Η προφορική παράδοση της Εκκλησίας από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας διέσωσε περιγραφές διαφόρων γεγονότων και περιστατικών, βιώματα χριστιανών, που ενισχύουν την πίστη και δίνουν ελπίδα.
Έτσι μάθαμε κι εμείς μερικές ιστορίες από τα χρόνια των διωγμών. Στη δεκαετία 1930-1940 στη Σοβιετική Ένωση πάρα πολλούς χριστιανούς, μετά τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, τους έστελναν με ειδικά φορτηγά τρένα στους τόπους εξορίας. Προσφιλής τόπος των Αρχών η Σιβηρία.
Φεβρουάριος 1937. Βράδυ, με θερμοκρασία 40-45°C υπό το μηδέν. Ένα τραίνο κινείται με μεγάλη ταχύτητα ανάμεσα στα δάση, κατάλευκα από το πυκνό χιόνι, που πέφτει από το πρωί.
Επιβάτες του ιερείς, μοναχοί και μοναχές, που κατευθύνονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της βόρειας Σιβηρίας.
Ήταν τόση η ταλαιπωρία τους από τα βασανιστήρια και το σφοδρό κρύο, ώστε πολλοί πέθαιναν στο τρένο. Τότε οι φρουροί που τους συνόδευαν, άνοιγαν την πόρτα του τρένου και τους πετούσαν έξω στο χιόνι, ύψους περίπου 2-3 μέτρων.
Αυτό επαναλήφθηκε και με ένα νέο ιερέα, ο οποίος κοιμόταν στο πάτωμα. Τον νόμισαν νεκρό, τον άρπαξαν, άνοιξαν την πόρτα και τον πέταξαν έξω. Το τρένο συνέχισε την πορεία του.
«Έπεσα στο αφράτο χιόνι, θυμόταν αργότερα ο ιερέας, μισοκοιμισμένος, σαν πούπουλο, ενώ σταμάτησε η χιονόπτωση. Απόλυτη ησυχία. Μόνο οι δυνατοί κτύποι της καρδιάς μου νόμιζες ότι ενοχλούσαν και διέκοπταν την ησυχία. Δεν υπήρχαν δένδρα εκεί κοντά. Το πυκνό δάσος ήταν λίγο μακρύτερα. Δεν αισθανόμουν τόσο πολύ το κρύο. Να 'ταν η φλόγα της αδιάκοπης προσευχής μου στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Υπεραγία Θεοτόκο; Τα δάκρυα που μούσκευαν το πρόσωπο και τα χιονισμένα ρούχα μου καθώς κατέβαζαν τον ουρανό στη γη; Ποιος ξέρει;
Και τότε ακούω βαριά βήματα στο χιόνι. Μια τεράστια καφετιά αρκούδα έρχεται από το κοντινό δάσος προς εμένα.
Με πλησιάζει, κάνει μια βόλτα γύρω μου και σιγά σιγά ξαπλώνει δίπλα μου. Με προσοχή να μη με συνθλίψει με το τεράστιο βάρος της, απλώνει το πόδι της κάτω από το σώμα μου και με το άλλο με καλύπτει απαλά ώστε να βρεθώ στην αγκαλιά της. Ένιωσα τόση ζεστασιά! Κοιμήθηκα.
Πόσο κράτησε αυτό δεν θυμάμαι. Όταν ξύπνησα ήταν μέρα πια, δε χιόνιζε. Από κάποια κίνησή μου η αρκούδα κατάλαβε ότι ξύπνησα. Μου έγλειψε το πρόσωπο και όσο πιο απαλά μπορούσε τράβηξε τα πόδια της και σηκώθηκε. Έκανε μια βόλτα γύρω μου και σιγά σιγά κατευθύνθηκε προς το πυκνό δάσος.
Σηκώθηκα. Ένας χείμαρρος δοξολογίας ξεπήδησε από την καρδιά και τα χείλη μου. Το χιόνι, το κρύο, τα δάση, ο ουρανός, η ζέστη, τα ζώα, η αρκούδα, όλα μαζί μου μιλούσαν, δοξολογούσαν ασταμάτητα τον πιο στοργικό Πατέρα και την πιο γλυκιά Μάνα της γης!
Ολομόναχος στη Σιβηρία. Κοίταξα τις γραμμές του τρένου. Κάποιο χωριό θα είναι κοντά, σκέφθηκα.
Πράγματι, ένα μικρό χωριό φάνηκε σε μικρή απόσταση. Λιγοστά σπίτια. Χτύπησα μια πόρτα. Μου άνοιξαν. Ξαφνιάστηκαν που με είδαν. Με φιλοξένησαν. Ήταν κρυπτοχριστιανοί. Έμεινα εκεί πολλές ημέρες, μέχρις ότου βρέθηκε η κατάλληλη ευκαιρία και έφυγα. Σώθηκα!». Θαύμα! Μόνο θαύμα;
Μέριμνα, προστασία! Μόνον;
Είναι η αλήθεια, η επαναλαμβανόμενη αλήθεια.
«Θεός ἐγγίζων ἐγώ εἰμί, λέγει Κύριος, καί οὐχί Θεός πόρρωθεν. Εἰ κρυβήσεταί τις ἐν κρυφαίοις, καί ἐγώ οὐκ ὄψομαι αὐτόν; Μή οὐχί τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν ἐγὼ πληρώ;» (Ἰερεμίας κγ' 23.24).
(Dr. Ναταλία Γ. Νικολάου, Καθηγήτρια Παν/μίου Λομονόσωφ Μόσχας, Περιοδ. Η Δράση μας)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου