Eλαμψεν ἡ χάρις σου, Κύριε, ἔλαμ ψεν ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν· ιδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ καιρὸς μετανοίας· ἀπωθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φω τὸς ὅπως διαπλεύσαντες τὸ τῆς νηστείας μέγα πέλαγος, εἰς τὴν τριήμερον ἀνάστασιν καταντήσωμεν τοῦ Κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ σώζοντος τὰς ψυχὰς ἡμῶν» (Ἀπὸ τὸν ἑσπερινὸ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς).
Ὁ ὕμνος αὐτός, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἀπὸ τοὺς ὡραίους ὕμνους τοῦ κατανυκτικοῦ ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς. Ὁ ἐμπνευσμένος ποιητὴς ὕμνων τοῦ Τριωδίου, ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ἔνδοξος ἡγούμενος τῆς μονῆς Στουδίου, ὁ ἅγιος καὶ ὁμολογητὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, προκειμένου νὰ προετοιμάσῃ πνευ ματικῶς τοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. χρησιμοποιεῖ στὸν ἀνωτέρω ὕμνο (ἰδιόμελο) τὴν εἰκόνα τῆς θαλάσσης. Παρομοιάζει τὴν περίοδο τῆς νηστείας αὐτῆς πρὸς «μέγα πέλαγος». Ἀλλὰ γιατί ὀνομάζεται μέγα πέλαγος ἡ νηστεία αὐτή;
Ἕνα ταξίδι στὴν ἀρχαία ἐποχή, ὅταν δὲν εἶχε ἀνακαλυφθῆ ὁ ἀτμὸς καὶ τὰ πλοῖα κινοῦνταν μὲ ἱστία, ἕνα ταξίδι στὸ πέλαγος διαρκοῦσε τότε ὄχι 40 ἡμέρες, ἀλλὰ πολλοὺς μῆνες. Συνεπῶς ὄχι τόσο ἐξ ἐπόψεως χρόνου παρομοιάζει τὴ νηστεία μὲ πέλαγος, ἀλλὰ κυρίως ἐξ ἐπόψεως δυσκολίας, τὴν ὁποία προ βάλλει ἡ ἀνθρωπίνη φύσι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς νηστείας. Ἡ νηστεία γιὰ τοὺς πολλοὺς
δὲν εἶνε εὐχάριστη. Ὁ δὲ χρόνος, ὁ ὁποῖος δαπανάται γιὰ κάτι, ποὺ δὲν εἶνε εὐχάριστο, θεωρεῖ ται παρατεταμένος. Κλίνουν τόσο οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὶς σαρκικές ἡ δονὲς καὶ ἀπολαύσεις, ὥστε ἡ νην στεία καὶ μιᾶς ἀκόμη ἡμέρας θεωρείται φορτίο δυσβάστακτο. Οὔτε μία ἡμέρα δὲν θέλουν οἱ πολλοὶ νὰ νηστεύουν. Τετάρτη καὶ Παρασκευή, ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες ἄλλοτε ὅλη ἡ Ἑλλάδα, πλὴν τῶν ἀσθενῶν, νήστευε, οἱ ἂνθρωποι σήμερα δὲν ἐννοοῦν νὰ νηστεύουν. Τὸ κρέας, σπάνια ἄλλοτε τροφή, ἔχει καταντήσει στὰ σπίτια τῶν ἀνθρώπων τοῦ αἰῶνος τούτου τροφή σχεδόν καθημερινή. Επεισόδια δὲ δημιουργοῦνται στὰ σπίτια ἐκ μέρους ἀνδρῶν λαιμάργων, ὅταν δὲν βρίσκουν στὸ τραπέζι τὰ ἐκλεκτά φαγητά, ποὺ παρήγγειλαν. Δυστυχισμένες νοι κοκυρὲς ὑφίστανται ὑβρεολόγιο, καὶ τὸ σπίτι ἀναστατώνεται ἀπὸ τὶς κραυγὲς τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀπαίτησι, οἱ γυναῖκες τους καθημερινῶς ν' ἀσχολοῦνται μὲ τὴν παρασκευή τερψιλαρυγγίων φαγητών. Εἴπατε τώρα σὲ ἕνα τέτοιο γαστρίμαργο, δοῦλο τῆς κοιλίας, ὅτι πρέπει νὰ ὑπακούσῃ στὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ νηστεύσῃ 40 ἡμέρες· νὰ νηστεύσῃ ἀπὸ κρέας καὶ ἀπὸ ἄλλες λιπαρές τροφές. Ὁ Φαγόνδιος, ὅπως όνομάζει τὸν λαίμαργο ὁ ἀείμνηστος συγγραφέας τοῦ «Γεροστάθη», θὰ ἐπαναστατήσῃ κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς τροφῆς. Καὶ ἡ λέξι ἀκόμη «νηστεία», προκαλεῖ σ᾿ αὐτὸν δυσάρεστο αἴσθημα. Γιὰ ἕνα τέτοιο ἄνθρωπο ἡ νηστεία τῶν 40 ἡμερῶν εἶνε ἕνα βάρος δυσβάστακτο, εἶδος καταναγκαστικῆς ἐργασίας, ὅπως ἦταν ἡ ἐργασία τῶν κωπηλατῶν δούλων στὶς γαλέρες. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ροπὴ αὐτὴ πρὸς ἐκλεκτὰ φαγητὰ ὑπάρχει λίγο ἢ πολὺ σὲ όλους σχεδὸν τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἡ σάρκα δὲν παραιτείται εὐκόλως τῶν ἀπαιτήσεών της γιὰ ὑλικὲς ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις, γι' αὐτὸ ἡ περίοδος τῆς νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γιὰ ἀνθρώπους ποὺ φέρουν σάρκα, φαίνεται ὑπερβολικῶς δύσκολη, καὶ μόνον ὅσοι ἔχουν πίστι φλογερή, αὐτοὶ κατορθώνουν μὲ τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκτελοῦν τὴν ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νηστεία. Πιστεύεις; Νήστευσε. Δὲν πιστεύεις; Ὅσα καὶ ἂν σοῦ πῇ κανεὶς γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα καὶ ὠφελιμότητα τῆς νηστείας, δὲν πρόκειται νὰ σὲ πείσῃ. Η σάρκα, ποὺ μένει χωρὶς τὸ χαλινάρι τῆς πίστεως, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, εἶνε «γουρούνι», ποὺ θέλει διαρκῶς νὰ τρώῃ.
Ὅσοι πιστοί, λοιπόν, ἂς ἀκούσουμε τὸν ὑμνωδό, ποὺ μᾶς προτρέπει διὰ τοῦ ἀνωτέρου ὕμνου νὰ διαπλεύσουμε τὸ πέλαγος τῆς νηστείας. Τὸ σῶμα ποὺ νηστεύει μοιάζει μὲ σκάφος, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει βαρύ φορτίο καὶ πλέει ταχύτερα.
Ἀλλὰ γιὰ τὸ ταξίδι αὐτὸ στὸμέγα τῆς νηστείας πέλαγος δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ νηστεία. Χρειάζονται καὶ ἄλλα ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει στὸ ἰδιόμελο ὁ ὑμνωδός. Χρειάζεται μετάνοια εἰλικρινής. Χρειάζονται τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Χρειάζεται προσοχὴ καὶ ἐπαγρύπνησι διαρκὴς καὶ πρὸ παντὸς ὁ ἄνωθεν φωτισμός. Τότε ἡ πορεία τοῦ σκάφους διὰ μέσου τοῦ πελάγους τῆς νηστείας θὰ εἶνε ἀσφαλής, καὶ δὲν θὰ διατρέχῃ τὸ σκάφος τὸν κίνδυνο νὰ πέσῃ στοὺς βράχους καὶ νὰ ναυαγήσῃ πρὶν φθάσῃ στὸ τέρμα. Καὶ τότε τι τὸ ὄφελος τῆς νηστείας;
Στὸ πέλαγος, ποὺ θὰ διαπλεύσουμε, ὑπάρχουν δύο βράχοι, στοὺς ὁποίους ὑπάρχει φόβος νὰ προσκρούσουν καὶ νὰ ναυαγήσουν τὰ πλοιάριά μας. Οἱ δύο αὐτοὶ βράχοι εἶνε ἐπικίνδυνοι, ὅπως ἦταν οἱ βράχοι τῆς ἀρχαίας μυθολογίας, πάνω στοὺς ὁποίους ἐνέδρευαν τὰ φοβερὰ ἐκεῖνα θηρία, ἡ Σκύλλα καὶ ἡ Χάρυβδι. Μόλις ἀπ' αὐτῶν διασώθηκε τὸ πλοῖο τοῦ Οδυσσέως!
Ἀλλὰ ποιοὶ οἱ βράχοι στὸ πνευματικό πέλαγος; Οἱ βράχοι εἰκονίζουν μία πραγματικότητα, τὴν ὁποία αἰσθάνεται κάθε χριστιανός, ποὺ διαπλέει τὸ πέλαγος τῆς ζωῆς. Ὁ ἕνας βράχος εἶνε ἡ ραθυμία. Ὁ ἄλλος βράχος εἶνε ἡ ἀπόγνωσι, ἡ ἀπελπισία. Ραθυμία καὶ ἀπόγνωσι, ὅπως ἀναπτύσσει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, μιλώντας γιὰ τὴ μετάνοια, εἶνε δύο ὀλέθρια κακά, στὰ ὁποῖα κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ ἡ ψυχὴ ποὺ ταξιδεύει πρὸς τὸν οὐρανό.
Θέλετε παράδειγμα ραθυμίας; Εἶνε ὁ Δαβίδ. Ὅταν ἦταν ἔφηβος, πρόσεχε τὸν ἑαυτό του καὶ διετηρεῖτο ἀγνὸς καὶ ἀμόλυντος. Καὶ ἀξιώθηκε μεγάλων δωρεῶν ἀπὸ τὸ Θεό. Ὁ πυρράκης ἐκεῖνος νέος, ὁ ἄγνωστος ποιμένας, τὸ τελευταῖο τέκνο τῆς πολυμελοῦς οίκογενείας τοῦ Ἱεσσαί, ἀνῆλθε στο βασιλικό θρόνο, προκαλώντας τὸ θαυμασμό. Ἀλλ᾿ ὡς βασιλιὰς ραθύμησε, δὲν πρόσεξε δηλαδὴ τὸν ἑαυτό του ὅπως πρῶτα. Οἱ τιμές, οἱ δόξες, τὰ πλούτη καὶ οἱ ἀπο λαύσεις σὰν ἄλλα ὑπνωτικὰ ἔφεραν στὴν ψυχή του νυσταγμό, καὶ σὲ μία στιγμὴ τέτοιου νυσταγμοῦ ἔπεσε στὸ βαρὺ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας. Ραθύμησε καὶ ὕπνωσε σὲ πνευματικὸ θάνατο. Καὶ ἐὰν δὲν ἐρχόταν ὁ Νάθαν ὁ προφήτης γιὰ νὰ τὸν ξυπνήσῃ ἀπὸ τὸν βαρὺ ὕπνο τῆς ραθυμίας, ὁ Δαβὶδ θὰ καταποντιζόταν γιὰ πάντα στὴν ἄβυσσο. «Δεινὸν ἡ ραθυμία»!
Ἄνδρες ὑπέροχοι, ἀσκητὲς καὶ θαυματουργοί, ραθύμησαν καὶ ὑπέστησαν πνευματικό ναυάγιο. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος, ὅσο καὶ ἂν προχωρήσῃ σὲ ὕψη ἀρετῆς, πρέπει νὰ προσέχῃ καὶ νὰ παρακαλῇ τὸ Θεὸ νὰ μὴ νυστάξῃ καὶ ὑπνώσῃ σὲ θάνατο. Ὅπως ὁ πλοίαρχος διασχίζοντας πέλαγος τρικυμιώδες δὲν κοιμᾶται, ἀλλ᾿ ἄγρυπνος μένει πάνω στη γέφυρα καὶ προσέχει, καὶ ἐλαχίστη ἀπροσεξία στὴν κυβέρνησι τοῦ πλοίου ἐνδέχεται νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ναυαγίου, ἔτσι καὶ ὁ χριστιανός, διαπλέοντας ὄχι μόνο τὸ πέλαγος τῆς νηστείας, ἀλλὰ καὶ τὸ πέλαγος ὅλης τῆς ζω ῆς του, πρέπει νὰ προσέχῃ, ὥστε νὰ διατελῇ πάντοτε σὲ ἐγρήγορσι καὶ νὰ διασώζεται ἀπὸ τοὺς παρουσιαζομένους πειρασμούς. Ἂς μὴ λησμονῇ ποτε, ὅτι στὸν βράχο αὐτὸ τῆς ραθυμίας ἔχουν ξοκείλει ἀναρίθμητες ψυχές. «Ὁ δοκῶν ἐστάναι βλεπέτω μὴ πέση», συμβουλεύει ὁ κορυφαίος Παῦλος (Α΄ Κορ. 10:12).
Ἀλλ᾿ ἀκόμη περισσότερο ἐπικίνδυνος εἶνε ὁ ἄλλος βράχος, ποὺ ὀνομάζεται ἀπόγνωσι. Στὸν βράχο αὐτὸ κινδυνεύει νὰ ναυα γήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνου ποὺ ἁμάρτησε, καὶ κατόπιν ἦλθε μὲν σὲ συν αίσθησι τῆς ἁμαρτίας, καταλήφθηκε ὅμως ἀπὸ τὴν ἰδέα, ὅτι τὰ ἁμαρτήματά του δὲν συγχωροῦν ται. Αλλοίμονο, φωνάζει ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτός, δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα σωτηρία! Ὅλα χάθηκαν!
Θέλετε ἕνα παράδειγμα τέτοιας ἀπογνώσεως; Εἶνε ὁ Ἰούδας. Αμάρτησε ἁμαρτία μεγάλη. Πώλησε τὸν Διδάσκαλό του. Ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων πώλησε τὸν Ατίμητο. Ἀλλὰ μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ Διδασκάλου καὶ τὴν καταδίκη σε θάνατο αἰσθάνθηκε τύψεις συνειδήσεως. Μετενόησε. Καὶ ἂν τὴ στιγμὴ ἐκείνη μετέβαινε στὸν Γολγοθὰ καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Ἐσταυρωμένο συγχώρησι, ο Έσταυρωμένος, ἀπέραντος ώκεανὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγγνώμης, θὰ τοῦ ἔδινε συγχώρησι. Δυστυχῶς ὅμως δὲν τὸ ἔπραξε. Καταλήφθηκε ἀπὸ ἀπελπισία. Καὶ «ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. 27: 5).
Ἀλλ᾿ ἂς ἀφήσουμε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ἀθάνατο κήρυκα τῆς μετανοίας, νὰ μιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου: «Τί ἔκανε ὁ διάβολος στην περίπτωσι τοῦ Ιούδα; Μετενόησε ὁ Ἰούδας, διότι εἶπε: "Αμάρτησα μὲ τὸ νὰ παραδώσω ἀθῷο ἄνθρωπο" (Ματθ. 27. 4). Ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ διὰβολος ἀντιλήφθηκε ὅτι ἄρχισε νὰ παίρνῃ τὸν καλὸ δρόμο καὶ νὰ βαδίζῃ πρὸς τὴ σωτηρία, καὶ φοβήθηκε γιὰ τὴν ἀλλαγή. "Έχει φιλάνθρωπο κύριο", σκέφθηκε. "Οταν ἐπρόκειτο νὰ τὸν προδώση, δάκρυσε γι' αὐτὸν καὶ πολὺ τὸν παρακάλεσε· ἀφοῦ μετανοεί, πολὺ περισσότερο δὲν θὰ τὸν δεχθῇ; Ὅταν ἦταν ἀδιόρθωτος, τὸν εἶλκυσε κοντά του καὶ τὸν κάλεσε· δὲν θὰ τὸν προσκαλέσῃ πολὺ περισσότερο, ἀφοῦ διωρθώθηκε καὶ συναισθάνθηκε τὸ ἁμάρτημά του; Ἄλλωστε γι᾿ αὐτὸ ἦλθε νὰ σταυρωθῇ”. Τί ἔκανε λοιπόν; Τὸν φόβισε· τὸν σκότισε μὲ τὴν ὑπερβολική λύπη, τὸν κατεδίωξε, τὸν ἀπομάκρυνε, τὸν ὡδήγησε μέχρι τὴν ἀγχόνη, καὶ τὸν ἐξέβαλε τῆς παρούσης ζωῆς, καὶ τοῦ ἀφαίρεσε τὴν προθυμία, ποὺ πρέπει νὰ συνοδεύῃ τὴ μετάνοια. Ἀπὸ τὴν περίπτωσι τῶν σταυρωτῶν εἶνε φανερὸ ὅτι, ἐὰν ζοῦσε, θὰ σωζόταν καὶ αὐτός· διότι ἐφ' ὅσον ἔσωσε ἐκείνους, ποὺ τὸν ἀνέβασαν στὸ σταυρό, καὶ πάνω στὸ σταυρὸ ἀκόμη εὑρισκόμενος παρακαλοῦσε τὸν Πατέρα, καὶ ζητοῦσε γι' αὐτοὺς νὰ συγχωρηθῇ τὸ τόλμημά τους, εἶνε ὁλοφάνερο ότι καὶ αὐτὸν ποὺ τὸν πρόδωσε, θὰ τὸν δεχόταν μὲ ὅλη τὴν καλὴ διάθεσι, ἂν ἔδειχνε τὴν πρέπουσα μετάνοια· ἀλλ' ἐκεῖνος δὲν θέλησε νὰ ἐπιμείνῃ στὴ λῆψι τοῦ φαρμάκου καὶ “ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ λύπη καταβλήθηκε" (Πρβλ. Β΄ Κορ. 2:7). Αὐτὸ ἀκριβῶς φοβούμενος καὶ ὁ Παῦλος, προτρέπει ἐπειγόντως τοὺς Κορινθίους ν' αρπάξουν ἀπὸ τὸν φάρυγγα τοῦ διαβόλου τὸν ἄνθρωπο. Καὶ γιατί ν᾿ ἀναφέρω τὰ τῶν Κορινθίων; Ἐδῶ ὁ Πέτρος, ἀφοῦ κοινώνησε τὰ (ἄχραν-τα) μυστήρια, ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, καὶ μὲ τὰ δάκρυά του τὰ ἔσβησε ὅλα· ὁ Παῦλος, ἐνῷ ἦταν διώκτης καὶ βλάσφημος καὶ ὑβριστής, καὶ ἐδίωκε ὄχι μόνο τὸν σταυρωθέντα, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς δικούς του, ἐπειδὴ μετενόησε, ἔγινε ἀπόστολος. Διότι ὁ Θεὸς ζητάει μία μικρὴ ἀφορμὴ ἀπὸ δικῆς μας πλευρᾶς, καὶ μᾶς χαρίζει τὴ συγχώρησι πολλῶν ἁμαρτημάτων» (Ε.Π. Migne 49, 282).
Ὁ ἴδιος ἱερὸς πατέρας μιλώντας γιὰ τὰ ὅπλα τοῦ διαβόλου λέει, ὅτι κανένα ἄλλο ὅπλο δὲν εἶνε ἰσχυρότερο κατὰ τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο ἡ ἀπόγνωσι. Δὲν χαίρει ὁ διάβολος τόσο, ὅταν ἁμαρτάνουμε, ὅσο χαίρει, ὅταν ἀπελπιζώμαστε. Διότι ἀπελπιζόμενοι γιὰ τὴ σωτηρία μας, δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ ἐλπίδα νὰ ἐγερθοῦμε, νὰ τὸν πολεμήσουμε ἐκ νέου καὶ νὰ νικήσουμε. Θὰ μείνουμε πτώματα έλεεινὰ καὶ ἀξιοθρήνητα. Γι᾿ αὐτὸ ποτὲ δὲν πρέπει ν' ἀπελπιζώμασθε. Αμάρτησες; Μετανό-ησε. Πρόσελθε στὴν Ἐκκλησία. Ἰατρεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλησία· ὄχι δικαστήριο ποὺ ἀπαιτεῖ εὐθῦνες ἁμαρτημάτων. Παρέχει τὴν ἄφεσι σὲ καθένα, ποὺ θὰ τὴ ζητήσῃ διὰ τοῦ μυστηρίου τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως.
Αγαπητοί μου ἀδελφοί! Ἂς ἀκούσουμε τὴν προτροπὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Ἂς νηστεύουμε καὶ ἂς ἐφοδιαζώμαστε καὶ μὲ τὰ ἄλλα πνευματικὰ ἐφόδια. Ἂς ξεκινήσουμε γιὰ τὸ ταξίδι. Ἂς διαπλεύσουμε «τὸ τῆς νηστείας μέγα πέλαγος». Ας προσέξουμε τοὺς δύο βράχους, τὰ δύο ὀλέθρια κακά, τὴ ραθυμία ἀφ' ἑνός, τὴν ἀπελπισία ἀφ' ἑτέρου. Ἔτσι, ὅπως οἱ φρόνιμες παρθένες, ἀγρυπνώντας, θὰ φθάσουμε, ὅπως ψάλλει τὸ ἰδιόμελο, «εἰς τὴν τριήμερον άνάστασιν τοῦ Κυρίου καὶ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ σώζοντος τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
† ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ Ν. ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ (Μητροπολίτης πρ. Φλωρίνης)
Περιοδικο Ο ΣΤΑΥΡΟΣ, Φεβρουάριος 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου