Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Ὀδυσσέας

 

Ἐπίμετρο μεταγενέστερο καὶ πάντως ἀφηγηματικὸ

Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅλος δυὸ μάτια! Δυὸ μάτια γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν συναντῶ στὴν προκυμαία, στὸ ἀεροδρόμιο, στὴν ἀποβάθρα τοῦ τραίνου. Εἶναι πάντα μόνος ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ πηγαινοέρχεται ἀδιάκοπα.  Τὰ πλοῖα, τὰ τραῖνα, τ’ ἀεροπλάνα ἔρχονται καὶ φεύγουν γεμάτα ἀνθρώπους, ἀνθρώπους ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, φορτωμένους πολύχρωμα, πολυταξιδεμένα μπαγκάζια.  Ὅμως αὐτὸς εἶναι πάντα σ’ αὐτοὺς ποὺ ἀπομένουν. Κι εἶναι τόση ἡ νοσταλγία στὰ μάτια του, ποὺ δὲν μοῦ χρειάζεται ἄλλη σύσταση γιὰ νὰ τὸν γνωρίσω.  Ὅποια στιγμὴ θέλω, θὰ βγάλω τὸ καπέλλο μου καὶ θὰ τοῦ χαμογελάσω φιλικά. — Σᾶς ξέρω, θὰ πῶ, εἴσαστε ὁ Ὀδυσσέας...  Δὲν θὰ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθῆ, εἶναι ἕνας θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας.

Ἀπόψε λοιπὸν μὲ τὸ σούρουπο ὁ Ὀδυσσέας μου περπατάει στὸ δρόμο. Περπατάει στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου σκυφτός, λίγο κουρασμένος, μὲ τοὺς ὤμους κυρτούς. Ἴσως ἔρχεται ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο, τὴν προκυμαία, ἢ τὸ σταθμό.  Εἶδε τ’ ἀεροπλάνα, τὰ πλοῖα ἢ τὰ τραῖνα νὰ φεύγουν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, γεμάτα βιαστικοὺς κι ἀδιάφορους ἀνθρώπους. Ἔτσι δείχνουν πάντα οἱ ἄνθρωποι στὶς ἀποβάθρες, στ’ ἀεροδρόμια καὶ στὶς προκυμαῖες, πάντοτε βιαστικοὶ κι ἀδιάφοροι, σὰ νἆναι τὸ ταξίδι τὸ τελευταῖο ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ τοὺς ἐνδιαφέρουν, Ἴσως καὶ νἆναι ἔτσι στ’ ἀλήθεια, νὰ μὴ τοὺς ἐνδιαφέρη τὸ ταξίδι, φαίνεται πὼς εἶναι σπάνιο στὶς μέρες μας νὰ βρῆς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ταξιδεύει γιὰ νὰ ζήση, ἕνα πραγματικὸ Ὀδυσσέα.  Ἀπ’ ὅσο ξέρω, σήμερα τὸ πιὸ πολὺ ταξιδεύουν οἱ ἔμποροι, ἐμπορικοὶ ἀντιπρόσωποι κι ἐπιχειρηματίες, πάντα νευρικοὶ κι ἀνυπόμονοι, φορτωμένοι φροντίδες, μὲ τὄνα μάτι στὸ ρολόι τους καὶ τ’ ἄλλο στὴν ὥρα τῆς ἀναχώρησης, μὲ τσάντες φουσκωμένες καὶ κλειδωμένες καλά.  Βέβαια, ξέρω πὼς ταξιδεύουν κι οἱ τουρίστες, μὰ αὐτοὶ εἶναι γέροι οἱ πιὸ πολλοί, ἀσπρουλοὶ καὶ ζαρωμένοι, ἔχουνε ζήσει τὴ ζωή τους κι ἄφησαν τὸ ταξίδι γιὰ ὑστερόγραφο.  Ὅσο γιὰ μερικοὺς ἐπιστήμονες ἢ καὶ ἱερωμένους, ποὺ τοὺς βρίσκετε νὰ πηγαίνουν γιὰ συνέδρια καὶ συναντήσεις διεθνεῖς, ἔχουν τόσο κομπασμὸ γιὰ τὴν τιμὴ ποὺ τοὺς γίνεται, ὥστε δὲν μένει περιθώριο γιὰ τὴν ταξιδιωτικὴ εὐαισθησία ποὺ λέγαμε.

Ἴσως γι’ αὐτὸ εἶναι μοναδικὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, αὐτὸς ὁ θλιβερός, ἀταξίδευτος Ὀδυσσέας μου, μὲ τὰ μάτια πάντα γεμάτα Λαιστρυγόνες, Κύκλωπες, Φαίακες, γεμάτα δρόμους, ἀτέλειωτους δρόμους. Τὸν βλέπω καὶ πάλι ἀπόψε ποὺ περπατάει στὸ δρόμο μὲ τὸ σούρουπο.  Εἶπα, ὅτι εἶναι ψηλός, λίγο κυρτὸς καὶ συνήθως κουρασμένος. Παρατηρῶ τὴ σκιά του ποὺ προπορεύεται, κατεβαίνει στὰ ὑπόγεια, ἀνεβαίνει στὰ σκαλοπάτια, κυματίζει στὰ ρείθρα τοῦ δρόμου κι ὁ ἄνθρωπος ἀκολουθάει σκυφτός, μὲ ἀργό, σερνάμενο βῆμα. Εἶναι μόνος στὸ δρόμο, ὁ δρόμος εἶναι στενός, τὰ σπίτια ψηλά, χτισμένα μὲ μπετὸ καὶ μὲ σίδερο, ἡ μικρὴ ἀνθρώπινη σιλουέττα προχωρεῖ φυλακισμένη μέσα στὸ διπλὸ αὐτὸ τεῖχος. Ποτὲ δὲν ξανάδα τόση μοναξιὰ κι ἀγωνία μαζεμένες σὲ μιὰ μικρὴ σιλουέττα, δίπλα στοὺς πανύψηλους τοίχους, σὲ μιὰ σκιά, ποὺ σπαρταράει στὰ σκαλοπάτια καὶ στὰ ρείθρα. Ἑκατοντάδες ἄνθρωποι βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γειτονιᾶς μου βαδίζουν κάθε μέρα αὐτὸ τὸ δρόμο, μὰ κανένας δὲν ὑποψιάζεται τὴ φυλακή, κανενὸς ἡ σκιὰ δὲν παραδέρνει τὸ σούρουπο τόσο θλιβερὰ στὸ κράσπεδο τοῦ τείχους. Ἴσως γιατὶ ὅλοι ἔχουν τὶς δουλειές τους, τὰ σπίτια τους, ἔχουν τὴ γυναίκα τους καὶ τὰ παιδιά τους, θέλω νὰ πῶ πὼς ἔχουν κάθε μέρα τὸ κορμί τους χορτάτο κι εὐχαριστημένο κι ἐπιπλέον βλέπουν τὴ ζωή τους νὰ παίρνη προέκταση στὰ πρόσωπα τῶν παιδιῶν τους. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν ποὺ δὲν καταλαβαίνουν τὴ φυλακή.  Γι’ αὐτὸ καὶ θέλω νὰ σᾶς βεβαιώσω, πὼς ἡ γειτονιά μας εἶναι μιὰ πολὺ χαρούμενη γειτονιά, αὐτὸ ποὺ λέμε «κοινωνικὴ ζωὴ» εἶναι ἀνεπτυγμένο στὸ ἔπακρο. Συχωρέστε μου τὴν πεζότητα, οἱ μοδίστρες, ξέρετε, δουλεύουν σὰν τρελλές, οἱ κομμώτριες τὸ ἴδιο, κι οἱ ταξιτζῆδες εἶναι πολὺ χαριτωμένοι στὶς ὑποκλίσεις τους ἀνοίγοντας κάθε βράδυ τὶς πόρτες στὰ στολισμένα, μυρωδάτα ἀντρόγυνα.  Κανένας δὲν διανοεῖται νὰ δραπετεύση, ἀφοῦ κι οἱ κοπέλλες ποὺ εἶναι ἀνύπαντρες στὴ γειτονιά μας δὲ βλέπουν τὴν ὥρα νὰ βρεθῆ τὸ παλληκάρι, νὰ ἀπο-κατασταθοῦν κι αὐτὲς μέσα στὴν ἴδια μακαριότητα τοῦ πετυχημένου ροσμπὶφ καὶ τῆς εὐφρόσυνης κρεββατοκάμαρας.

Μένει λοιπὸν μονάχος ὁ Ὀδυσσέας μου, νὰ περπατάη ἀπόψε στὸν ἔρημο δρόμο, μιὰ μικρὴ σκιὰ στὴν ἄκρη τοῦ τείχους, μὲ βῆμα κουρασμένο κι ἀργό.  Ξέρω γιατὶ οἱ ὦμοι του ἔχουν κυρτώσει τόσο νωρίς, γιατὶ εἶναι τόσο κουρασμένο τὸ βῆμα του. Στὴν ὁποιαδήποτε στιγμὴ μπορῶ νὰ ὑποκλιθῶ μπροστά του, μὲ τὸ καπέλλο στὸ χέρι, χαμογελώντας φιλικά. — Ξέρω, θὰ τοῦ πῶ, μόνο ἕνα δίλημμα, ἡ αἴσθηση κάποιου χρέους, ἢ ὄχι; Μόνο αὐτὸ μπορεῖ νὰ φυλακίση ἕναν Ὀδυσσέα. Νὰ δῆτε ποὺ δὲν θ’ ἀρνηθῆ, δὲν μπορεῖ ν’ ἀρνηθῆ, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη αἰτία.

Ἴσως περιττεύουν οἱ διευκρινίσεις, πιστεύω πὼς ὁ Ὀδυσσέας μου εἶναι κιόλας σὲ ὅλους γνωστός.  Μὰ ὅσοι δυσκολεύονται ἀκόμα καὶ στ’ αὐτονόητα, ἂς ἔρθουν νὰ ψάξουν στὴ γειτονιά μου γιὰ νὰ βροῦν τὸ σκολειό μας.  Εἶμαι σίγουρος πὼς ἐκεῖ μέσα ἔχουν πολλὲς πιθανότητες νὰ συναντήσουν τὸν Ὀδυσσέα μου.  Τὸν φαντάζομαι Καθηγητὴ ή καὶ δάσκαλο. Ἀσφαλῶς ἀπὸ τὰ χέρια του περνᾶνε ὁλόκληρες γενιὲς μαθητῶν, τόσα κουρεμένα κεφάλια, ποὺ πρέπει νὰ γεμίσουν γνώση, πίστη κι αἰσιοδοξία γιὰ τὴ ζωή.  Καὶ πρέπει νὰ τὰ δώση ὅλα αὐτὰ ὁ φτωχὸς Ὀδυσσέας μου, ποὺ ἄδειασε πιὰ τόσα χρόνια κι ἀπὸ γνώση κι ἀπὸ πίστη κι ἀπὸ αἰσιοδοξία. Κάποτε ἀρκοῦσε καὶ μόνο τὸ ὅραμα τῶν κουρεμένων Χερουβείμ.  Τώρα, ἡ γεύση τῆς ρηχότητας καὶ τοῦ κενοῦ ποὺ ἀδιάκοπα μεγαλώνει εἶναι ἕνα μαρτύριο.  Πρέπει νὰ φύγη. Κάθε τραῖνο, πλοῖο κι ἀεροπλάνο εἶναι μιὰ σπαραχτικὴ πρόσκληση γιὰ νὰ ζήση, νὰ γνωρίση τὴ ζωὴ ποὺ εἶναι τὸ ταξίδι, ποὺ εἶναι ἡ γνώση, ἡ ἐπιστήμη, ἡ σπουδή.  Περισσεύει μέσα του ἡ δύναμη, ξεχειλίζει. Πῶς νὰ τὸν κλείσης στὸ μικρό, καθημερινὸ καθῆκον;

Φυσικά, μπορεῖ νἆναι καὶ γιατρὸς ὁ Ὀδυσσέας μου, φυλακισμένος σὲ μιὰ φτωχικὴ πολυκλινική, ἴσως νἆναι καὶ φτωχὸς μεροκαματιάρης, ποὺ τὸν περιμένουν στὸ σπίτι κάθε μέρα γιὰ τὸ ψωμί.  Ἐγὼ δὲν ἀποκλείω καθόλου νἆναι καὶ πρόσωπο ἱστορικό, συχνὰ ὑποψιάζομαι μήπως εἶναι ὁ Ἀλιόσα.  Φυσικά, ἕνας Ἀλιόσα, ποὺ δὲν βρῆκε ἀκόμα τὸν Ζωσιμᾶ, — ἴσως ἔχετε ἀκουστὰ πὼς σήμερα ἐξέλιπαν οἱ Ζωσιμάδες ἀπὸ τὸν κόσμο μας, μόνο κακέκτυπα βρίσκεις.  Ἂν εἶχε βρῆ τὸν ἀληθινὸ πάτερ Ζωσιμᾶ θὰ βρισκόταν κιόλας στὸ δρόμο, ἕναν Ἀλιόσα δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κρατήση στὸ μοναστήρι ὁ Ζωσιμᾶς, ὁ ἴδιος λαμποκοποῦσε ἀπὸ χαρὰ ὅταν τὸν ἔστελνε νὰ φύγη στὸν «κόσμο».  Μὰ σήμερα αὐτὸς ὁ ζωοποιὸς θάνατος τοῦ κόκκου τοῦ σίτου ἔφτασε νὰ εἶναι μιὰ νέκρωση ἀνέλπιδη κι ἀδιέξοδη, ἀπ’ τὴν παραξενιὰ καὶ τὴ στενοκεφαλιὰ τῶν ἀνθρώπων.  Γι’ αὐτὸ καὶ λυπᾶμαι τόσο βαθειὰ τὸν καημένο τὸν Ἀλιόσα, πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους, γιατὶ κάθε μέρα διακινδυνεύει στὸ τραγικό του δίλημμα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βάρος μαζεύτηκε σ’ αὐτὴ τὴ μικρὴ κυρτωμένη σιλουέττα, ποὺ σέρνεται ἀργὰ στὸ κράσπεδο τῆς φυλακῆς... Αὐτὸς ὁ Ἀλιόσα, ὁ δάσκαλος, ὁ γιατρός, ὁ μεροκαματιάρης, αὐτοὶ οἱ ἐλάχιστοι ποὺ ἀπόμειναν χωρὶς νὰ συνθηκολογήσουν, θέλω νὰ πῶ, αὐτὸς ὁ τραγικὸς Ὀδυσσέας μου, θλιβερὸς κι ἀταξίδευτος κι ὅμως πιὸ πολὺ Ὀδυσσέας ἀπ’ ὅλους τοὺς πλάνητες τοῦ καιροῦ μας. Τὰ βήματά του ἀντηχοῦν ἀκόμα στοὺς δρόμους μας, ὁ ἦχος τους εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τ’ αὐτιά μας, ὁ Ὀδυσσέας εἶναι ξένος πιὰ γιὰ τὸν κόσμο μας, κάθε του βῆμα εἶναι καὶ μιὰ ἀναχώρηση, ἡ σκιά του προπορεύεται, βιάζεται, θέλει ν’ ἀποσπαστῆ καὶ νὰ φύγη, ἔτσι ποὺ παραδέρνει στὰ κράσπεδα τῆς φυλακισμένης ζωῆς μας...

Θεέ μου, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μέσα στὴ νύχτα τοῦ κόσμου μας, εἶναι, ὁπωσδήποτε, ἕνα δικό Σου σημάδι...

1962

Πείνα και Δίψα σελ. 67-71, εκδ. Γρηγόρη.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο φυλακισμένος με την πορφύρα") είναι έργο του π. Σταμάτη Σκλήρη.

 Ὀδυσσέας - Αντίφωνο

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

«Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό, αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει

 


 Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]

Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2] Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.

Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο. Συχνά η πίστη περιορίζεται σε μια θεωρητική αποδοχή, σε μια απλή πολιτισμική ταυτότητα ή ακόμα και σε έναν «ασφαλιστικό μηχανισμό» απέναντι στον θάνατο, χωρίς να παράγει ουσιαστική υπαρξιακή μεταμόρφωση στον άνθρωπο. Η στοχευμένη αντιμετώπιση αυτής της εσωτερικής κρίσης προϋποθέτει από την Εκκλησία μια ποιμαντική προσέγγιση που δεν αρκείται στην καταγγελία, αλλά παρακινεί τον άνθρωπο να εισέλθει ξανά σε μια βαθύτερη και ζωντανή σχέση με τον Ζώντα Θεό.

Επομένως, ο όρος «χριστιανός άθεος» δεν πρέπει να ερμηνευτεί απλώς ως κριτική προς όσους επιδεικνύουν «ελλιπή» πίστη, αλλά ως ένα πνευματικό σύμπτωμα που απαιτεί από την Εκκλησία να προβεί σε εσωτερική αυτοκριτική και να καλλιεργήσει ποιμαντικές παρεμβάσεις με υπευθυνότητα και ευαισθησία. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν αφορά αποκλειστικά τον «άλλον», αλλά συχνά αντανακλά και πτυχές της δικής μας προσωπικής ζωής, ειδικά όταν αυτή απομακρύνεται από την καθημερινή εμπειρία της χάριτος.

1.    Χαρακτηριστικά του «χριστιανού αθέου»

Σύμφωνα με την ποιμαντική πρακτική, ο «χριστιανός άθεος» παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (αναφέρονται επιγραμματικά, καθώς η αναλυτική παρουσίασή τους θα υπερέβαινε κατά πολύ τα όρια του παρόντος σύντομου κειμένου), τα οποία μαρτυρούν ασυνέπεια μεταξύ ομολογίας πίστεως και καθημερινής ζωής. Έτσι, ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να:

1.    Πιστεύει στον Θεό χωρίς να Τον γνωρίζει σε προσωπικό επίπεδο.

2.    Πιστεύει στον Θεό, ωστόσο δεν προσεύχεται.

3.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν Τον εμπιστεύεται στις πρακτικές επιλογές της καθημερινότητας.

4.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά αμφιβάλλει για την δικαιοσύνη και την αγάπη Του.

5.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά εκφράζει αμφιβολίες ή απορρίπτει την Εκκλησία ως θεσμό.

6.    Πιστεύει στον Θεό, όμως εμπιστεύεται περισσότερο τα χρήματα.

7.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά αδυνατεί να συγχωρεί τους συνανθρώπους του.

8.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά ζει κυρίως για την προσωπική του άνεση και υλική ευημερία.

9.    Πιστεύει στον Θεό, αλλά αποφεύγει την ενεργή μυστηριακή ζωή.

10.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά απομακρύνεται από τη ζωντανή συμμετοχή στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας.

11.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί την Αγία Γραφή.

12.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά δεν ενσωματώνει τις χριστιανικές αξίες στις καθημερινές ηθικές και υπαρξιακές επιλογές του.

13.                       Πιστεύει στον Θεό, όμως αδυνατεί να υπομένει τον πόνο, τις δοκιμασίες και τους πειρασμούς.

14.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά απορρίπτει την έμπρακτη μετάνοια.

15.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά αγνοεί συστηματικά τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αγάπης προς τον πλησίον και της φιλανθρωπίας.

16.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά επιδιώκει μια επιφανειακή θρησκευτικότητα χωρίς ριζική μεταμόρφωση του νου και της καρδιάς, του «έσω ανθρώπου».

17.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά περιορίζεται σε «από μηχανής» θρησκευτικές συνήθειες.

18.                       Πιστεύει στον Θεό, αλλά συγχέει την πνευματική ζωή με μια αόριστη ηθικολογία.

19.                       Πιστεύει στον Θεό, όμως δεν θεωρεί τη σχέση μαζί Του ως ζωντανή κοινωνία, αλλά ως απλή ιδεολογική αναφορά.

20.                       Ο κατάλογος δεν έχει τελειωμό….

21.                       Ποιμαντική προοπτική

Η απλή παράθεση των χαρακτηριστικών του φαινομένου του «χριστιανού αθέου» δεν αποσκοπεί στην καταδίκη ή τον στιγματισμό, αλλά παρακινεί και καθοδηγεί την ποιμαντική διακονία με στόχο την ενίσχυση της αυθεντικής και βιωματικής σχέσης του πιστού με τον Θεό. Η ποιμαντική προσέγγιση απαιτεί διάκριση, ευαισθησία και συστηματική καθοδήγηση από τον ποιμένα ή τον κάθε λαϊκό χριστιανό, ο οποίος οφείλει να προσεγγίζει όσους βιώνουν αυτήν την πνευματική αντίφαση με μεθόδους ικανές να στηρίζουν την προσωπική μεταμόρφωση και την ενεργό συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας.

Η ποιμαντική διακονία απέναντι στον «χριστιανό άθεο» χρειάζεται να είναι βαθιά εμπνευσμένη από το πνεύμα της Ορθόδοξης παράδοσης και του Ευαγγελίου, με καρδιά ανοιχτή και χέρια που αγκαλιάζουν. Πρωταρχικός στόχος είναι η αγαπητική, αλλά σταθερή καθοδήγηση του «χριστιανού αθέου» προς τη ζωντανή πίστη, μέσα από την αναγνώριση και την αποδοχή των πνευματικών αδυναμιών και των στρεβλώσεών του. Αυτό σημαίνει ότι ο πιστός καλείται να εισέλθει στην πνευματική άσκηση της ταπεινής και καθοδηγούμενης αυτοκριτικής, μέσα στην ζωντανή αγκαλιά της Εκκλησίας. Εκεί, μέσω του ιερού μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, φανερώνεται η ιαματική δωρεά του Θεού, η οποία διαλύει τα σκοτάδια, ελευθερώνει από την εσωτερική ξηρασία και γεμίζει την ψυχή με το φως και τη δύναμη της θείας χάριτος.

Η καθημερινή προσευχή οφείλει να γίνει το βασικό στοιχείο της ζωής του πιστού, ως συνάντηση της ψυχής με τον ζωντανό Θεό. Τα μυστήρια της Εκκλησίας, από το Βάπτισμα μέχρι τη Θεία Κοινωνία, να γίνουν γέφυρες μυστικής ένωσης με τον Χριστό, αναγεννώντας τον άνθρωπο εκ των έσω, ώστε η πίστη να φανερώνεται όχι μόνο ως θεωρία, αλλά ως βιωμένη πραγματικότητα και πηγή εκκλησιαστικής ενότητας.

Επιπρόσθετα, ο διάλογος και η συμβουλευτική είναι συστατικά μέρη της ποιμαντικής προσέγγισης. Με υπομονή και αγάπη, ο ποιμένας ακούει τον πιστό, στέκεται δίπλα του στα αδιέξοδα και στις εσωτερικές συγκρούσεις, και μέσα από την πνευματική νουθεσία και την ποιμαντική συμβουλευτική, φωτίζει τα σκοτεινά σημεία της ψυχής, ώστε να γεννηθούν η ελπίδα και η πνευματική ωριμότητα.

Τέλος, η ενορία, ως ζώσα εκκλησιαστική κοινότητα, καλείται να στηρίξει τον «χριστιανό άθεο» με ζεστή αγκαλιά, ενισχύοντας την ενεργό συμμετοχή του στα φιλανθρωπικά και κοινωνικά έργα, εκεί όπου γίνεται πράξη η πίστη και ζωντανεύει το Ευαγγέλιο στο πρόσωπο του άλλου. Η ποιμαντική διακονία λειτουργεί ως σπόρος ενσυνείδητης και ευαγγελικής ζωής, βοηθώντας τον πιστό να παίρνει καθημερινές αποφάσεις που αναδεικνύουν την πίστη ως τρόπος ζωής και όχι ως απλή θεωρία.

Η ποιμαντική τέχνη και επιστήμη δεν αποβλέπει απλώς σε εξωτερικές αλλαγές, αλλά στην αναγέννηση της πίστης ως απτής και βιωμένης εμπειρίας του ζωντανού Θεού, η οποία μεταμορφώνει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά και τον καθιστά φως στον κόσμο, ζωντανή μαρτυρία της Εκκλησίας ως σώμα Χριστού. Μόνο έτσι ένας «χριστιανός άθεος» μπορεί να μεταμορφωθεί σε «ὑπηρέτη Χριστοῦ καὶ οἰκονόμο τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ».[4]

[1] Δύο κατατοπιστικές μελέτες για τον όρο «χριστιανός άθεος» είναι 1) Craig Groeschel, The Christian Atheist: Believing in God but Living As If He Doesn’t Exist, Zondervan, ePub Edition 2010, και 2) Brian Mountford, Christian atheist: Belonging without believing, O-Books 2011.
[2] Ιακ. 2,17 «οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ' ἑαυτήν».
[3] Ματθ. 15,8 «
ἐγγίζει μοι λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσίν με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ».
[4] Α΄ Κορ. 4,1

 

Εφημερίου Ι. Ν. Αγίου Χριστοφόρου Αγρινίου, Επίκουρου Καθηγητή στο ΕΚΠΑ, Θεολογική Σχολή-Τμήμα Θεολογίας

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας: Η οικοδόμηση του πύργου της Βαβέλ. Ψηφιδωτό στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου (Βενετία).

 «Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό,  αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει - Αντίφωνο

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Στέλιος Ράμφος συζητά με τον Γεώργιο Π. Μαλούχο στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη

 

Ο Στέλιος Ράμφος συζητά με τον Γεώργιο Π. Μαλούχο με αφορμή το βιβλίο «Οι εξομολογήσεις του Θεού και οι δεκαπέντε τύψεις Του» (Γεώργιος Π. Μαλούχος, Εκδόσεις Πατάκη) Συντονίζει η Άννα Πατάκη, εκδότρια Διαβάζει ο Τάσος Αποστόλου, βαθύφωνος-ηθοποιός Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη (Ακαδημίας 65, Αθήνα) Βρείτε το βιβλίο εδώ: https://www.patakis.gr/bkm/14764