Σάββατο 8 Απριλίου 2023

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ Φτάνει πια! ΌΧΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ

 


Την ημέρα των Βαΐων ο λαός των Εβραίων υποδέχεται το Χριστό στα Ιεροσόλυμα μέσα σ’ ένα πρωτοφανές παραλήρημα ενθουσιασμού. Γιατί όμως; Διότι νομίζει, ότι ήρθε η ώρα πλέον που σε λίγο ο Χριστός θα γκρεμίσει τα τείχη και θα ανακηρύξει πρωτεύουσα του τότε  κόσμου τα Ιεροσόλυμα. Θα διαλύσει τον ρωμαϊκό στρατό και θα συγκροτήσει τον εβραϊκό. Θα καθαιρέσει τον Καίσαρα και ανακηρυχτεί ο ίδιος αυτοκράτορας.

          Εδώ οι Εβραίοι έκαναν μια τρομερή παρανόηση. Δεν είχαν καταλάβει ότι η «βασιλεία του Θεού ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου» και ότι ο θρόνος του Χριστού δεν θα στηθεί στη Ρώμη , αλλά στο Γολγοθά.

          Δεν είχαν εννοήσει, ότι ο Χριστός δεν ήλθε να κατακτήσει υλικούς τόπους, αλλά τις καρδιές των ανθρώπων. Δεν ήλθε δηλαδή να κάνει επίδειξη δυνάμεως και χρήση βίας, όπως συνήθως συμβαίνει με τις κοσμικές εξουσίες, ταπεινώσεως και ελευθερίας. Τίποτα δεν κατάλαβαν από όλα αυτά. Γι’ αυτό και τον σταύρωσαν.

          Και το δυστύχημα είναι ότι η παρανόηση αυτή συνεχίζεται. Διότι ένα πλήθος ανθρώπων δεν πιστεύουν στο Θεό, γιατί τον βλέπουν έτσι ταπεινό και άσημο, ή γιατί το Ευαγγέλιό του δεν έχει φιλοσοφικές ιδέες  και επιστημονικές θεωρίες. Ακόμη γιατί βλέπουν πως ο Θεός δεν επεμβαίνει να ματαιώσει τους πολέμους, τις αδικίες, τις αρρώστιες και τα τόσα κακά που συμβαίνει πάνω στη γη. Δεν πιστεύουν στο Θεό γιατί κρατάει ένα σταυρό στο χέρι και όχι ένα οπλοπολυβόλο, για   να εξαφανίζει τους αντιπάλους του.

Αλοίμονο όμως αν ο Χριστός ερχόταν  με όλη τη δύναμη  και τη δόξα του πάνω στη γη. Κανένα μας δεν θα  μπορούσε να τη αντέξει. Όλοι θα θαμπωνόμαστε.

Γι’ αυτό αιώνες πριν ο προφήτης του Θεού μας είχε προειδοποιήσει: «Μην φοβηθείς Ιερουσαλήμ γιατί ο βασιλιάς Χριστός δεν θα έρθει με δύναμη για να σε εξοντώσει, αλλά πράος επάνω σ’ ένα γαϊδουράκι για να σε βοηθήσει και να σε σώσει».

Ο Χριστός στην πρώτη του παρουσία ήρθε σαν ένας ελεητής και όχι σαν κριτής. Σαν βοηθός κι όχι σαν τιμωρός.

Ο Χριστός πάνω απ’ όλα, σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου και γι’ αυτό δεν έμεινε πάνω στη γη με εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να μη κάνει να τον ακολουθήσουν από ψυχολογική βία. Προτίμησε να θυσιάσει τη Ζωή του, παρά την ελευθερία του άνθρωπου.

«Τοιούτος ημίν έπρεπε αρχιερεύς». Πράος, ταπεινός, άγιος.

Αν τον κατανοήσουμε θα τον ακολουθούμε.

Αν τον παρανοούμε θα τον σταυρώνουμε.

γ

ΓΛΩΣΣΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…»

 

Η φράση του αποστόλου Παύλου «όσοι {γαρ] εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε» ψάλλεται κατά τις μεγάλες Δεσποτικές εορτές και την εορτή της Πεντηκοστής αντί του Τρισαγίου Ύμνου πριν από το αποστολικό ανάγνωσμα τη θείας Λειτουργίας.

          Για μια κατανόηση της φράσης, σημειώνουμε ότι το ρήμα «βαπτίζω» προέρχεται από το ρήμα «βάπτω», που σημαίνει «βυθίζω». Η σύνδεση μεταξύ του «βάπτω/βάφω» και του «βαπτίζω» είναι εντυπωσιακή, καθώς σε πρώτη θέαση μοιάζει χωρίς νόημα. Αν όμως  λάβουμε υπόψη μας τον τρόπο με τον οποίο γινόταν στην αρχαιότητα η βαφή φορητών αντικειμένων (δηλαδή το ότι τα προς βαφή αντικείμενα βυθιζόταν σε νερό στο οποίο είχαν διαλυθεί φυσικές χρωστικές ουσίες, οπότε μετά την ανάδυσή τους τα αντικείμενα έφεραν πλέον το ανάλογο χρώμα που είχε διαλυθεί στο νερό), τότε η σύνδεση των δύο ρημάτων γίνεται κατανοητή.

          Επομένως σύμφωνα με την παύλεια φράση, όποιος έχει βαπτισθεί στον Χριστό (στο όνομα του Χριστού), έχει ενδυθεί/ντυθεί τον Χριστό. Η ένδυση βέβαια του ανθρώπου με τον Χριστό δεν είναι μια απλή ένδυση, όπως συμβαίνει με οποιοδήποτε φθαρτό ρούχο.

          Είναι ανεξίτηλη, όπως ανεξίτηλο είναι το χρώμα μετά τη διαδικασία της βαφής που αναφέραμε πιο πριν. Και όχι μόνο αυτό. Η ένδυση του ανθρώπου με τον Χριστό παραπέμπει ευθέως στη γυμνότητα του Αδάμ, όπως ρητά αναφέρεται στον «Οίκο» πριν το Συναξάρι του Όρθρου των Θεοφανείων: «οι εξ Αδάμ γυμνοί, δεύτε πάντες υποδύωμεν αυτόν, ίνα θαλθώμεν» [οι γυμνοί απόγονοι του Αδάμ, ελάτε όλοι να τον ενδυθούμε, για να ζεσταθούμε / να νιώσουμε θαλπωρή»}.

          Αμέσως μετά, κλείνει ο «Οίκος» με την εξής φράση: «Σκέπη γαρ γυμνών, και αίγλη εσκοτισμένων, ήλθες εφάνης το Φως το απροσιτον» [«Διότι σκέπη/σκέπασμα των γυμνών και λαμπρότητα των σκοτεινιασμένων, ήλθες, φάνηκες (εσύ που είσαι) το απρόσιτο Φως].

          Ανδρέας Μοράτος, «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ» τ. 1116 

Παρασκευή 7 Απριλίου 2023

«Πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι»

 


«Ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι.» Ο λόγος αυτός δεν είναι ενός απλού ανθρώπου, αλλά του Θεανθρώπου. Μόνον Εκείνος, «ο ετάζων νεφρούς και καρδίας» είναι σε θέση να γνωρίζη την πνευματική κατάσταση του κάθε ανθρώπου. Και επειδή διαπιστώνει ότι όλοι μας, λίγο – πολύ χωλαίνουμε στα πνευματικά θέματα, μας «προκαλεί» τουλάχιστον να το παραδεχτούμε.

Αυτό κάνει και με τον πατέρα του δαιμονισμένου νέου του Ευαγγελίου (Μαρκ. θ’ 17-31). Ως σοφός παιδαγωγός και άριστος καρδιογνώστης Τον καλεί διακριτικά να παραδεχθή ότι για το προσωπικό και οικογενειακό του μαρτύριο ευθύνεται (και) η ανεπαρκής του πίστη.

Ο ταλαίπωρος πατέρας, αφού έχει εξαντλήσει κάθε ανθρώπινη προσπάθεια για την θεραπεία του παιδιού του και δεν έχει λάβει από πουθενά βοήθεια, απευθύνεται τελευταία και στον Χριστό, χωρίς στο βάθος να πιστεύη ότι Εκείνος μπορεί να τον βοηθήση: «ει τι δύνασαι», του λέει, εάν μπορής εσύ να κάνης κάτι, ενώ δεν μπόρεσαν όλοι οι προηγούμενοι, ούτε και οι ίδιοι σου οι μαθητές! (Μαρκ, θ’ 19).

Και τότε ο Χριστός του αντιλέγει: «ει δύνασαι πιστεύσαι», που ισοδυναμεί με το «παραδέξου ότι δεν έχεις άλλα μέσα σωτηρίας, ούτε καν την πίστη σου, και τότε θα λυτρωθής». Πράγματι, ο προσεγμένος λόγος του Κυρίου άγγιξε την πονεμένη ψυχή του βασανισμένου πατέρα, ο οποίος συντετριμμένος ομολογεί: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία».

Με την φράση αυτήν συντελείται ήδη το πρώτο μέρος του θαύματος. Έχει ανοίξει ο δρόμος, για να ολοκληρωθή η θεραπεία και του άλλου αρρώστου μέλους της οικογενείας, του δαιμονισμένου υιού. Εάν ο πατέρας δεν έκανε το πρώτο βήμα να ζητήση βοήθεια για την δική του ασθένεια, την απιστία, δεν θα μπορούσε να προχωρήση και να ολοκληρωθή η θεραπεία της οικογενείας, διότι κατ’ ουσίαν η θεική ενέργεια αποτελεί θεραπεία όλης της αρρωστημένης οικογενείας. Είναι πραγματικά συγκλονιστική η έκκληση του πατέρα. Δεν ζητάει βοήθεια αποκλειστικά για τον ίδιο («βοήθει μου τη απιστία»), ούτε μόνον για το βασανισμένο παιδί του, αλλά εκλιπαρεί: «βοήθησον ημίν, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς».

Αλήθεια, πόσο ψυχικό σθένος χρειάζεται, για να παραδεχθή κανείς την κατ’ ουσίαν απόλυτη αδυναμία του μπροστά στην «δύναμη» της αμαρτίας. Χρειάζεται να βασανιστή πρώτα αρκετά, να αναμετρηθή με το εγώ του, να ξοδέψη την περιουσία του, να παρακαλέση, να ταπεινωθή, όπως ο πατέρας του δαιμονισμένου του Ευαγγελίου, για να φτάση να ζητήση την ύστατη βοήθεια από τον μόνο ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Εκείνος φροντίζει να θεραπεύση όχι μόνον το άρρωστο πρόσωπο αλλά και το αρρωστημένο περιβάλλον, που επηρεάζεται από την αρρώστεια του επιμέρους προσώπου η και ευθύνεται γι’ αυτήν! Γνωρίζει ο θεραπευτής μας Χριστός ότι δεν αρκεί να εκβάλλη απλώς το όποιο δαιμόνιο, χρειάζεται να δημιουργήση και ένα νέο υγιές περιβάλλον, που θα αποτρέψη στο εξής την ασθένεια.

Πως θα μπορέση όμως ο υποκείμενος στον νόμο της φθοράς και της αμαρτίας μεταπτωτικός άνθρωπος να μην ξανακυλίση στην ασθένεια; Η απάντηση δίνεται στο Ευαγγέλιο. Όταν το δαιμόνιο διατάχθηκε και βγήκε από το άρρωστο παιδί, τον άφησε «ωσεί νεκρό, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανε». Έτσι και το κάθε λογής δαιμόνιο, η κάθε κακή επενέργεια, η κάθε παρέκκλιση από το ορθό -αυτό δηλώνει η αμαρτία- απονεκρώνει τον άνθρωπο, τον εξοντώνει ψυχικά, σωματικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανασηκωθή χωρίς βοήθεια. «Ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν, και ανέστη».

Χρειαζόμαστε, επομένως, το χέρι του Χριστού, ενός που είναι ήδη αναστημένος (άνω στημένος), για να μας βοηθήση να σηκωθούμε και εμείς, όπως και ο δαιμονισμένος νέος. Χρειαζόμαστε την βοήθεια ενός δυνατώτερου από εμάς, που δεν μπορεί απλώς να μας ανασηκώση, αλλά και να μας στήση γερά στα πόδια μας, ώστε να μην ξαναπέσωμε.

Αυτό μόνον ο αναστημένος Χριστός μπορεί να το πετύχη, διότι είναι ο ανακαινισμένος πρώτος πολίτης «της νέας κτίσεως», που δεν υπάγεται πλέον στους νόμους της φθοράς και της διαφθοράς, στην οποία καλούμαστε να ζήσωμε και εμείς. Εκτός, όμως, από την πίστη μας σε Εκείνον, απαιτείται και η δική μας προσωπική προσπάθεια, με την προσευχή, την νηστεία, σωματική και πνευματική, και τα άλλα σωτηριώδη μέσα της Εκκλησίας μας, την ταπείνωση, την εξομολόγηση, την μετάνοια, την θεία κοινωνία, ώστε να προασπιζώμαστε από τις επιθέσεις των δαιμόνων της αμαρτίας, που δεν θα πάψουν ποτέ, όσο ζούμε, να μας βάλλουν.

Η ζωή του ανθρώπου είναι μια βαθμιαία ανάβαση στο στάδιο των αρετών, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, που τιμά η Εκκλησία μας την Δ’ Κυριακή των Νηστειών. Η αποβολή των παθών χρειάζεται να συνοδεύεται από την εγκατάσταση αντίστοιχων αρετών, ώστε ο άνθρωπος να μην μένη ανοχύρωτος και να καταλαμβάνεται πάλι από τα πάθη που είναι, κατά τον Άγιο Ιωάννη, «φιλεπίστροφα». Ο συνεχής αγώνας καταξιώνει τον άνθρωπο, ασχέτως εάν κατακτήση η όχι την κορυφή των αρετών, την τελεία αγάπη, που είναι η αρετή του Θεού και των «χαριτωμένων» Αγίων Του.

Ας συνεχίσωμε, επομένως, την αγωνιστική μας προσπάθεια, με την βεβαιότητα ότι ο «τελειωτής» Χριστός μας είναι διαρκώς στο πλευρό μας και μας ενισχύη στον «καλόν αγώνα», που έχει ως στόχο και την δική μας τελείωση, την ανάστασή μας, όπως και την συνανάσταση όλου του ανθρωπίνου γένους! Ο Θεός να δώση!

 «Πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι» | Πεμπτουσία (pemptousia.gr)

Πέμπτη 6 Απριλίου 2023

Ο ΒΙΒΛΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ «Η ευσέβεια προς πάντα ωφέλιμος έστιν, επαγγελίαν έχουσα ζωής της νυν και της μελλούσης» (Α΄ Τιμοθ. 4, 8).

 


Πολλοί νομίζουν, ότι η χριστιανική θρησκεία ενδιαφέρεται μόνο για την μέλλουσα ζωή και αδιαφορεί για τη επίγεια. Και όμως ο Απόστολος Παύλος διδάσκει, ότι η ευσέβεια που φανερώνεται με την πίστη στον Θεό και την υπακοή στις εντολές Του, είναι ωφέλιμος και χρήσιμος από κάθε έποψη. Υπόσχεται στον άνθρωπο αγαθά όχι μόνο στη ζωή της αιωνιότητας, αλλά και στην παρούσα ζωή.

          Και πράγματι, τα καλύτερα εφόδια για την επίγεια ζωή τα δίνει η πίστη και η αγάπη στον Θεό, ο βίος της αρετής. Στο βίο αυτό ο Χριστιανός βρίσκει όχι μόνο την προστασία του Θεού, αλλά, αλλά και την εκτίμηση και τη συμπάθεια των ανθρώπων. Έχει κατά κανόνα τους ευνοϊκότερους όρους για την ειρηνική συνεργασία με τους άλλους και για την επιτυχία του στην κοινωνική ζωή. Η ευσέβεια δίνει τις ωραιότερες εμπνεύσεις και τα καλύτερα μαθήματα στον χριστιανό, ώστε να είναι πάντοτε ειρηνικός και ευχαριστημένος στον αγώνα της ζωής.

          Γ.

Ένα αλλιώτικο ξενύχτι στις διακοπές

 


Ένα από τα χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο οι νέοι περνούν το καλοκαίρι τους είναι και το ξενύχτι. Έχοντας τελειώσει τα μαθήματά τους στο σχολείο ή στο πανεπιστήμιο, στον τόπο της κατοικίας ή στον τόπο των διακοπών, θα βγούνε έξω   να πιούνε το ποτό τους, να ακούσουν μουσική, να μοιραστούν ώρες με την παρέα τους ή με τους έρωτές τους ή θα περάσουν τον χρόνο τους στο διαδίκτυο, αναρτώντας, κουβεντιάζοντας, πειράζοντας, φλερτάροντας.

          Το ξενύχτι μαρτυρεί τάση ελευθερίας. Είναι η βάση της μοντέρνας διασκέδασης. Οι διαπροσωπικές σχέσεις δεν είναι για την μέρα, αλλά για την νύχτα. Οι μεγάλοι, οι «γέροι» κοιμούνται. Ο νέος έχει όρεξη και δυνάμεις. Γι’ αυτό και αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού του χρόνου. Η μέρα είναι για την εργασία. Η νύχτα είναι για την ευχαρίστηση. Ακόμη κι αν ανησυχούν οι γονείς, οι νέοι δεν κάνουν πίσω. Εξ άλλου τα μαγαζιά, όπου διασκεδάζουν, είναι «της νύχτας». Αλλά και οι μικρότεροι το έχουν σε κακό  να κοιμηθούν νωρίς. Αφού δεν έχουν κάτι άλλο   να κάνουν, μπορούν να περάσουν τον καιρό τους ασχολούμενοι με το κινητό ή τον υπολογιστή τους. Η ημέρα μπορεί  χαλαρά να ξεκινήσει το μεσημέρι, αφού ξεκουραστούν από το ξενύχτι.

          Οι Πατέρες της Εκκλησίας θεωρούν την νύχτα πεδίο πνευματικού αγώνα. Όταν όλοι οι άνθρωποι ξεκουράζονται από τον κάματο της ημέρας οι ασκητές και οι μοναχοί, κυρίως, αγρυπνούν. Ορθρίζουν εν  τω μέσω της νυκτός,  προσεύχονται κάνοντας τον κανόνα τους όχι μόνο για τους εαυτούς τους, αλλά για όλο τον κόσμο. Ενώ πολλοί παρεκτρέπονται την νύχτα, απομακρυσμένοι από τον νόμο του Θεού, υπάρχουν και εκείνοι που διαλέγουν να αφήσουν πίσω την ξεκούρασή τους, και να παλέψουν για την αγάπη. Μπορεί ο κόσμος να αδιαφορεί γι’ αυτούς ή να γελά μαζί τους, όμως αυτοί τον αγαπούνε. Και εκφράζοντας με τον πιο ζεστό τρόπο: παρακαλούν τον Θεό γι’ αυτούς, με όλο του το είναι.

          Στις πόλεις, ιδίως τον χειμώνα, παραμονές μεγάλων δεορτών, κάποιες ενορίες διοργανώνουν μικρές αγρυπνίες. Πολλοί άνθρωποι, ιδίως εργαζόμενοι, εκκλησιάζονται. Νιώθουν έτσι κοντά στους μοναχούς και τους ασκητές, αλλά και αισθάνονται ότι μπορούν να γαληνέψει η ψυχή τους.

          Το παρήγορο είναι ότι αρκετοί νέοι συμμετέχουν στις αγρυπνίες. Αισθάνονται ότι αυτές είναι ένας διαφορετικός τρόπος θέασης της ζωής και του κόσμου. Και βρίσκουν ταυτότητα στις ενορίες και στα μοναστήρια, όταν αυτά είναι προσπελάσιμα, ζώντας περισσότερο τον Θεό. Δεν είναι αυτάρκεια αυτή η στάση, ούτε μόδα. Είναι επιλογή. Ούτε είναι αφορμή για κατάκριση των άλλων, των πολλών, που ξαγρυπνούν για   να διασκεδάσουν. Απλώς αποτελεί έκφραση μιας άλλης αντίληψης για την ζωή.

          Η Εκκλησία, ιδίως το καλοκαίρι, θα ήταν καλό να εξετάσει την επέκταση των βραδινών λειτουργιών, πέρα από σχολαστικισμούς. Είναι μία ευκαιρία να δείξει ότι η σχέση με τον Θεό, εκτός από λυτρωτική, είναι επαναστατική. Το ξενύχτι χάριν της αγάπης και όχι της διασκέδασης αλλάζει τον τρόπο των διακοπών. Κοπιάζουμε για τον Θεό και συναντιόμαστε στην Εκκλησία. Εκεί που πλεονάζει η αμαρτία τελικά, υπερπερισεύει η χάρις!

          Πρωτ. Θεμ. ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΥ

Τετάρτη 5 Απριλίου 2023

Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ

 


Το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα του Μαρτίου, που προσέλαβε διαστάσεις εθνικής τραγωδίας, άφησε πίσω πολλούς  να παλεύουν να αναλογισθούν τις ευθύνες τους ή ….να προσπαθούν να κρυφθούν από αυτές….. Ξεχώρισε  όμως η συγγνώμη καθηγητή στο ΑΠΘ της 24χρονης Αναστασίας από την Πάφο.

          Ο εν λόγω καθηγητής ξεκίνησε λέγοντας ότι δεν θυμόταν, αν είχε ποτέ επιπλήξει τη φοιτήτριά του, τι βαθμό της είχε βάλει, αν της είχε φωνάξει κάποτε. Το μόνο που ήθελε  να πει ήταν μια συγγνώμη. Και διευκρίνιζε: «Όχι για όσα ανέφερα παραπάνω, αυτά αν τα έκανα, ορθώς τα έκανα, ακόμη κι αν σε στεναχώρησαν στιγμιαία». Αλλά τότε, προς τι η συγγνώμη; Έσπευδε να εξηγήσει: «Επειδή   επιτρέψαμε στις κακές νοοτροπίες να περάσουν και να διαβάλλουν και τη δική σας γενιά. Επειδή ενταχθήκαμε σ’ ένα σύστημα όπου το βύσμα και ο ανάξιος επιπλέει σε σχέση με τον άξιο που όμως δεν τον ξέρουν οι «σωστοί άνθρωποι στις σωστές θέσεις».

          Επειδή τα όνειρα και τα ιδανικά μας πήραν χρώμα και κρύφτηκαν πίσω από κομματικά, συντεχνιακά, ατομικά και δεν ξέρω τι άλλα συμφέροντα. Επειδή σταματήσαμε να βλέπουμε και πήγαμε εκεί που βλέπαμε».

          Χρειάζεται ίσως μια τραγωδία, για να αναλογισθούμε τις ευθύνες μας. αλλά είναι  ίσως ακόμα μεγαλύτερη τραγωδία, όταν επιλέγουμε, όπως συστηματικά επιλέγουμε, να κρυβόμαστε από αυτές.

          «ΖΩΗ», τ. 4377

To Πάσχα τοῦ Μεχμὲτ Μπέη (κρυφὸς χριστιανὸς). Μιὰ συγκλονιστικὴ ἱστορία μὲ κρυπτοχριστιανοὺς!

 


Ἀπὸ τὸ Ἀναγνωστικό τῆς Στ' Δημοτικοῦ τοῦ 1947

Εἶναι τρεῖς ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα καὶ σπάνιοι οἱ διαβάτες στὸ δρόμο. Εἶναι οἱ τελευταῖοι ποὺ γυρίζουν ἀπὸ τὴν πρώτη Ἀνάσταση καὶ πηγαίνουν βιαστικοὶ στὰ σπίτια τους. Σὲ λίγο τίποτε πιὰ δὲν ἀκούεται καὶ νεκρικὴ σιγὴ βασιλεύει σ’ ὅλη τὴν τουρκική συνοικία τοῦ Ἡρακλείου. Ξαφνικά, ἀνοίγει ἀθόρυβα ἡ αὐλόπορτα ἑνὸς μεγάλου σπιτιοῦ καὶ προβάλλει ἀνθρώπινο...

κεφάλι. Γυρίζει δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ παρατηρεῖ μὲ προσοχὴ μέσα στὰ σκοτάδι. Τραβιέται μέσα καὶ πάλι ξαναφαίνεται καὶ κοιτάζει μὲ προσοχή.

-Ἐλᾶτε, δὲν εἶναι κανένας, ἀκούεται χαμηλὴ φωνή. 

Τρεῖς σκιές, ἡ μιὰ μεγάλη καὶ οἱ δύο μικρότερες, βγήκανε στὸ δρόμο. 

-Πᾶμε γρήγορα, ψιθύρισε ὁ ψηλὸς ἄντρας πᾶμε γρήγορα, γιατί ἀργήσαμε καὶ θὰ μᾶς περιμένει. Σκέπασε τὸ πρόσωπο μὲ τὸ μαντήλι σου, Ἑσμέ! Ρεσίτ, δός μου τὸ χέρι σου! 

Περπατούσανε κι οἱ τρεῖς σιωπηλοὶ στὸ σκοτάδι. Μόλις ὅμως ἔστριψαν τὸ στενὸ σοκάκι, βρήκανε μιὰ γριά, ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι της ἀναμμένη λαμπάδα. Περπατοῦσε μὲ κόπο, γιατί ἦταν πολὺ γριά. Καὶ φρόντιζε μὲ τὸ ἀδειανὸ χέρι νὰ προφυλάξει τὴ λαμπάδα της ἀπὸ τὸν ἀέρα, γιὰ νὰ φέρει στὸ σπίτι τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιά. Ὅταν εἶδαν τὸ φῶς τῆς λαμπάδας οἱ τρεῖς νυχτερινοὶ διαβάτες, γύρισαν ἀλλοῦ το κεφάλι τους, γιὰ νὰ μὴν γνωριστοῦν. Τοῦ κάκου ὅμως. Ἡ γριὰ σήκωσε τὴ λαμπάδα της καὶ τοὺς φώτισε.

-Πολλά τά ἔτη σας, Μεχμὲτ Μπέη! εἶπε ἡ γριά.

-Καλημέρα, κυρά, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, καὶ τοῦ χρόνου! Καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του.

Ἡ γριὰ τοὺς κοίταξε ἀπὸ κοντά, ὥσπου τοὺς ἔχασε ἀπὸ τὰ μάτια της.

«Περίεργο πράγμα!» εἶπε μὲ τὸ νοῦ της. «Ποῦ νὰ πᾶνε τέτοια ὥρα ὁ Μεχμὲτ μπέης μὲ τὴ χανούμισα καὶ τὸ γιό του; Χριστέ μου, δὲν κάνεις τὸ θάμα σου νὰ γλιτώσουν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ ἕναν Τοῦρκο;»

Βυθισμένη στὸ σκοτάδι ἦταν καὶ ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Ἐδῶ καὶ λίγη ὥρα, χιλιάδες κεριῶν τὴ φώτιζαν χιλιάδες Χριστιανῶν στὴν αὐλὴ της ἔψαλλαν χαρμόσυνα τό «Χριστὸς Ἀνέστη». Τώρα ἔμεινε μόνο τό ἄρωμα τοῦ λιβανιοῦ καὶ τῶν κεριῶν. Καὶ μόνο τό καντήλι, ποὺ ἔκαιε μπροστὰ στὴν ἀσημένια εἰκόνα τῆς Παναγίας, θαμπόφεγγε. Παντοῦ βασίλευε ἀπόλυτη σιγή.

Δύο χτύποι ἀκούστηκαν στὴν ἐξώθυρα. Ἀπὸ ἕνα στασίδι σηκώνεται κάποιος καὶ τρέχει ν’ ἀνοίξει ἦταν ὁ παπὰς τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Οἱ τρεῖς νυχτερινοὶ διαβάτες μπαίνουν ἀθόρυβα στὴν ἐκκλησία καὶ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ παπᾶ. Σφαλίζουν καλὰ τὴν πόρτα, προχωροῦν εὐλαβικὰ στὸ εἰκονοστάσι, γονατίζουν καὶ κάνουν τὸ σταυρό τους. Ὁ παπα-Γρηγόρης μπαίνει ἀπὸ τὴ δεξιὰ πόρτα στὸ ἱερό, ἀνοίγει τὴν Ὡραία Πύλη καὶ λέει στὸ μικρότερο ἀπὸ τοὺς τρεῖς:

-Ἔλα, παιδί μου, νὰ μὲ βοηθήσεις! Καὶ τοῦ δίνει μιὰ μικρὴ λαμπάδα, ποὺ τὴν ἄναψε ἀπὸ τὸ ἀκοίμητο φῶς, ποὺ εἶναι πάνω στὴν Ἅγια Τράπεζα.

Ὁ παπα-Γρηγόρης φόρεσε τὸ χρυσοκέντητο πετραχήλι του, πῆρε μὲ βαθὺ σεβασμὸ τὸ Δισκοπότηρο καὶ πλησίασε στὴν Ὡραία Πύλη. Μπροστά του στέκεται τὸ συμπαθητικὸ τουρκόπαιδο, ὠχρό, συγκινημένο, μὲ τὴ λαμπάδα στὸ χέρι.

-Πλησιάστε, εἶπε ὁ παπὰς στοὺς ἄλλους δύο.

Πρῶτα πλησίασε ἡ γυναίκα, τριάντα ἕως τριανταπέντε χρονῶν. Ἦταν ὠχρὴ καὶ βαθιὰ συγκινημένη. Τὴ στιγμὴ ποὺ ἀνέβαινε τὰ σκαλοπάτια τοῦ ἱεροῦ, χρειάστηκε νὰ τὴν ὑποστηρίξει ὁ Μεχμὲτ μπέης, γιὰ νὰ μὴν πέσει. Τὰ μεγάλα μαῦρα μάτια της ἦταν δακρυσμένα.

- «Μεταλαμβάνει ἡ δούλη τοῦ Θεοῦ Μαρία, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», εἶπε ὁ παπὰς μ’ ἐπισημότητα καὶ τῆς ἔδωσε τὴν Ἅγια Μετάληψη.

Δύο μεγάλα δάκρυα κύλησαν στὸ πρόσωπο τῆς σεμνῆς ἐκείνης γυναίκας κι ἀκούστηκε νὰ ψιθυρίζει: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθης ἐν τῇ Βασιλεία σου».

Πῆρε ἔπειτα ἡ γυναίκα τὴ λαμπάδα στὸ χέρι της καί πλησίασε τὸ παιδί.

- «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Νικόλαος»· ἐπανάλαβε ὁ παπάς, κοιτάζοντας στοργικά το συμπαθητικὸ παιδί.

Τώρα ἦρθε ἡ σειρὰ τοῦ Μεχμέτ. Ἀνεβαίνει μὲ θάρρος καὶ πλησιάζει τὸν παπά. Τὸ φῶς τῆς λαμπάδας τρέμει, γιατί τρέμουνε καὶ τὰ χέρια τῆς Μαρίας.

- «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἐμμανουήλ, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», λέει γιὰ τρίτη φορὰ ὁ παπάς, δακρύζοντας τώρα κι αὐτός.

- Ἀμήν. Εἶπε μὲ βαθιὰ φωνὴ ὁ μυστικὸς Χριστιανός.

Σὲ λίγα λεπτὰ οἱ τρεῖς σκιὲς χάνονται καὶ πάλι στοὺς σκοτεινοὺς δρόμους τοῦ Ἡρακλείου καὶ βιαστικὰ γυρίζουν στὸ σπίτι τους. Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲ βρέθηκε καμιὰ γριὰ στὸ δρόμο νὰ τοὺς γνωρίσει μὲ τὸ φῶς τῆς λαμπάδας καὶ νὰ ξαναπεῖ:

- Θεέ μου, δὲν κάνεις τὸ θάμα σου, γιὰ νὰ σωθοῦν ἀπὸ ἕναν κακὸ Τοῦρκο οἱ Χριστιανοί;

Μόνο ὁ παπα-Γρηγόρης ἤξερε, ὅτι ὁ Μεχμὲτ μπέης ἤτανε Χριστιανός, πιὸ πολὺ πιστὸς ἀπὸ πολλούς, ποὺ λέγονται μονάχα Χριστιανοί.