Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

Σάλος για τα αίσχη και το εθνομηδενιστικό παραλήρημα της Σακελλαροπούλου

 

Σάλο έχει προκαλέσει με τις πράξεις και τα κείμενά της η Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, δημιουργώντας έντονες αντιδράσεις, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μάλιστα, έχει ήδη συσταθεί ένα κίνημα με τον τίτλο «not my president», που ουσιαστικά καταγγέλλει τα πεπραγμένα της Προέδρου, υποστηρίζοντας πως αυτή δεν εκφράζει όλους τους Έλληνες.

Κάποιοι έχουν αρχίσει να μιλούν ακόμα και για παραίτηση της κυρίας Σακελλαροπούλου, εκτιμώντας πως δεν ανταποκρίνεται όπως θα έπρεπε στα καθήκοντά της. Μετά το απαράδεκτο θέμα που προέκυψε με τη μη ανάκρουση του Εθνικού μας Ύμνου έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών στην πρωτοχρονιάτικη δοξολογία, η κυρία Σακελλαροπούλου έδωσε αφορμή για νέα αρνητικά σχόλια με άρθρο της στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Μέσω αυτού επί της ουσίας τάσσεται κατά του «εθνοκεντρικού προστατευτισμού», ο οποίος, σύμφωνα με την ίδια, οδηγεί στην ανελευθερία, ενώ επιτίθεται και σε όσους αντιστρατεύονται την παγκοσμιοποίηση, με τη φράση: «Ο ευρωσκεπτικισμός είναι μια παραλλαγή της αντίδρασης στην παγκοσμιοποίηση και υποκινεί την εσωστρεφή αναδίπλωσή μας στη δήθεν εθνική ασφάλεια».

Η συγκεκριμένη απόφασή της να γράψει το εν λόγω άρθρο, καθώς και το περιεχόμενο αυτού, που μοιάζει «ξαφνική αφύπνιση» της Προέδρου της Δημοκρατίας, έπειτα από οκτώ μήνες βάναυσης καταστρατήγησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων υπό την προεδρία της, έχει δώσει τροφή για ειρωνικά και σαρκαστικά σχόλια για το πρόσωπό της. Η κυρία Σακελλαροπούλου υποστηρίζει πως «στη λαϊκιστική στρέβλωση της δημοκρατίας η λαϊκή βούληση συγχέεται με τη βούληση της πλειοψηφίας.

Οι κυβερνώντες υπονομεύουν, άμεσα ή έμμεσα, τις μείζονες εγγυήσεις του κράτους δικαίου: την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, την ακαδημαϊκή ελευθερία, την ελευθεροτυπία και την ελεύθερη έκφραση. Όμως δημοκρατία χωρίς κράτος δικαίου δεν νοείται. Και η Ευρώπη είναι πάνω από όλα μια Ενωση δικαίου» σημειώνει, επισημαίνοντας δε ότι «βρήκαν πολλοί την ευκαιρία να αμφισβητήσουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία στο όνομα ενός νέου εθνοκεντρικού προστατευτισμού». Πέραν της υπόθεσης με τον Εθνικό Ύμνο, εντύπωση προκάλεσε εξάλλου η στάση της Προέδρου της Δημοκρατίας στη δοξολογία του νέου έτους να μην ασπαστεί τον σταυρό στο τέλος, ως είθισται, αρκούμενη σε απλό χαιρετισμό προς τον Αρχιεπίσκοπο. Κίνηση η οποία έχει πυροδοτήσει πολλά αρνητικά σχόλια. Και κατά το παρελθόν, πάντως, η κυρία Σακελλαροπούλου έδωσε αφορμές για επικρίσεις σε βάρος της.

Όπως, για παράδειγμα, όταν με μια φαιδρή όσο και απίστευτη δήλωση εντελώς απροσχημάτιστα υποστήριξε ότι θεωρεί πιο… σημαντικό το δεύτερο κύμα της πανδημίας από την τουρκική επιθετικότητα, η οποία -κατ’ αυτήν- είναι απλά δυσάρεστη!

Ή τον Αύγουστο, κατά την ορκωμοσία των πέντε νέων μελών της κυβέρνησης, όταν προσπαθώντας δήθεν να ξεχωρίσει, κατάφερε ακόμη μια φορά ακριβώς το αντίθετο, αρνούμενη επιδεικτικά να κάνει τον σταυρό της κατά τη διάρκεια της τελετής. Εξάλλου, όπως αποκάλυψε πρόσφατα η «Εστία», η Πρόεδρος της Δημοκρατίας απομάκρυνε από το γραφείο της (όχι το προσωπικό της, αλλά του Προεδρικού Μεγάρου) όπλα του Αγώνα του 1821, τα καριοφίλια, ενώ έχει αλλάξει και τον πίνακα ζωγραφικής του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess με τίτλο «Παλικάρια ατενίζοντας την Ακρόπολη».

1.Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό

 2. δημοκρατία (dimokratianews.gr)

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2021

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ «Ἐπί τῇ πρώτῃ τοῦ Ἔ­τους καί περί τῆς ἐ­νάρ­ξεως τῶν Ἑ­ορ­τα­σμῶν γιά τά 200 Χρό­νια ἀπό τήν Ἑλ­λη­νική Ἐ­πα­νά­σταση»

 

ΕΛ­ΛΗ­ΝΙ­ΚΗ ΔΗ­ΜΟ­ΚΡΑ­ΤΙ­Α 

Η Ι­Ε­ΡΑ ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΣ 

ΤΗΣ ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΙ­ΑΣ ΤΗΣ ΕΛ­ΛΑ­ΔΟΣ 

Δ/νσις : Ἰωάννου Γενναδίου 14 – 115 21, Ἀθῆναι 

Τηλ. 210-72.72.204, Fax 210-72.72.210, e-mail: contact@ecclesia.gr 

Συνοδικη Επιτροπη 

Τυπου, Δημοσιων Σχεσεων και Διαφωτισεως 

Ἀθήνα, 1η Ἰανουαρίου 2021

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ 

Ἡ Διαρκής Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν προτάσεως τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Πολιτιστικῆς Ταυτότητος, ἐξαπέλυσε πρός τό Χρι­στε­πώ­νυ­μο Πλή­ρωμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­λά­δος την ὑπ᾿ ἀριθ. 3031 Ἐγκύκλιό Της, μέ θέμα: «Ἐπί τῇ πρώτῃ τοῦ Ἔ­τους καί περί τῆς ἐ­νάρ­ξεως τῶν Ἑ­ορ­τα­σμῶν γιά τά 200 Χρό­νια ἀπό τήν Ἑλ­λη­νική Ἐ­πα­νά­σταση». 

 

Ἡ Ἐγκύκλιος ἀνεγνώσθη σέ ὅλους τούς Ἱερούς Ναούς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κατά την σημερινή Θεία Λειτουργία επί τῇ Περιτομῇ τοῦ Κυρίου καί τῇ Μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί ἔχει τό ἀκόλουθο περιεχόμενο: 

«Ἀ­δέλ­φια μας ἀ­γα­πη­μένα, 

Καλή καί εὐ­λο­γη­μένη Χρο­νιά! 

Ἑ­ορ­τά­ζουμε σή­μερα τήν κατά σάρκα Πε­ρι­τομή τοῦ Κυ­ρίου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καί τήν ἔ­ναρξη τοῦ νέου ἔ­τους 2021. Τι­μοῦμε τήν μνήμη τοῦ σο­φοῦ Ἁ­γίου Ἱ­ε­ράρ­χου Με­γά­λου Βα­σι­λείου Ἐ­πι­σκό­που Και­σα­ρείας τῆς Καπ­πα­δο­κίας καί ταυ­το­χρό­νως εἰ­σερ­χό­μεθα σέ μία χρο­νιά, ἡ ὁποία βρί­θει δι­δα­γμά­των καί συμ­βο­λι­σμῶν. 

Ἀρ­χί­ζει σή­μερα τό ἔ­τος 2021, κατά τό ὁ­ποῖο σύμ­πας ὁ Ἑλ­λη­νι­σμός καί κάθε ἀ­δού­λωτο πνεῦμα θά τι­μή­σει, παρά τίς ὑ­γει­ο­νο­μι­κές δυ­σκο­λίες καί μέ σε­βα­σμό πρός τά ὑ­γει­ο­νο­μικά μέ­τρα προ­φυ­λά­ξεως, τά 200 ἔτη ἀπό τήν Ἐθνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821. 

Ἡ Ἐκ­κλη­σία πα­νη­γυ­ρί­ζει τήν Ἐ­πα­νά­σταση ὡς ἕνα πνευ­μα­τικό γε­γο­νός. Πα­νη­γυ­ρί­ζει τόν Ἀ­γῶνα γιά τήν Ἀ­νε­ξαρ­τη­σία καί τήν Παλιγγενεσία ὡς τύπο τοῦ δι­α­χρο­νι­κοῦ ἀ­γώνα τοῦ ἀν­θρώ­που κατά τῆς τυ­ραν­νίας καί τῆς δου­λείας τόσο τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς, ὅσο καί τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς, τόσο τῆς συλ­λο­γι­κῆς, ὅσο καί τῆς ἀ­το­μι­κῆς. Μέ ἄλλα λό­για, ἡ Ἐκ­κλη­σία πα­νη­γυ­ρί­ζει τό 1821 ὡς μία ἄλλη Ἔ­ξοδο ἀπό τήν νο­ητή Αἴ­γυ­πτο, πρᾶ­γμα τό ὁ­ποῖο ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται καί μέ τόν ἐ­ξαι­ρε­τικά συμ­βο­λικό ἁγιογραφικά ἑ­ορ­τα­σμό τῆς ἡ­ρω­ι­κῆς Ἐ­ξό­δου τοῦ Με­σο­λογ­γίου. Αὐτό εἶ­ναι τό νό­ημα μέ τό ὁ­ποῖο ἡ Ἐκ­κλη­σία συ­νέ­δεσε ἀπό τήν ἀρχή τόν ἑ­ορ­τα­σμό τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πα­λιγ­γε­νε­σίας, ὡς με­ρι­κή, δη­λαδή, πρα­γμά­τω­ση μέσα στήν ἱ­στο­ρική συγ­κυ­ρία τοῦ λου­τροῦ πα­λιγ­γε­νε­σίας τοῦ ὅ­λου ἀν­θρώ­που (Τίτ. 3, 5). 

Ἡ Ἐκ­κλη­σία γνω­ρί­ζει καί ἐ­πι­λέ­γει νά κα­τα­νοεῖ τήν ἱ­στο­ρία μέ ὅ­ρους μή γε­ω­πο­λι­τι­κούς δι­ότι κα­τα­νοεῖ τόν κό­σμο μέ ὅ­ρους ἐ­σχα­το­λο­γι­κούς. Γι᾿ αὐτό ὁ λό­γος τῆς Ἐκ­κλη­σίας ἀ­πο­τε­λεῖ καί τότε καί τώρα καί πάν­τοτε «μω­ρία» καί «σκάν­δαλο» (A´ Κορ. 18, 24). Ἡ Ἐκ­κλη­σία σκέ­πτε­ται μέ ὅ­ρους «λει­τουρ­γι­κοῦ χρό­νου» καί τοῦτο δι­ότι, ὡς φο­ρέας τῆς ἀ­πο­κα­λύψεως τοῦ Θείου Λό­γου, ἀ­να­λαμ­βά­νει τήν εὐ­θύνη ἔ­ναντι τῶν ἀν­θρώ­πων πού τήν ἀ­παρ­τί­ζουν καί τούς δι­α­ποι­μαί­νει, νά με­τα­μορ­φώ­σει τόν χῶρο καί τόν χρόνο. 

Τό τόλ­μημα τῶν προ­γό­νων μας ἦ­ταν με­γάλο! Τε­τρα­κό­σια χρό­νια ὑπό τήν κα­τα­πί­εση τοῦ ὀ­θω­μα­νι­κοῦ ζυ­γοῦ, κι ὅ­μως, ἐκεῖ­νοι κρά­τη­σαν τήν πί­στη, τήν ἐ­θνική ταυ­τό­τητα καί τήν ἐλ­πίδα. Ἄλλα ἔ­θνη, ἄν εἶ­χαν ἔ­στω καί γιά λί­γες δε­κα­ε­τίες ὑ­πο­στεῖ τόν τυ­ραν­νικό ὀ­θω­μα­νικό ζυγό, θά εἶ­χαν ἀλλοτριωθεῖ. Ὡ­στόσο, ὁ Ἑλ­λη­νι­σμός ἐ­πι­βί­ωσε παρά τό παι­δο­μά­ζωμα, τά σκλα­βο­πά­ζαρα καί τίς ἀ­να­ρί­θμη­τες βι­αι­ό­τη­τες, στη­ρι­γμέ­νος στήν Ὀρ­θό­δοξη Ἐκ­κλη­σία, τήν θυ­σία τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων καί τήν ἀ­γω­νι­στι­κό­τητά του. 

Σᾶς κα­λοῦμε σή­μερα νά κλί­νουμε εὐ­λα­βῶς τό γόνυ ἐ­νώ­πιον τῆς σε­πτῆς μνή­μης τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων καί τῶν Ἡ­ρώων τῆς πί­στεως καί τῆς πα­τρῴας γῆς. Τῶν ἀν­δρῶν καί γυ­ναι­κῶν, κλη­ρι­κῶν καί λα­ϊ­κῶν, οἱ ὁ­ποῖοι δέν δεί­λι­α­σαν μπρο­στά στό σπαθί τοῦ δημίου ἤ στήν ἀγ­χόνη τοῦ ὀθωμανοῦ ἱ­ε­ρο­δι­κα­στῆ καί ὁ­μο­λό­γη­σαν Χρι­στό Ἀ­να­στάντα. Οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες θυ­σί­α­σαν τήν ζωή τους γιά νά δι­α­τρα­νώ­σουν τό μή­νυμα στούς Ὀρ­θο­δό­ξους Ἕλ­λη­νες ὅτι δέν πρέ­πει νά ἐ­ξισ­λα­μι­σθοῦν, δέν πρέ­πει νά γί­νουν ἐ­ξω­μό­τες, ὅτι μέλ­λον δέν ὑ­πάρ­χει χω­ρίς φῶς Χρι­στοῦ. 

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐκ τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων θά εἶ­χαν σώ­σει τήν ζωή τους ἄν εἶ­χαν ἀλ­λα­ξο­πι­στή­σει. Κι ὅ­μως, στά­θη­καν ὄρ­θιοι μέ ἦ­θος Χρι­στι­α­νικό καί τόλμη Ἑλ­λη­νική. Προ­τί­μη­σαν τόν μαρ­τυ­ρικό θά­νατο παρά τήν ἀλ­λαγή πί­στεως καί ἐ­θνι­κῆς συ­νει­δή­σεως. Ἄς μήν ξε­χνοῦμε ὅτι, ὅ­ποιος χα­νό­ταν γιά τήν Ὀρ­θο­δο­ξία, χα­νό­ταν καί γιά τόν Ἑλ­λη­νι­σμό. Ὁ ἐ­ξισ­λα­μι­σμέ­νος «τούρ­κευε» καί γι­νό­ταν δι­ώ­κτης τῶν Χρι­στι­α­νῶν, τῶν μέ­χρι πρό­τι­νος ἀ­δελ­φῶν του. 

«Κατ᾿ ἀ­λή­θειαν τοῦτο εἶ­ναι θαῦμα πα­ρό­μοιον ὡ­σάν νά βλέπῃ τι­νάς μέσα εἰς τήν καρ­δίαν τοῦ χει­μῶ­νος ἐ­α­ρινά ἄνθη καί τρι­αν­τά­φυλλα … Ἐν τῷ καιρῷ τῆς αἰ­χμα­λω­σίας νά βλέπῃ ἐ­λευ­θε­ρίαν»! Ἔτσι ἐκ­φρά­ζει τόν θαυ­μα­σμό του γιά τούς Νε­ο­μάρ­τυ­ρες, τούς μετά τήν Ἅ­λωση τῆς Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως κα­λῶς ἀ­θλή­σαν­τας καί ξί­φει ἤ ἀγ­χόνῃ τε­λει­ω­θέν­τας, ὁ Ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της. Ὁ πο­λυ­γρα­φό­τα­τος Νά­ξιος μο­να­χός τοῦ 18ου αἰ­ῶ­νος κα­τέ­γραψε 87 συ­να­ξά­ρια Νε­ο­μαρ­τύ­ρων στό πε­ρί­φημο «Νέον Μαρ­τυ­ρο­λό­γιον», τό ὁ­ποῖο ἐ­ξε­δόθη τό 1799. Με­ταξύ τῶν Νε­ο­μαρ­τύ­ρων τούς ὁ­ποί­ους κα­τα­γρά­φει, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καί ὁ Φω­τι­στής τῶν σκλά­βων, ὁ Ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός (1714 – 1779), ὁ ὁ­ποῖος ἐρ­γά­σθηκε ἀ­ό­κνως γιά νά ἀ­πο­τρέ­ψει τούς ἐ­ξι­σλα­μι­σμούς καί νά δι­α­δώ­σει τήν Ἑλ­λη­νορ­θό­δοξη Παι­δεία. 

Οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες ἦ­σαν οἱ πρῶ­τοι ἀν­τι­στα­σι­α­κοί τῆς δου­λείας, ὅ­πως τούς ὀ­νό­μασε ὁ ἀ­εί­μνη­στος θε­ο­λό­γος καί ἱ­στο­ρι­κός π. Γε­ώρ­γιος Με­ταλ­λη­νός. Οἱ ἁ­γι­α­σμέ­νες αὐ­τές μορ­φές, αὐτό τό πρα­γμα­τικό νέ­φος τῶν χι­λι­ά­δων Νε­ο­μαρ­τύ­ρων, ἦ­σαν οἱ πρω­τερ­γά­τες τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­ναστάσεως. Ἄν αὐ­τοί δέν εἶ­χαν θυ­σι­α­σθεῖ γιά τήν Πί­στη καί τήν Πα­τρίδα, δέν θά ὑ­πῆρ­χαν τό 1821 Ἕλ­λη­νες Ὀρ­θό­δο­ξοι γιά νά ἀ­γω­νι­σθοῦν. 

Ἡ Ἑλ­λη­νική Ἐ­πα­νά­σταση ἦ­ταν ἐ­πα­νά­σταση ἐ­θνική καί θρη­σκευ­τική. Δέν ἀν­τέ­γραψε κα­μία ἄλλη ἐ­πα­νά­σταση οὔτε, ἄλ­λω­στε, θά μπο­ροῦσε νά ἐμ­πνευ­σθεῖ ἀπό ἰ­δε­ο­λο­γίες πού πε­ρι­εῖ­χαν ἀ­θε­ϊ­στικά ἤ ἀν­τι­εκ­κλη­σι­α­στικά μη­νύ­ματα. Ὁ Στῆ­βεν Ράν­σι­μαν, κο­ρυ­φαῖος Βρε­τα­νός Βυ­ζαν­τι­νο­λό­γος τοῦ 20οῦ αἰ­ῶνος, ἔ­γραψε στό ἔργο του «Ἡ Με­γάλη Ἐκ­κλη­σία ἐν Αἰ­χμα­λω­σίᾳ» ὅτι: «στή δι­άρ­κεια τῶν σκο­τει­νῶν αἰ­ώ­νων ἡ Ὀρ­θο­δο­ξία δι­α­φύ­λαξε τόν Ἑλ­λη­νι­σμό. Ἀλλά καί χω­ρίς τήν ἠ­θική δύ­ναμη τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἡ ἴ­δια Ὀρ­θο­δο­ξία ἴ­σως νά εἶχε συρ­ρι­κνω­θεῖ». 

Τό ση­μεῖο τοῦ Σταυ­ροῦ «δι᾿ οὗ πάν­τοτε νι­κῶ­μεν» πα­ρου­σι­ά­ζει ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ὑ­ψη­λάν­της στήν πρώτη Προ­κή­ρυξή του τῆς 24ης Φε­βρου­α­ρίου τοῦ 1821. Ἡ Φι­λική Ἑ­ται­ρεία εἶχε ὁ­ρί­σει, ἤδη ἀπό τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1820, ὡς ἡ­μέρα τοῦ ξε­ση­κω­μοῦ τήν ἡ­μέρα τοῦ Εὐαγ­γγε­λι­σμοῦ, τήν 25η Μαρ­τίου, γιά νά κα­τα­δεί­ξει τήν σύν­δεση τῆς Πα­να­γίας καί τῆς Ἐ­λευ­θε­ρίας, τῆς Πί­στεως καί τῆς Πα­τρί­δος. Τήν σύν­δεση τοῦ Χρι­στοῦ καί τῶν Ἑλ­λή­νων ὡς Σῶμα τῆς Ἐκ­κλη­σίας Του. Οἱ πρω­τα­γω­νι­στές τοῦ Ἀ­γώνα ὁ­μο­λο­γοῦν τήν Χρι­στι­α­νική Πί­στη τους καί σέ ὅ­λες τίς Ἐ­θνι­κές Συ­νε­λεύ­σεις θέ­τουν ὡς προ­οί­μιο τῶν Συν­τα­γμά­των τήν ἐ­πί­κληση πρός τήν Ἁ­γία Τρι­άδα. Οἱ ὀθωμανοί, γνω­ρί­ζον­τας ὅτι ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος κλῆ­ρος ἦ­ταν ἡ πνευ­μα­τική ἡ­γε­σία τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ἐκ­δι­κή­θη­καν πρώ­τους ἀπ᾿ ὅ­λους Πα­τρι­άρ­χες, Ἐ­πι­σκό­πους, Ἱ­ε­ρεῖς, Μο­να­χούς καί Μο­να­χές. Καί τούς θα­νά­τω­σαν μέ τρόπο μαρ­τυ­ρικό. Με­ταξύ αὐ­τῶν ξε­χω­ρί­ζει ἡ μορφή τοῦ Ἁ­γίου Ἐ­θνο­ϊ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρος Πα­τρι­άρ­χου Κων­σταν­τι­νου­πό­λεως Γρη­γο­ρίου Ε´, τοῦ ὁ­ποίου τό ἁ­γι­α­σμένο λεί­ψανο φυ­λάσ­σε­ται στόν Κα­θε­δρικό Ναό τῶν Ἀ­θη­νῶν, μαζί μέ τά ἱ­ερά λεί­ψανα τῆς Κυ­ρᾶς τῶν Ἀ­θη­νῶν, τῆς Ἁ­γίας Φι­λο­θέης. 

Ἤ­θελε ὄντως ἀ­ρε­τήν καί τόλ­μην ἡ Ἐ­λευ­θε­ρία! Οἱ συν­θῆ­κες ἦ­σαν ἀν­τί­ξοες. Ἡ Ἱ­ερά Συμ­μα­χία ἀν­τι­πά­λευε τίς ἐ­θνι­κές ἐξε­γέρ­σεις λαῶν πού δι­α­σποῦ­σαν τίς με­γά­λες Αὐ­το­κρα­το­ρίες. Οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­σαν λι­γό­τε­ροι ἀ­ρι­θμη­τικά, ἀλλά ­πέ­τυ­χαν νά ἐλευ­θε­ρω­θοῦν. Παρά τήν δι­χό­νοια, ἡ ὁποία ἔ­θεσε σέ κίν­δυνο τόν Ἀ­γῶνα, κα­τόρ­θω­σαν νά ση­κώ­σουν τό ἀ­νά­στημά τους ἀ­πέ­ναντι στόν ὀ­θω­μανό δυ­νά­στη, νά προ­τά­ξουν καί νά κα­τα­κτή­σουν τήν Ἐ­λευ­θε­ρία ἔ­ναντι τοῦ θα­νά­του. Οἱ Ἕλ­λη­νες ὑ­πῆρ­χαν, ὑ­πάρ­χουν καί θά ὑ­πάρ­χουν! Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στικά ἀ­πάν­τησε ὁ Ἐ­θνο­μάρ­τυς τοῦ 1821 Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κύ­πρου Κυ­πρι­α­νός στόν ὀ­θω­μανό δι­οι­κητή καί δή­μιό του: «Ἡ Ρω­μη­ο­σύνη ἔν νά χα­θῇ ὅν­τας ὁ κό­σμος λείψει!». Ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος Ἑλ­λη­νι­σμός, δη­λαδή, θά ὑ­πάρ­χει, θά ἐ­πι­βι­ώ­νει καί θά ἀ­γω­νί­ζε­ται μέ­χρι τήν συν­τέ­λεια τοῦ αἰ­ῶ­νος. 

Εἴ­δαμε ἀ­δελ­φούς νά χά­νον­ται, ἀλλά δέν λι­πο­ψυ­χή­σαμε! Εἴ­δαμε κα­τα­κτή­σεις καί ἀ­πώ­λειες ἐ­δα­φῶν, ἀλλά δέν στα­μα­τή­σαμε νά ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε! Ἡ πί­στη στόν Θεό, ἡ συ­νεί­δηση τῆς δι­α­χρο­νι­κῆς συ­νέ­χειας τοῦ Ἔ­θνους, ἡ ἀ­γάπη μας γιά τά γράμ­ματα, τό ἀν­τι­στα­σι­ακό μας ἦ­θος, ἡ κοι­νο­τική ἀλ­λη­λεγ­γύη, αὐτά ἦ­σαν τά πνευ­μα­τικά ἐ­φό­δια πού ὁ­δή­γη­σαν στήν Ἐ­λευ­θε­ρία καί θέ­ρι­ε­ψαν τό κί­νημα τοῦ Φι­λελ­λη­νι­σμοῦ. 

Χω­ρίς νά ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θοῦν ὅλα τά ἐ­δάφη ὅ­που δι­α­βι­οῦ­σαν Ἕλ­λη­νες, ἐπί 400 χρό­νια γιά τήν Νό­τιο Ἑλ­λάδα καί 500 χρό­νια γιά τήν Βό­ρειο Ἑλ­λάδα, δι­α­τη­ρή­σαμε ἄ­σβε­στη τήν φλόγα καί δέν ἀ­πο­γο­η­τευ­θή­καμε! Δέν ὑ­πο­δου­λω­θή­καμε ἠ­θικά καί πνευ­μα­τικά. Ἤ­μα­σταν καί εἴ­μα­στε πάν­τοτε ἐ­λεύ­θε­ροι. Ἐλεύ­θε­ροι στήν καρ­διά, ἐ­λεύ­θε­ροι στήν σκέψη, ἐ­λεύ­θε­ροι στό φρό­νημα, ἐ­λεύ­θε­ροι στήν συ­νεί­δηση! 

Ἡ Ἱ­ερά Σύ­νο­δος τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­λά­δος, διά τῆς Εἰ­δι­κῆς Συ­νο­δι­κῆς Ἐ­πι­τρο­πῆς Πο­λι­τι­στι­κῆς Ταυ­τό­τη­τος, ἔ­χει προ­γραμ­μα­τί­σει 261 ἐκ­δη­λώ­σεις σέ ὅλη τήν ἐ­πι­κρά­τειά Της γιά νά τι­μη­θεῖ ἡ με­γάλη Ἐ­πέ­τειος, ὀρ­γα­νώ­νον­τας ἐκ­δό­σεις, συ­νέ­δρια, λα­τρευ­τι­κές συ­νά­ξεις καί καλ­λι­τε­χνι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις. Τό Πρόγραμμα βρί­σκε­ται ἤδη ἀ­ναρ­τη­μένο στόν ἱ­στό­τοπο www.ekklisia1821.gr, τόν ὁποῖο δη­μι­ούρ­γησε ἡ Ἱ­ερά Σύ­νο­δος εἰ­δι­κά γιά τίς Συ­νο­δι­κές καί Πε­ρι­φε­ρει­α­κές δρά­σεις τῆς Ἐκ­κλη­σίας τῆς Ἑλ­λά­δος κατά τό ἔ­τος 2021. Πα­ράλ­ληλα, κυ­ο­φο­ροῦ­νται συ­νερ­γα­σίες μέ τά Ἀ­νώ­τατα Ἐκ­παι­δευ­τικά Ἱ­δρύ­ματα, τήν Το­πική Αὐ­το­δι­οί­κηση καί ἄλ­λους Φο­ρεῖς. 

 Ἀ­δέλ­φια μας, ἐ­λᾶτε! 

Εἶ­ναι ὁ και­ρός νά θυ­μη­θοῦμε, νά μά­θουμε, νά ἀ­να­στο­χα­σθοῦμε. 

Γιά τήν Ἐ­λευ­θε­ρία καί τήν Αὐ­το­δι­ά­θεση, γιά τό Δί­καιο καί τήν Ἑ­νό­τητα, γιά τήν Ἀ­ξι­ο­σύνη καί τήν Φρό­νηση. 

Γιά τοῦ Χρι­στοῦ τήν Πί­στη τήν Ἁ­γία καί τῆς Πα­τρί­δος τήν Ἐ­λευ­θε­ρία. 

Γιά ὅλα ἐ­κεῖνα τά ἰ­δα­νικά πού μᾶς ἔ­κα­ναν φω­το­δό­τες ἀ­γω­νι­στι­κό­τη­τας, πο­λι­τι­σμοῦ καί προ­κο­πῆς ἔ­χουμε τό χρέος καί τήν ἀ­πα­ρά­μιλλη τιμή νά ἑ­ορ­τά­σουμε κατά τήν διάρκεια τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἔτους τά 200 χρό­νια του ἀ­να­στη­μέ­νου Γέ­νους. 

Κι ἄν νο­μί­ζουμε πώς οἱ δυ­σκο­λίες μπο­ροῦν νά μᾶς νι­κή­σουν, ἄς θυ­μό­μα­στε πάν­τοτε ὅτι ἀ­να­συ­στή­σαμε τό Κρά­τος μας βασισμένοι στά ἰ­δα­νικά τοῦ ᾿21, ἐνῶ ὅλα «τά ᾿σκι­αζε ἡ φο­βέρα καί τά πλά­κωνε ἡ σκλα­βιά». 

Εἶ­ναι ἡ στι­γμή νά τι­μή­σουμε τό αἷμα μας, νά κοι­τά­ξουμε κα­τά­ματα τήν ἱ­στο­ρία μας. Τούτη τήν ἱ­στο­ρία, πού λάμ­πρυνε τό Ἔ­θνος μας στά πέ­ρατα τῆς Οἰ­κου­μέ­νης. Τούτη τήν δόξα, πού στε­φα­νώ­νει τίς θά­λασ­σες καί τήν γῆ μας. Τούτη τήν πί­στη, πού κρα­τεῖ ἀ­τα­λάν­τευτη τήν ἐλ­πίδα ἀπ᾿ ἄ­κρη σ᾿ ἄ­κρη αὐ­τοῦ τοῦ τό­που. Ἀπό τήν Κρήτη ὥς τήν Θράκη κι ἀπό τήν Ἤ­πειρο ὥς τήν μαρ­τυ­ρική μας Κύ­προ. 

Μέ γνώση γιά τό πα­ρελ­θόν καί χρι­στι­α­νική βε­βαι­ό­τητα γιά τό μέλ­λον, οἱ Με­γά­λες Ὧ­ρες τοῦ Ἔ­θνους μᾶς ὁ­δη­γοῦν! 

Ἐκ βά­θους καρ­δίας εὐ­χό­μα­στε πρός ὅ­λους τό νέο ἔτος νά εἶ­ναι πά­ρο­χο παν­τός ἀ­γα­θοῦ ἐκ τοῦ Νη­πι­ά­σαν­τος γιά τήν σω­τη­ρία μας Κυ­ρίου Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, εἰ­ρη­νικό καί εὐ­λο­γη­μένο. 

Μέ συγ­κί­νηση, ὑ­πε­ρη­φά­νεια καί πα­τρική ἀ­γάπη 

† Ὁ Ἀθη­νῶν ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Πρό­ε­δρος 

† Ὁ Μυτιλήνης, Ἐρεσσοῦ καί Πλωμαρίου Ἰάκωβος 

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου Δημήτριος 

† Ὁ Βεροίας, Ναούσης καί Καμπανίας Παντελεήμων 

† Ὁ Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καί Σουφλίου Δαμασκηνός 

† Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης Ἀνδρέας 

† Ὁ Ξάνθης καί Περιθεωρίου Παντελεήμων 

† Ὁ Ἄρτης Καλλίνικος 

† Ὁ Ἰλίου, Ἀχαρνῶν καί Πετρουπόλεως Ἀθηναγόρας 

† Ὁ Ζακύνθου Διονύσιος 

† Ὁ Κηφισίας, Ἀμαρουσίου καί Ὠρωποῦ Κύριλλος 

† Ὁ Νέας Ἰωνίας, Φιλαδελφείας,Ἡρακλείου καί Χαλκηδόνος Γαβριήλ 

† Ὁ Γλυφάδας, Ἑλληνικοῦ, Βούλας,Βουλιαγμένης καί Βάρης Ἀντώνιος 

Ὁ Ἀρ­χι­γραμ­μα­τεύς 

† Ὁ Ὠρεῶν Φιλόθεος» 

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2021

Φασιστική εθνομεγέθυνση και αποδομητικός εθνομηδενισμός

Του Iωάννη Σαΐνη*

Φασίστες και εθνομηδενιστές αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, του νομίσματος της παιδικότητας και της ανολοκλήρωτης εφηβείας. Όπως κάθε νόμισμα, και το νόμισμα αυτό έχει κάποια αξία ανταλλακτική. Το δίνεις και παίρνεις κάτι άλλο. Δίνεις το νόμισμα και κερδίζεις την αιώνια γαλήνη του βρέφους, που μόνο ζητά από το περιβάλλον, φαΐ, νερό, και μόνο αποβάλλει ούρα και περιττώματα.

Μπορεί να το δώσεις και να πάρεις τη σιγουριά του εφήβου για τις κρίσεις του, την επιθετικότητα και την αμφισβήτηση καθετί παραδεδεγμένου. Σε κάθε περίπτωση, μη ολοκληρώνοντας τις φάσεις ανάπτυξης, καθίστασαι τελικά ένα κακομαθημένο μωρό ή έφηβος.

Ένα κακομαθημένο μωρό ή έφηβος στο σώμα ενός ενήλικα είναι από μόνο του μια αντίφαση, μια ανισορροπία, μια τραγωδία, τόσο για εσένα όσο και για τους άλλους.

Γιατί, πώς να συγκρατήσεις ένα μωρό ή έφηβο σε σώμα ενήλικα, όταν το μωρό μέσα του θέλει γαλατάκι και δεν του δίνεις, ή όταν θέλει να αφοδεύσει και δεν έχει μάθει να πηγαίνει στην τουαλέτα; Πώς να συγκρατήσεις ένα σώμα ενήλικα με εφηβικό μυαλό, όταν θεωρεί πως τα ξέρει όλα και όταν θεωρεί πως έχει εξαπατηθεί; Όταν ακόμη σκέφτεται με εφηβικούς όρους μαύρου-άσπρου για κοινωνικές σχέσεις, ανθρώπους και φαινόμενα;

Τα παραπάνω ισχύουν λίγο πολύ για όλους όσοι δεν είχαν την τύχη, σε αυτήν τη ζωή, να ολοκληρώσουν τα στάδια της ανάπτυξης, στην πορεία του σχηματισμού του έλλογου Ζώου που ακούει στο όνομα Άνθρωπος.

Πολλές φορές βέβαια, το φαινόμενο μπορεί να έχει διασκεδαστικές ή και δημιουργικές πτυχές. Εξαρτάται από το τμήμα που εγκεφάλου που αδυνατεί να ενηλικιωθεί. Φαντάζεστε να είχε ενηλικιωθεί πλήρως ο Χάρρυ Κλυνν ή ο Τριβιζάς; Τέρμα οι πλάκες για ενήλικους, τέρμα και τα παραμύθια για παιδιά σε πορεία ενηλικίωσης.

Τυπικό δείγμα ενηλικίωσης και ωριμότητας είναι, για την πλειοψηφία των χρονολογικώς ενηλίκων, η στάση τους απέναντι στη Μάνα.

Πώς νιώθει ο πιτσιρικάς, που έχοντας ανακαλύψει, λίγα μόλις χρόνια πριν, τις τέρψεις του υπογάστριου αυτοϊκανοποιούμενος κρυφίως νυχθημερόν, όταν μαθαίνει πως, η Μάνα του, με παρόμοιο τρόπο τον συνέλαβε;

Αν είναι ποιητής, θα αναφωνήσει πιθανώς, «Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου», και θα προχωρήσει παρακάτω, αποδεχόμενος την πραγματικότητα που τον εισάγει στον κόσμο των ενηλίκων και τον προετοιμάζει να γίνει Πατέρας (ή Μητέρα).

Αυτός είναι ο δρόμος της πλειοψηφίας των ενηλίκων. Υπάρχουν όμως και άλλες δύο δυνατότητες, άλλοι δύο δρόμοι που μπορεί να ακολουθήσει κανείς.

Ο πρώτος δρόμος, είναι ο δρόμος της άρνησης του γεγονότος. Αποκλείεται η Μάνα του να τον συνέλαβε «εν ανομίαις». Είναι ο δρόμος του γνωστού ρητού, «όλες είναι πόρνες εκτός από τη Μάνα μας».

Όπερ έστι μεθερμηνευόμενον, και η Μάνα μας Ελλάς κατ’ επέκταση είναι μια παρθένα, ψυχή τε και σώματι, και για την οποία δεν θέλουμε να ακούσουμε καμία απολύτως κατηγορία. Όλες οι άλλες Μάνες-Πατρίδες είναι πόρνες και τα παιδιά τους μπάσταρδα, που πρέπει να εξαφανιστούν από προσώπου γης. Όποια μελανή σελίδα της ιστορίας της Μάνας μας μας προκαλεί πρόβλημα, απλώς τη σκίζουμε και την εξαφανίζουμε. Και μαζί και αυτούς που την κατέγραψαν ή τη διάβασαν.

Ο άλλος δρόμος είναι ο δρόμος της άρνησης της ίδιας της Μάνας, η οποία γίνεται τώρα η Πόρνη, που δεν τη συγχωρούν γι’ αυτό που έκανε.

Θα προτιμούσαν να μην είχαν γεννηθεί από αυτή την Μάνα. Όλες οι άλλες Μάνες είναι δυνητικά καλύτερες, μπορεί να είναι και παρθένες, σε αντίθεση με τη δική τους. Στο πολιτικό επίπεδο, η Μάνα – Πατρίδα είναι μια Πόρνη, όλες οι άλλες Πατρίδες είναι παρθένες ή δυνητικά παρθένες. Ιδίως στην αντιπαράθεση με τη δική τους Μάνα – Πατρίδα, οι άλλες έχουν πάντα δίκαιο. Για τη δική τους Μάνα- Πατρίδα ψάχνουν συνεχώς τις μελανές της ιστορικές σελίδες, τις κοπιάρουν και τις διαδίδουν με σθένος. Με το ίδιο σθένος, ανακαλύπτουν τις φωτεινές σελίδες των άλλων Μανάδων-Πατρίδων, με σκοπό να τις τρίψουν στη μούρη των αντιπάλων τους, αυτών που διάλεξαν τον άλλο δρόμο, τον πρώτο, τον δρόμο της Μάνας – Παρθένας.

Γιατί στην πράξη, μόνο μεταξύ τους καταλαβαίνονται και γι’ αυτό και μισούνται τόσο πολύ.

Και οι δύο θεωρούν ότι ο Κόσμος εξαντλείται σε αυτό το επίπεδο αντιπαράθεσης, γι’ αυτό και ο Κόσμος στο μυαλό τους διαιρείται στα δύο, κάθετα και αμετάκλητα, σε αυτούς που έχουν Μάνα-Παρθένα και σε αυτούς που έχουν Μάνα-Πόρνη. Ξεχνώντας βέβαια πως Μάνα-Παρθένα είχε μόνο Ένας, Μάνα-Πόρνη αρκετοί, αλλά ΜΑΝΑ οι περισσότεροι.

 

*Δρ. Μοριακής Βιολογίας, ΕΔΙΠ στο Παν/μιο Ιωαννίνων.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Μτ. 4, 12-17)

Η δυναμική της μετάνοιας

          Κυριακή σήμερα μετά τα Άγια Θεοφάνεια, μετά την ανάμνηση της Βαπτίσεως του Κυρίου από τον τίμιο Πρόδρομο και το σκηνικό όπως το περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, αλλάζει. Ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής πρωταγωνιστής αυτής της προτελευταίας σκηνής, συλλαμβάνεται από τον Ηρώδη. Η αυλαία ανοίγει πάλι με την σκηνή τώρα πρωταγωνιστής  εμφανίζεται ο Ιησούς, αφού δοκιμάστηκε σαράντα μέρες στην έρημο, επιστρέφει  και αρχίζει τη δημόσια δράση του. Επείγεται ν’ αναλάβει δράση, ν’ αρχίσει το έργο που του ανέθεσε ο ουράνιος Πατέρας του. Να εξαγγείλει  με την παρουσία και το έργο του την έλευση της βασιλείας του Θεού, την έναρξη της νέας εποχής του Μεσσία.

          Το έργο του αγκαλιάζει ολόκληρη τη Γαλιλαία, το Ισραήλ, ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ανατέλλει το φως του Μεσσία, το οποίο επρόκειτο να αντιστρέψει τη ζοφερή πραγματικότητα στην ανθρωπότητα ολόκληρη και αντί του σκότους και της σκιάς θανάτου να επικρατήσει η ζωή και η ανάσταση.

          Ο Ιησούς Χριστός αρχίζει το κήρυγμά Του με τη μετάνοια, “μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών”.

          Έχουν πει, ότι η μετάνοια είναι το κορυφαίο σημείο όπου η διδασκαλία του Προδρόμου συναντάται με το κήρυγμα του Χριστού. Η διαφορά βρίσκεται στο βάπτισμα μετανοίας του προδρόμου σε σχέση με το σωτήριο βάπτισμα που γίνεται στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Στο κήρυγμα του Ιωάννη μετάνοια σημαίνει το τέλος της πνευματικής ζωής, ενώ στο κήρυγμα του Ιησού σημαίνει την αφετηρία της, το ξεκίνημα.

          Ο Χριστός μετά τη βάπτιση, όπως είπαμε παραπάνω, και την καταιγίδα των πειρασμών, έρχεται στην Καπερναούμ της Γαλιλαίας. Εκεί εξαγγέλλει το κήρυγμα της μετάνοιας ως πρώτη και απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της Βασιλείας  των Ουρανών.

          Και αυτή η Βασιλεία του Θεού την οποία οραματίσθηκαν οι Προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, δεν είναι ένας φανταστικός κόσμος ή  μια εμπειρία απο το υπερπέραν. Είναι ο καινούργιος κόσμος που έφερε ο Χριστός στον κόσμο. Οι προσδοκίες μας έγιναν μια ιστορική πραγματικότητα  με την επίγεια παρουσία και το κήρυγμα του Ιησού Χριστού. Δεν εγκλωβίστηκαν σε κάποιο ουτοπικό πολιτειακό ή σε κάποιο εθνικοθρησκευτικό σχήμα. Όχι. Η βασιλεία του Θεού που φέρνει ο Χριστός είναι ήδη γεγονός που το χαρακτηρίζει η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη.

          Αυτό όμως μπορούμε να το ζήσουμε με τη μετάνοια ως απαραίτητη προϋπόθεση. Γιατί; Ποια μπορεί να είναι η σχέση της με την “εντός ημών βασιλεία;” Οι απαντήσεις κινούνται ασφαλώς στην ταπείνωση και στην ελπίδα με τις οποίες η μετάνοια είναι άρρηκτα ενωμένη. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέγει, ότι η μετάνοια είναι η θυγατέρα της ελπίδας, ενώ ο μετανοών είναι ο αγοραστής της ταπείνωσης. Με τη έννοια αυτή αποτελεί τη ζωογόνο πηγή της ψυχής και θεμελιώδη χριστιανική αρετή.

          Μετάνοια χωρίς ταπείνωση και ελπίδα σημαίνει ήττα στον αγώνα κατά του πονηρού, και τη νίκη που κατήγαγε ο Χριστός νικώντας τη δύναμη του διαβόλου, για να συνεχίσει τον αγώνα.

          Μετάνοια ουσιαστικά θα πει αλλαγή κατεύθυνσης με βάση την πορεία του Χριστού στον κόσμο και την πίστη ότι: θεμέλιο είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτό σημαίνει εμπλοκή σε πόλεμο δια βίου με κύριο αντίπαλο τη σατανική έπαρση. Δηλαδή τη ρίζα της αμαρτίας  του εμφωλεύει μέσα μας,  αντιστρατεύεται το νόμο του νοός και  μας αιχμαλωτίζει, όπως λέει ο απ. Παύλος.

          Σημαίνει ρήξη με το φρόνημα του κόσμου, πόλεμο με τον ίδιο τον εαυτό μας. Μετάνοια τέλος σημαίνει, ότι κλείνω το ρήγμα που μας χώρισε  από τον Θεό και αρχίζει ξανά επικοινωνία μαζί Του, με την βεβαιότητα ότι μένεις πάλι φίλος και οικείος του Θεού Πατρός. Η δύναμη αυτού του σχήματος συνίσταται στην επικράτηση στη γη της Βασιλείας του Θεού, που ήδη ανατέλλει στο εσωτερικό κάθε ειλικρινούς μετανοημένου πιστού.

          Εξ άλλου η πρόσκληση προς μετάνοια και η εξαγγελία, ότι “ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών”, σημαίνει ότι, το ένα προϋποθέτει το άλλο. Ότι η βασιλεία δεν είναι μελλοντική και αφηρημένη, αλλά άμεση και παρούσα πραγματικότητα. Ο μετανοημένος άνθρωπος είναι ήδη μέλος αυτή της βασιλείας επειδή μπορεί να ζητήσει συγγνώμη και να συγχωρήσει, όπως έκαναν οι άγιοι. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ότι η πραγματική ταπείνωση είναι δύναμη που εξυψώνει και εξομοιώνει τον άνθρωπο   με τον Θεό. Μοναδικό υπόδειγμα ο Ιησούς Χριστός που ως άνθρωπος “εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού”. Με αυτή την ενέργειά του έφερε ξανά στον κόσμο αυτό που η παρακοή του ανθρώπου είχε απομακρύνει  από τον Θεό.

          Όμως μέχρι να έρθει η εποχή της πλήρους μετοχής μας στον κόσμο των μελλόντων αγαθών, η βασιλεία των ουρανών βιάζεται. Αυτό σημαίνει εγρήγορση, διαρκή μετάνοια, κίνητρο για καθημερινή άσκηση και αλλαγή. Ο δρόμος για την επικράτηση της βασιλείας  του Θεού περνάει από τον καθημερινό μας αγώνα, μέσα από τη δική μας  μετάνοια και η απόκτησή της εκ    μέρους μας με τη χάρη του Θεού, αυτού που ονομάζουμε νουν Χριστού.

          Τελικά περνάει μέσα από τη δική μας μετανοημένη ζωή, την αλλαγή και την μεταμόρφωση. Προϋποθέτει  την απέκδυση του παλαιού  ανθρώπου, την αποβολή του εγωιστικού  φρονήματος και την επιστροφή μας  προς τον Πατέρα, το αδιακόπως “ως εν φωτί περιπατείτε”.

          Ο δρόμος δια της μετανοίας που καλούμαστε να περιπατούμε είναι το φως μιας άλλης μέρας που δεν έχει τέλος παρά μόνο το Θεό. Είναι η σφραγίδα της καθημερινής μετάνοιας  και ο ορίζοντας της καινής εν Χριστώ ζωής. Και το φως αυτό ανατέλλει διαρκώς για όλους εμάς τους “καθημένους εν χώρα και σκιά θανάτου”, για όλους εμάς  οι οποίοι δια της μετανοίας  και της Εκκλησίας επανερχόμαστε στο άδυτο φως του Χριστού και την αιώνια βασιλεία του.

          Όλοι σήμερα καλούμαστε κιόλας  να γίνουμε κοινωνοί αυτού του μεγάλου μηνύματος της σωτήριας  μετάνοιας για να φωτιστούμε απο το Φως του Χριστού όσο διαρκή η ζωή μας και στους απέραντους αιώνες των αιώνων.

 Καλό φωτισμό

      π. γ. στ.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

Ο Χρόνος

 

Χρόνος για τον Θεό σημαίνει το διάστημα της αναμονής ανάμεσα στο «χτύπημα πάνω στην πόρτα» και στη στιγμή που θα Του την ανοίξουμε διάπλατα. (Εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού” (Αποκ. 3, 20). Υπό αυτή την έννοια, ο χρόνος υποδηλώνει επίσης την ελευθερία του ανθρώπου και τον μεγάλο σεβασμό που έχει ο Θεός για τα πλάσματά Του. Ο Θεός δεν μπαίνει στην καρδιά του ανθρώπου με τη βία. Η ένωση μαζί Του μέσα στην αγάπη μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την ελεύθερη ανταπόκριση μας προς την προσφορά της. Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός μάς δίνει χρόνο. Και εξαιτίας του σεβασμού που έχει για τα πλάσματα Του, ο χρόνος αυτός βιώνεται τόσο από τον Θεό όσο και από τον άνθρωπο… Διότι δεν χωρά αμφιβολία πως όταν δεν ακούμε τη φωνή του Θεού, ή επιλέγουμε να μην απαντήσουμε σε αυτήν, είμαστε απλώς σε αναμονή –περιπίπτουμε σε μία κατάσταση αναμονής διαφόρων πραγμάτων και τελικά ζούμε ολότελα βυθισμένοι στον χρόνο. Όταν όμως αυτό που περιμένουμε είναι μεγάλης προσωπικής σημασίας για μας, τότε αντιλαμβανόμαστε περισσότερο το πέρασμα του χρόνου. Και αυτή η αναμονή για κάποιο σπουδαίο γεγονός περιλαμβάνει πάντα κάτι χαρούμενο, το οποίο καταλαμβάνει την ψυχή και απομακρύνει την ανία. Η πιο έντονη προσδοκία ή αναμονή, η μεγαλύτερη επιθυμία όλων είναι αυτή της ανεπιφύλακτης αγάπης από ένα άλλο πρόσωπο…

Ο χρόνος είναι όπως η απόσταση ανάμεσα στα δύο άκρα μιας γέφυρας. Υπάρχει σε αυτό κάτι το ασαφές, κάτι το αβέβαιο. Πρόκειται για μία κατάσταση κίνησης είτε προς τον θάνατο είτε προς την πληρότητα της ζωής…

Ο χρόνος είναι πραγματικός και δημιουργικός μονάχα όταν, ταξιδεύοντας μέσα σε αυτόν, ο άνθρωπος προχωράει μέσα στην ένωση της δικής του ζωής με αυτή των άλλων και με την άπειρη ζωή του Θεού. Στην αιωνιότητα φτάνουμε μόνο περνώντας μέσα από τον χρόνο, ως ένα αληθινό ταξίδι – όχι προσπαθώντας να ξεφύγουμε από αυτόν. Και περνάμε μέσα από αυτό το πραγματικό μεσοδιάστημα, μόνο στον βαθμό που ενώνουμε τους εαυτούς μας εν αγάπη με το υπέρτατο Πρόσωπο του Θεού.

Ο χρόνος που απλά μεσολαβεί ανάμεσα σε ένα πρόσωπο και στα πράγματα εκείνα που το πρόσωπο αυτό θέλει να αρπάξει, ή ανάμεσα σε ένα πρόσωπο και στους διπλανούς του, πάνω στους οποίους το πρόσωπο αυτό θέλει να κυριαρχήσει και να εκμεταλλευτεί, στην πραγματικότητα δεν είναι καν χρόνος· είναι απλά μία μετατόπιση μέσα στην έρημο του εαυτού μας, που οδεύει κατά πάνω στον ολοκληρωτικό θάνατο. Όσο παραμένουμε κλεισμένοι μέσα στους εαυτούς μας, ο Θεός φεύγει μακριά μας, διότι απομακρυνόμαστε από τους άλλους ανθρώπους και δεν μπορούμε να εισέλθουμε σε προσωπική κοινωνία μαζί τους.

Ο χρόνος θα φτάσει στο τέλος του, μόνο όταν έχουμε ανταποκριθεί πλήρως και άμεσα στο κάλεσμα του Θεού ή όταν έχουμε οριστικά και τελειωτικά κλειστεί μέσα στον εαυτό μας και στη μοναξιά μας, εκεί όπου δεν δεχόμαστε κανένα κάλεσμα και δεν υπάρχει πια καμία πιθανότητα ανταπόκρισης. Η συνεχής άρνηση ανταπόκρισης στη προσφορά της αγάπης, ακινητοποιεί πνευματικά τον άνθρωπο σε πλήρη αδυναμία επικοινωνίας. Σε αυτό το σημείο δεν υπάρχει αναμονή, ούτε ελπίδα και προσδοκία. Είναι μάλλον αμφίβολο εάν σε αυτή την κατάσταση έχει νόημα να μιλάμε για τον χρόνο – πόσο μάλλον για την πληρότητα της αιωνιότητας.

Εφόσον στην κατάσταση αυτή δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο το μόνο που μπορούμε να πούμε για αυτή, είναι ότι μοιάζει με μία εικόνα της αιωνιότητας εντελώς αντεστραμμένη, είναι η απόλυτη αντίθεση της αληθινής αιωνιότητας: O χρόνος έχει χάσει πια κάθε νόημα – είναι άχρηστος – εξαιτίας της πλήρους κενότητας, της απουσίας κάθε είδους κίνησης, κάθε κατεύθυνσης ή στόχο. Η ατελείωτη μονοτονία του κενού από τη μία πλευρά και η πληρότητα της κοινωνίας από την άλλη, αντιπροσωπεύουν τους δύο ριζικά τύπους της αιωνιότητας. Ο πρώτος είναι η αιωνιότητα του θανάτου και ο δεύτερος της ζωής.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

ΕΝ ΙΟΡΔΑΝΗ - ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ

 

Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε, ἡ τῆς Τριάδος ἐφανερώθη προσκύνησις· τοῦ γὰρ Γεννήτορος ἡ φωνὴ προσεμαρτύρει σοι, ἀγαπητὸν σε Υἱὸν ὀνομάζουσα, καὶ τὸ Πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς, ἐβεβαίου τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές


Γιάννης ὁ Εὐλογημένος

 

Τοῦ Φώτη Κόντογλου

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν - λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.

Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ...

περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

* * *

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».

Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό.

Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.

Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

* * *

Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».

Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.

Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».

Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...