαββατοκύριακα. Ίσα για μία
διανυκτέρευση. Ώσπου να πας έφευγες πλην όμως, ήταν μεγάλη ή ανάσα. Σε κάποιο
από τα ανεβάσματα κάλεσα ένα καλό παιδί, συνάδελφο, τον Γιάννη. Ταιριάζαμε.
Στον μοναστήρι όταν συνέπιπτε να βρίσκομαι σε συνάξεις, με φώναζε ο Γέροντας να
παρακολουθήσω. Δεν με φώναξε εκείνη τη φορά, γιατί κάλεσα τον Γιάννη. Τον
Γιάννη όμως τον είδε, παρ’ ότι σπάνια έβλεπε αγνώστους και χωρίς ραντεβού. Αλλά
τον είδε γιατί ήξερε. Ο Γιάννης καλόγερος σήμερα στην Ξενοφώντος (π. Μωυσής).
Ειδωθήκαμε χρόνια μετά. Μας περιήγησε με τον γιό μου, στους Αγίους Γιώργηδες
του μοναστηριού του.
Ο Γέροντας ήξερε καλά να κρύβεται, να προστατεύει τον εαυτό του. Η
διόρασή ευκολότερα διαφυλάξιμη. Όχι μόνο έβλεπε αλλά και ήξερε,
προστάτευε τα παιδιά του, χωρίς
όμως ποτέ να υποθηκεύει την ελευθερία τους. Τελειώνοντας τα πτυχία
μας και οι δυό μας, είχαμε ένα όραμα, ένα όνειρο, να συνεχίσουμε τις σπουδές
στην Μέκκα της διανόησης την Αμερική. Αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε, διερεύνηση
των πανεπιστήμιων, αντικείμενα, γλώσσα κλπ. Χωρίς γνωριμίες όμως. Σκεφτήκαμε
τον Γέροντα, αν ήξερε κάποιους. Ήξερε. Του ζήτησα συστατική επιστολή. Είχε
βάρος ως πρόσωπο θα βοηθούσε σίγουρα. Το έκανε, προσθέτοντας στα συνοδευτικά
«Να εξετάσεις όμως καλά τις προϋποθέσεις, για να μην εκτεθείς εις σοβαρά
προβλήματα». Το εξετάσαμε, το σκεφτήκαμε. Κάτι ήξερε. Συνεχίσαμε αμφότεροι στη
Γαλλία. Χωρίς να ξανασκεφτούμε καριέρες πέρα από τον Ατλαντικό. Όλα έγιναν όπως
έπρεπε στην Ελλάδα, χωρίς ίχνος τύψεων.
Κι’ άλλες όμως φορές ο Γέροντας ενεργούσε απρόβλεπτα για μάς. Πολλές φορές είχε εξήγηση,
άλλες τις αφήναμε να τρέξουν χωρίς ερωτηματικά. Ξέραμε ότι υπάρχει λόγος και
είναι για καλό. Στο ηγουμενείο το γραφείο του λιτό ελάχιστων τετραγωνικών. Μια
μικρή κάθετη βιβλιοθήκη, το τραπέζι, μια καρέκλα για τον επισκέπτη. Λιγοστές
εικόνες με αγίους και μελλοντικούς που αγιοποιήθηκαν αργότερα, χωρίς το
φωτοστέφανο τότε. Συχνά αναρωτιόμουνα που ήταν το κελί του. Με τον καιρό
κατάλαβα ότι εκεί όλα συνέβαιναν. Με την ευκαιρία βρήκα τι σήμαινε
«χαμαικοιτία». Όλα λιτά. Πριν την εξομολόγηση πάντα εμφανίζονταν ο
παρηγουμενιάρης με κέρασμα. Δυσκολευόσουν, αλλά κατάφερνες τελικά να καταπιείς.
Εκτός κι’ αν ήταν κάτι που δεν συνηθίζεται. Όπως ένα πιάτο με λαχταριστές
πατάτες. Ένα πιάτο επιδορπίου που πρόσφερε μαζί με το γλυκό. Ποτέ δεν ερμήνευσα
το γιατί. Δυσκολεύτηκα στην αρχή αλλά ομολογώ ότι ήταν γευστικότατες. Τις
θυμάμαι ακόμα σαν σήμερα. Μια άλλη φορά, συνέχεια σχετικής συζήτησης, μου
ζήτησε να σταματήσω να κάνω προσευχή. Ποιος ξέρει τι είδε. Σταμάτησα; Ναι. Μόνο
προς στιγμή. Γελούσε ο πάτερ Ελισαίος όταν του μετάφερα την έκπληξή μου τότε.
Συχνά έφευγες με δώρα. Ένα σκληρόδετο προσευχητάρι, μια άλλη στην Ορμύλια την
αγιογραφία του Χριστού, μια άλλη ακόμα ένα Filofax, της μόδας τότε.
Αριστοκρατικός, πίστευε ότι η κοσμιότητα, και η ευγένεια ήταν χαρακτήρας
Χριστού
[Αγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ὁ τὴν ἀγάπην κεκτημένος οὐδὲν ἀσχημονεῖ,
οὐδὲ ἄτοπον ποιεῖ, οὐδὲ ἀκαίρως λέγει» (PG 90, 964C)].
«Η πνευματική ζωή δεν είναι τραχύτητα. Ο Χριστός είναι λεπτός, ευγενής,
διακριτικός. Όπου υπάρχει αγένεια, απουσιάζει η χάρη.» (Λόγοι Ασκητικοί, τόμ.
Β΄, εκδ. ΙΜΣΠ)
«Η αγάπη βρίσκει τρόπο να εκφρασθεί· μερικές φορές με λόγο, άλλες με
σιωπή,
άλλες με ένα μικρό δώρο που φανερώνει πρόσωπο.» (Ομιλίες Πνευματικής Ζωής,
Σιμωνόπετρα)
Η επιστροφή στα πάτρια δύσκολη. Κεντρικό ζήτημα το εργασιακό. Δεν ήξερε ο
καθένας τον χώρο του, δεν είχαμε κύκλο και με ένα παιδί. Δεν πήγαμε άσχημα. Τα
μεταπτυχιακά ίσως. Μετά από κάποιο καιρό η γυναίκα μου καθηγήτρια στα ΤΕΙ τότε,
εγώ παραδόξως σε διευθυντικές θέσεις υψηλής τεχνολογίες. Η σκέψη μου όμως
αλλού. Η ακαδημαϊκή κατεύθυνση θεωρούσα ότι μου ταιριάζει. Οι δουλειές πήγαιναν
καλά οικονομικά και είχαν αποτέλεσμα στην παραγωγή, πρακτικό. Έχτιζα ένα όνομα.
Όλα δήλωναν ότι αυτό ήταν το πεδίο μου παρότι παράλληλα βρισκόμουνα σε επι
συμβάσει σύνδεση με τον ακαδημαϊκό χώρο. Προσαρμόστηκα σε κάτι που πήγαινε
καλά, αλλά με έτρωγε βαθιά.
Σε κάποια άνοδο στο Όρος είδα τον Γέροντα, τα είπαμε. Φεύγοντας, αφού τον
χαιρέτησα μου είπε «εσύ βρε θα βρεις δουλειά στα σαρανταπέντε σου». Μα αφού έχω
δουλειά σκέφτηκα. Φαίνεται ότι διέβλεπε σοβαρή εξέλιξη στον χώρο μας που σε
κάθε περίπτωση ήταν αναπτυσσόμενος κάθετα, οι ψηφιακές τεχνολογίες. Χάρηκα.
Είχαμε όμως χρόνο μέχρι εκεί. Το ξέχασα.
Συνέχισα να εξελίσσομαι στα ίδια, καταθέτοντας δικαιολογητικά όποτε
προέκυπτε. Μια ρήση στα πανεπιστήμια λέει ότι αν δεν μάθεις την επικείμενη
προκήρυξη «από μέσα», είναι σίγουρο ότι ματαιοπονείς. Έτσι και ήταν. Σε
ανύποπτο χρόνο δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από Αθηναϊκό πανεπιστήμιο, με είχαν
γνωρίσει από τα ψηφιακά. «Θα σε ενδιέφερε, θα προκηρυχθεί μια θέση…», είπαν.
Όχι πολύ αργότερα στο επαρχιακό πανεπιστήμιο όπου έκανα μαθήματα μια φορά την
εβδομάδα, με πλησίασαν λέγοντάς ότι «προκηρύσσεται το μάθημα, να καταθέσεις».
Νομίζω Πάσχα μέσα στη χρονιά και άλλο τηλεφώνημα από νησιωτικό πανεπιστήμιο.
«Έχουμε δύο θέσεις, η μία στο δικό σου προφίλ, πώς το βλέπεις;». Μία από τα
ίδια η σκέψη μου. Προκηρύχθηκαν οι θέσεις κατάθεσα χαρτιά. Παραδόξως
παντού πήγαιναν καλά, συνεντεύξεις, κατ’ ιδίαν επαφές, τα πάντα. Κράτησα τον
νησί. Παραιτήθηκα από τη δουλειά. Σαράντα πέντε χρονών, επίκουρος καθηγητής στο
Βόρειο Αιγαίο. Το προορατικό
χάρισμα είναι δυσκολότερο να κρυφτεί.
Οικογενειακός επαναπρογραμματισμός. Τα πήγαινε έλα στο νησί. Η κόρη στο
δημοτικό. Προσπαθούσαμε καιρό να της κάνουμε αδερφάκι. Δεν λειτουργούσε. Δεν το
συζητούσαμε. Μέναμε στα δεδομένα, πλην όμως το σκεφτόμασταν. Σε μια συνάντηση η
γυναίκα μου το ανάφερε. «Μην ανησυχείς θα γίνει» της είπε. Νόμισε ότι επρόκειτο
για ευχή, από αυτές που λεν για να παρηγορήσουν. Τα συμπτώματα που ακολούθησαν
σύντομα μετά έδειξαν ότι οι λόγοι δεν ήταν απλά παρηγορητικοί. Γεννήθηκε ο
Δημήτριος. Δυσκόλεψαν τα πράγματα ο χρόνος λίγος, οι ανάγκες πλήθυναν. Η
διδακτορική που ετοίμαζε υπό εγκατάλειψη. Χρόνια πριν στο Παρίσι όταν έκανε
ακόμα το μεταπτυχιακό της είπε «θα συνεχίσεις τις σπουδές και θα τα καταφέρεις»
Ευχή το εξέλαβε και τότε. Όμως δεν ήταν μία ευχή, μόνο. Το πήρε, παρά τις
δυσκολίες και οι εξελίξεις ακολούθησαν στα ακαδημαϊκά. Κι’ άλλες φορές λόγια
που θεωρήσαμε «ευχές», ήταν μια ήπια αποκάλυψη του τί έμελλε να ακολουθήσει.
Βλέπαμε συστηματικά τον Γέροντα ώσπου άρχισε να επιβαρύνεται η υγεία του.
Η συνέχεια μέσα στο ίδιο κλίμα της μονής. Ο λόγος του αρχικά έρχονταν από τον
ίδιο, και από τις συνάξεις που είχαμε την τύχη να βρεθούμε, οι ομιλίες του
¨στον κόσμο ¨αλλά και στα βιβλία του που άρχισαν σιγά-σιγά να εκδίδονται
αντιστρόφως ανάλογα με την επιβάρυνση της υγείας του. Στις συνάξεις άπλωνε,
χωρίς να αναφέρεται, την εμπειρία του, όσο το εύρος του πεδίου ομιλίας μεγάλωνε
τόσο μαρτυρούσε την έκταση των εμπειριών του εν Χριστώ. Πολλά από αυτά,
κατάλαβα με τον καιρό, άλλα ακόμα καλύτερα όταν τα βρήκα στα βιβλία και είχα
τον χρόνο να τα μελετήσω.
Συνηθίζεται να λέγεται, ακόμη και οι του μοναστηριού, ότι δεν
έγραψε τίποτα και ότι όλα όσα έχουμε προέρχονται αποκλειστικά από τον προφορικό
του λόγο. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι ούτε πρωτόγνωρο ούτε ιδιότυπο. Το μεγαλύτερο
μέρος της πατερικής γραμματείας καταγράφηκε από ταχυγράφους, σε μια εποχή όπου
η ταχυγραφία αποτελούσε υψηλής εξειδίκευσης επάγγελμα, αυτοί ήταν οι μηχανές
του τότε. Ωστόσο, απαιτείται μια διευκρίνιση ουσίας, το «δεν γράφω» δεν
ταυτίζεται με το «δεν προετοιμάζομαι». Και αν στις συνάξεις η προετοιμασία
μπορούσε να είναι λιγότερο συστηματική, αυτό δεν ίσχυε για τις ομιλίες. Οι ομιλίες του διέθεταν σαφή
αφηγηματική δομή, ξεκινούσαν απλά, ανέπτυσσαν ένα κλιμακούμενο εσωτερικό
κρεσέντο και κατέληγαν σε μια ήπια κατάληξη. Μιλούσε για υψηλά και απαιτητικά
νοήματα, καθιστώντας τα προσιτά μέσα από συμβολισμούς και παραδείγματα.
Σε προσωπική συζήτηση μαζί του, με αφορμή την πτυχιακή μου εργασία στο
πανεπιστήμιο, γραμμένη σε ύφος υπερβολικά τεχνικό, που δεν ικανοποιούσε τους
καθηγητές μου, μου είπε χαρακτηριστικά: «Να γράφεις βρε, ιστορίες, σε όλους
αρέσουν οι ιστορίες». Ήξερε να επικοινωνεί τον λόγο του με εξαιρετική ακρίβεια
και αμεσότητα. Χάρισμα της Χάριτος του Θεού, ασφαλώς, αλλά καρπός προσωπικής
εργασίας και συνειδητής καλλιέργειας επίσης.
Επίσης δεν ήταν όλα όσα έλεγε, διαισθητικά και ζήτημα εμπειρίας, αν και
θα μπορούσε κάλλιστα αλλά και ήταν. Στα βιβλία του, που τώρα μας δίνεται η δυνατότητα να εντρυφήσουμε
καλύτερα, των λόγων του, διακρίνονται καθαρά δείγματα της περαιτέρω παιδείας
και μελέτης και προσωπικής διατριβής. Διατριβής των επιστημονικών πορισμάτων
και ορολογιών, διατριβής των διαφόρων επιστημονικών πεδίων, γνώσης των κλασικών
και των θεωριών τους, γνώσης της συνέχειάς τους και την αξιοποίηση στο πλαίσιο
της χριστιανικής δογματικής και της πατερικής θεολογίας.
Είναι αφελές ότι αυτά που έλεγε, ήταν αυτά που του έρχονταν στο μυαλό.
Του έρχονταν αλλά αφού τα είχε
καλά μελετήσει, τα είχε κάνει κτήμα του. Το τριμερές της ψυχής, όπως
διαμορφώνεται στον Πλάτωνα και αναπροσαρμόζεται θεολογικά από τους Πατέρες,
χρησιμοποιείται συχνά στον λόγο του ο Γέροντας. Το λογιστικό (και νοερό το
αναφέρει), που απαρτίζεται από το τον νου (και βασιλόφρον ή ηγεμονικό το
αναφέρει), μαζί τη διάνοια και τη βούληση, και τα άλλα δύο μέρη της ψυχής το
θυμικό και το επιθυμητικό, είναι μια σκάρα που χρησιμοποιεί ως λειτουργικό
εργαλείο πνευματικής, θεραπευτικής διάγνωσης, όχι ως θεωρία.
Οι ομιλίες του είναι
δουλεμένες όχι μόνο αφηγηματικά, αλλά κυρίως ως προς το περιεχόμενό
τους. Κινούνται μέσα από την Αγιογραφική και την Πατερική γραμματεία, όπως
είναι φυσικό, και επεκτείνονται στους κλασικούς συγγραφείς, όχι για ζητήματα
άμεσα θεολογικά. Χαρακτηριστικά, στην ομιλία του «Πολιτεία των
Χριστιανών» (2010, Ἴνδικτος), διέρχεται τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο
και τους Στωικούς προκειμένου να αναδείξει, διά συγκρίσεως, το στίγμα
ανάμεσα στην ανθρώπινη πολιτεία και την Πολιτεία του Θεού.
Άκουσα τον Γέροντα Ελισαίο να ομολογεί την λύπη του, γιατί σε ¨ένα
συγύρισμα¨ του ηγουμενείου, νέοι όντες, πέταξαν μια ολόκληρη ντουλάπα,
τεκμηρίων, σημειώσεων, πρόχειρων, προσχεδίων ομιλιών του Γέροντα
Αιμιλιανού.
Η έκταση της παιδείας του δεν
περιοριζόταν στα αμιγώς θρησκευτικά. Αντιθέτως, μου προκαλούσε
εύλογη απορία το πώς εντόπιζε στην τρέχουσα «κοσμική» βιβλιογραφία. Βιβλία και
συγγραφείς που μπορούσαν να συνομιλήσουν με την εν Χριστώ παιδεία, να τη
συμπληρώσουν ή να αναζητήσουν τη συνέχειά στην γραμματεία των πατέρων. Όχι σαν
συνέχεια συζήτησης αλλά ως διόραση των αναγκών μου, μου πρότεινε διάφορα. Το
βιβλίο «Η ζωή μετά τον σωματικό θάνατο» του Raymond Moody
(2005), το οποίο μου άνοιξε τον τρόπο θέασης του ανθρώπου μετά τον θάνατο.
Αφορμή να ανακαλύψω την οπτική την θεολογική, στα κείμενα στα του Αγίου
Γρηγορίου του Διαλόγου. Η εξαιρετική γνώση του ευρύτερου φάσματος της
ανθρώπινης σκέψης, τον έκανε να διακρίνει με ακρίβεια τι μπορούσε να αποβεί
επωφελές για τον καθένα, ανεξαρτήτως προέλευσης ή χώρου.
Έκπληξη και οι σχέσεις του.
Από τον Αγά Χάν, «αυτός είναι φίλος μου» μου είπε, ως τους πολύ απλούς όπως κυρ
Δανιήλ Δανιηλίδης ο Μικρασιάτης στην Ορμύλια που του άρεσε να τον ακούει να
αφηγείται ιστορίες.
*
Η τελευταία συνάντηση η κηδεία του στην Ορμύλια. Παλλαϊκή. Όλοι εκεί. Ένα
επιστέγασμα χαράς. Πολύ πρόσφατα ο ίδιος πήρε την πρωτοβουλία. Ήταν χαρούμενος
μαζί μου. Είχε εκείνο το τεράστιο χαμόγελο που γέμιζε τον χώρο όλο. Οι Πατέρες
λεν ότι δεν πρέπει εύκολα να πιστεύουμε σε όνειρα. Θα μου επιτρέψουν… κρατώ
καλά αυτή την επίσκεψη έστω και σαν παρέκκλιση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου