Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: Κύριε, στὴ θλίψη μου, ἄκουσε τὴ φωνὴ τῆς καρδιᾶς μου! «Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω»

Σάββας Ἠλιάδης
Δάσκαλος

Κιλκίς, 27-12-2017

Ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες βρίσκονταν στὴν πατρίδα τους τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ εἶχαν κάθε εὐτυχία καὶ ἀνάπαυση καὶ ἀπολάμβαναν ἐκεῖνον τὸν ὡραιότατο καὶ ὑπερθαύμαστο ναὸ τοῦ Σολομῶντος, τότε, ἀντὶ νὰ εὐχαριστοῦν περισσότερο τὸν Θεό, αὐτοὶ ἐπιδόθηκαν σὲ καλοπεράσεις καὶ σὲ εἰδωλολατρίες. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, παραχώρησε ὁ Θεὸς καὶ σκλαβώθηκαν ἀπὸ τοὺς Βαβυλώνιους καὶ ἔμειναν σκλάβοι γιὰ ἑβδομήντα χρόνια (1). Ἔπειτα, ὅταν ἀναλογίστηκαν τὴν προηγούμενη ἄνεση καὶ εὐτυχία ποὺ εἶχαν στὴν πατρίδα τους ἀπὸ τὴ μία, καὶ τὴ θλίψη καὶ τὴ δυστυχία ποὺ δοκίμαζαν στὴ σκλαβιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, παρακάλεσαν μὲ καρδιὰ συντετριμμένη τὸν φιλάνθρωπο Κύριο καὶ εἶπαν τὸν 119ο ψαλμὸ τοῦ Δαβίδ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος ψαλμὸς τῶν Ἀναβαθμῶν, δηλαδή, τό: «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸν πρῶτο αὐτὸ Ἀναβαθμὸ τοῦ Δαβίδ, δανείστηκε καὶ ὁ ἱερὸς Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ποιητὴς τῶν Ἀναβαθμῶν, αὐτὸν τὸν πρῶτο Ἀναβαθμὸ τῆς Ὀκτωήχου. Βέβαια, τὸ «ἐκέκραξα» καὶ τὸ «εἰσήκουσέ μου» ἀναφέρονται σὲ μελλοντικὸ χρόνο, διότι ἡ σκλαβιὰ τῶν Ἰουδαίων ἦλθε ὕστερα ἀπὸ τὴ γραφὴ τῶν Ψαλμῶν. Ὁ Δαβὶδ ὅμως τὰ γράφει αὐτά, σὰν νὰ ἔγιναν στὸ παρελθόν. Ἐπειδὴ οἱ Προφῆτες ἔβλεπαν τόσο φανερὰ τὰ πράγματα μὲ τὸ νοῦ, ὁ ὁποῖος φωτιζόταν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε προέλεγαν τὰ μέλλοντα, σὰν νὰ ἦταν παρελθόντα. Ἔτσι, εἶπε καὶ ὁ χρυσὸς στὴ γλώσσα καὶ στὴν ψυχὴ ἅγιος Ἰωάννης: «Εἶναι συνηθισμένο στοὺς Προφῆτες σὲ πολλὲς περιπτώσεις, νὰ προλέγουν τὰ μέλλοντα ὡς περασμένα. Διότι, ὅπως δὲν μπορεῖ, αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἤδη γίνει, νὰ ποῦμε πὼς δὲν ἔχουν γίνει, ἔτσι οὔτε καὶ αὐτὰ τὰ ὁποία, ἂν καὶ εἶναι μελλοντικά, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν γίνουν ὁπωσδήποτε. Μ` αὐτὸν τὸν τρόπο, μέσα ἀπὸ τὸ πεπερασμένο κύλισμα καὶ μέτρημα τοῦ χρόνου, προαναγγέλλουν καὶ καταδεικνύουν τὸ ἀμετάβλητο αὐτῶν καὶ τὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ γίνουν» (λόγ. εἰς τὸ Πάτερ, εἰ δυνατόν, Τόμω ε΄).
Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ ὁ Δαβὶδ τὸ εἶπε σὲ χρόνο παρελθοντικό, αὐτὸ τὸ λέει ἐδῶ ὁ μελωδὸς σὲ χρόνο παροντικό. Ἔτσι λέει ἐγὼ Κύριε, κράζω σὲ σένα, ἐν τῷ θλίβεσθαί με, δηλαδή, στὸν καιρὸ τῆς θλίψης μου. Γι` αὐτό, εὔχομαι κάποτε νὰ ἀκούσεις τὶς ὀδύνες μου, δηλαδή, τοὺς πόνους καὶ τοὺς ἀναστεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς μου. Διότι, ἐδῶ ἡ προστακτικὴ «εἰσάκουσον» ἔχει τὴν ἔννοια τῆς εὐκτικῆς, δηλαδή, «εἴθε νὰ μὲ ἀκούσεις», ὅπως καὶ τὸ «Κύριε ἐλέησον», ἀντὶ τοῦ «εἴθε νὰ μὲ ἐλεήσεις». Καὶ ὅλα αὐτὰ βέβαια, ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρέπεται σὲ κανέναν νὰ διατάζει τὸν Θεό, γιὰ νὰ κάνει κάτι, ἀλλὰ νὰ τὸν παρακαλάει μὲ θερμὴ προσευχή, ὥστε νὰ δεχτεῖ τὴ βοήθειά του καὶ τὴν συμπαράστασή του. Ἔτσι καὶ ὁ βαθυστόχαστος Εὐστάθιος εἶπε ὅτι, ὅσα ὑποκείμενα μικρότερα παρακαλοῦν τὰ μεγαλύτερα γιὰ κάποια χάρη, πρέπει νὰ παρακαλοῦν μὲ λόγια παρακλητικὰ καὶ ὄχι μὲ προσταγές. Ἂν δέ, χρησιμοποιοῦν στὶς παρακλήσεις τοὺς σχῆμα προστακτικοῦ λόγου, αὐτὸ ἐκλαμβάνεται ὡς εὐχετικό.
Δὲς δέ, ἀγαπητέ, πόσο ὠφέλιμη γιὰ τὴν ψυχὴ εἶναι ἡ θλίψη μέσα στὸν κόσμο καὶ ἡ λύπη τῆς καρδιᾶς. Ἐπειδὴ αὐτή, ἡ θλίψη, καθὼς συγκεντρώνει τὸν νοῦ ἀπὸ τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα τοῦ κόσμου καὶ τὸν συνθλίβει, ὅπως δηλώνει καὶ τὸ ὄνομά της, δηλαδὴ τὸν πιέζει δυνατά, ὅπως καὶ τὸ σωληνάριο σφίγγει τὸ νερό, τὸν κάνει τὸν νοῦ νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό. Γι` αὐτὸ εἶπε τέλεια ὁ χρυσὸς ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, φέρνοντας καὶ αὐτὸ τὸ ὡραῖο παράδειγμα: «Ὅπως τὰ νερά, ὅσο μὲν κυλᾶνε σὲ ἐπίπεδο μέρος καὶ ἁπλώνονται σ` αὐτὸ μὲ εὐρυχωρία, δὲν ἀνεβαίνουν σὲ ὕψος. Ἂν ὅμως τὰ χέρια τῶν ἀνδρῶν ποὺ ἀνοίγουν κανάλια τὰ στριμώξουν ἀπὸ κάτω καὶ τὰ πιέσουν, θὰ βρεθοῦν σὲ στενὸ χῶρο καὶ θὰ ἐκτοξευθοῦν ψηλότερα ἀκόμη καὶ ἀπὸ κάθε βέλος. Ἔτσι, λοιπὸν εἶναι καὶ ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, ὅσο ἀπολαμβάνει τὸν πολὺ καὶ ἄπραγο χρόνο, σκορπίζεται καὶ χάνεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό της. Ἂν ὅμως κάποια περίσταση τῆς ζωῆς τὴν πλακώσει, πιέζοντας τὴν δυνατὰ καὶ σκληρά, τότε στέλνει πρὸς τὸν οὐρανὸ τὶς προσευχὲς τῆς καθαρὲς καὶ δυνατὲς» (λόγ. ε΄ περὶ ἀκαταλήπτου. Τόμω στ΄). Γι` αὐτὸ καὶ οἱ Αἰγύπτιοι εἶχαν στὰ ἱερογλυφικά τους τὸ σωληνάριο μὲ τὸ νερὸ καὶ ἔγραφαν ἀπὸ πάνω: «στενότητι ὑψοῦται».
Λοιπόν, ἀπὸ ἐδῶ ὁ ἴδιος ὁ Δαβίδ, θέλοντας νὰ κάνει φανερὸ τὸ κέρδος καὶ τὴν πλάτυνση ποὺ γεννιέται στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὴ θλίψη, ἔλεγε ἀλλοῦ: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με» (Ψαλμ. 4,1). Καὶ ὁ Ἠσαΐας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου» (Ἠσ. 26,16). Διότι, ἡ θλίψη τοῦ κόσμου αὐτοῦ, μαζὶ μὲ τὴν λύπη τῆς καρδιᾶς, εἶναι σὰν ἕνα στήριγμα, ποὺ ὑποβαστάζει τὴν καρδιὰ καὶ σὰν ἀναβαθμίδα καὶ σκαλοπάτι, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν πλατυσμὸ καὶ στὴν αἰώνια χαρά. Ὅπως καὶ τὸ ἀντίθετο, ἡ χαρὰ αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι ἡ στέρηση ἐκείνης τῆς οὐράνιας χαρᾶς. Καθόσον, ὅσο ὁ ἄνθρωπος πλατύνεται καὶ χαίρεται μὲ τὰ παρόντα γήινα πράγματα, τόσο στενοχωρεῖται καὶ χάνει ἀπὸ τὸ πλάτος τῶν οὐρανίων πραγμάτων καὶ δὲν ξέρει ὁ ταλαίπωρος, πὼς ὅλος αὐτὸς ὁ μέγας κόσμος μὲ ὅλο του τὸ πλάτος, συγκρινόμενος μὲ τὸ ἄπειρο πλάτος τοῦ Θεοῦ, εἶναι μικρὸς καὶ πολὺ στενάχωρος. Ἀντιθέτως δέ, ὅσο ὁ ἄνθρωπος θλίβεται καὶ λυπᾶται στὸν παρόντα κόσμο, τόσο ξεπερνάει μὲ τὸ νοῦ τὸ μικρὸ αὐτὸ πλάτος τοῦ κόσμου. Καὶ ξεπερνώντας τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, τελειώνει σὲ ἕνα πλάτος εὐρύχωρο καὶ ἀμέτρητο. Ὁπότε, βρισκόμενος ἐκεῖ, χαίρεται καὶ ἀναπαύεται στὴν γλυκύτατη θεωρία τοῦ Θεοῦ. Καὶ πρὶν ἀκόμη φτάσει στὸ θάνατο καὶ στὴ διάλυση τοῦ σώματος, ζεῖ μία ζωὴ μακάρια καὶ τελείως εὐτυχισμένη. Γι` αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος θέλοντας νὰ φανερώσει αὐτό, ἔλεγε: «ἐν τῷ κόσμω θλίψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 16,33) καὶ ὁ Προφήτης Ἀββακοὺμ θέλοντας νὰ φανερώσει τὴν ἀνακούφιση ποὺ ἀκολουθεῖ μετὰ ἀπὸ μία θλίψη, ἔψαλλε στὴν ὠδή του: «ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρα θλίψεώς μου» (Ἀβ. 3,15).
Ἀλλὰ καὶ σύ, ἀδελφέ, ποὺ διαβάζεις ἢ ψάλλεις ἢ ἀκοῦς αὐτὸν τὸν Ἀναβαθμό, ὅταν τύχει νὰ σὲ καταλάβει κάποια θλίψη, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους εἴτε ἀπὸ τοὺς δαίμονες εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία τῆς διεφθαρμένης φύσης σου, πρόσεχε καλὰ καὶ μὴν γογγύσεις, οὔτε νὰ κατηγορεῖς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον, πὼς στάθηκαν αἴτιοι τῆς θλίψης σου ἐκείνης, ἀλλὰ ὅλα, τὰ πάντα, νὰ τὰ ἀποδίδεις στὶς ἁμαρτίες σου, δηλαδή, ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν σου παραχώρησε ὁ Θεὸς νὰ δοκιμάσεις ἐκείνην τὴ θλίψη, σὰν κανόνα γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Νὰ εὐχαριστεῖς δὲ τὸν Θεό, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν θεῖο Χρυσόστομο: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν» (Ἐπιστολὴ ια΄ πρὸς Ὀλυμπιάδα)` δηλαδή, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν θλίψη αὐτὴ καὶ γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες, ὅσες κι ἂν θέλει Ἐκεῖνος νὰ ἔλθουν ἀκόμη. Ἂν εὐχαριστεῖς ἔτσι τὸν Θεό, ἀγαπητέ, νὰ ξέρεις πὼς ἡ θλίψη θὰ σοὺ φέρει πολὺ μεγάλα κέρδη, ὅπως καὶ στοὺς Ἰουδαίους ποὺ αἰχμαλωτίστηκαν, ἔφερε τέτοια μεγάλα κέρδη καὶ ὠφέλειες ἡ θλίψη ἐκείνη.
Ποιὰ δὲ εἶναι τὰ κέρδη πού πρόκειται νὰ σοῦ προσφέρει ἡ θλίψη; Ἄκου πῶς τὰ ἐπιβεβαιώνει ἡ χρυσὴ γραφίδα τοῦ Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος γράφει ὅτι εἶναι, τὸ νὰ εἰσακούεται ἡ προσευχή σου καὶ τὸ νὰ βρίσκεις ἕτοιμη τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ: «Εἶδες τὸ κέρδος τῆς θλίψης; Εἶδες τὴν ἑτοιμότητα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ; Τὸ μὲν κέρδος τῆς θλίψης ἦταν τὸ ὅτι, ὁδήγησε τοὺς αἰχμαλώτους Ἰουδαίους στὴν καθαρὴ προσευχή. Ἡ δὲ ἑτοιμότητα τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ὅτι, μόλις αὐτοὶ τὸν παρακάλεσαν, ἀμέσως ἔσκυψε καὶ τοὺς ἄκουσε, ὅπως καὶ στὴν Αἴγυπτο». «ἰδὼν εἶδον τὴν κάκωσιν τοῦ λαοῦ μου τοῦ ἐν Αἰγύπτω καὶ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἤκουσα, καὶ κατέβην ἐξελέσθαι αὐτοὺς» (Πρ. 7,34)· «καὶ σὺ λοιπόν, ἀγαπητέ, ὅταν βρεθεῖς σὲ καιρὸ θλίψεως, μὴν ἀπογοητεύεσαι, ἀλλὰ μᾶλλον τότε σήκω ἐπάνω. Διότι, τότε καὶ ἡ προσευχή σου θὰ εἶναι καθαρότερη καὶ ἡ εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεὸ μεγαλύτερη».
Συμπεραίνει δὲ καὶ ὁ θεῖος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, πὼς οἱ θλίψεις εἶναι ὅπλο τῶν δικαίων καὶ τοὺς ἐπιφέρουν τὴν ποθητὴ εὐημερία στὴ ζωή: «Ἄρα, οἱ θλίψεις εἶναι τὰ ὄπλα τῶν δικαίων, ποὺ τοὺς ἑτοιμάζουν γιὰ τὴν καλὴ ζωή, ἔτσι ὥστε, ὅταν ἀναφωνοῦν πρὸς τὸν Θεὸ μὲ τὴν προσευχή, νὰ εἰσακούονται». Εἶπε δὲ καὶ ὁ ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθάτος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ νέου θεολόγου, στὴ χειρόγραφη ἑρμηνεία του γιὰ τοὺς Ἀναβαθμούς: «Δές, πῶς ἡ προσευχή, ποὺ ἀναπέμπεται στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα καὶ πόνο ψυχῆς, εἰσακούεται. «Πρὸς Κύριον ἐν τῷ θλίβεσθαί με, φησίν, ἐκέκραξα, καὶ εἰσήκουσέ μου» (Ψαλμ. 119,1). Πρόσεξε δέ, πώς ἡ παροῦσα ζωὴ τῶν ἁγίων εἶναι γεμάτη ἀπὸ πόνους καὶ θλίψεις καὶ πὼς οἱ θλίψεις αὐτὲς προέρχονται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τοὺς δαίμονες».
Μὲ συντομία δέ, ἔτσι ἐξηγεῖται ὁ Ἀναβαθμὸς αὐτός. Ώ, Κύριε, ἐγὼ κράζω, δηλαδή, σοῦ φωνάζω μὲ δυνατὴ φωνή. Τί σοῦ φωνάζω; Πώς, ὅταν θλίβομαι καὶ στεναχωριέμαι ἀπὸ κάποια ἀνάγκη, τότε ἄκουσε τὶς ὀδύνες μου, δηλαδή, τοὺς πόνους καὶ τὶς σπαρακτικὲς φωνὲς τῆς καρδιᾶς μου.
(1) Θὰ μποροῦσε δὲ κάποιος νὰ σταθεῖ μὲ τὴν ἀπορία, γιατί ὁ Θεὸς ἄφησε τοὺς Ἰουδαίους αἰχμαλώτους στὴ Βαβυλώνα καὶ πέρασαν θλίψεις ἑβδομήντα χρόνων, ἄλλους δὲ τοὺς ἀφήνει νὰ θλίβονται μὲ διάφορους πειρασμοὺς γιὰ λιγότερο χρόνο καὶ ἄλλους γιὰ περισσότερο; Σ` αὐτὸ ἀπαντάει ὁ Χρυσορρήμονας ἅγιος: α΄) διότι γίνεται γιὰ περισσότερη δική μας ὠφέλεια, μέχρις ὅτου καθαριστοῦμε μὲ τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὶς θλίψεις` β΄) διότι ὅταν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ μᾶς ἔρχονται οἱ πειρασμοί, αὐτὸς ξέρει καὶ πότε θὰ μᾶς τοὺς πάρει καὶ γ΄) ὅτι ἐμεῖς πρέπει νὰ προσευχόμαστε καὶ νὰ ζοῦμε στὴν εὐλάβεια καὶ στὴν ἀρετὴ καὶ ὁ Θεὸς ξέρει πότε θὰ δώσει τέλος στοὺς πειρασμοὺς καὶ λέει ὡς ἑξῆς: «Ὁ Θεὸς εἶναι δυνατὸς καὶ μπορεῖ νὰ δώσει τέλος σήμερα σὲ ὅλα στὰ κακά, ἀλλὰ μέχρι νὰ δεῖ πὼς ἐμεῖς ἔχουμε καθαριστεῖ, μέχρι νὰ δεῖ πὼς πραγματοποιήθηκε σταθερὴ καὶ ἀμετακίνητη ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐπιστροφή μας, δὲν δίνει τέλος στὴν θλίψη.
Διότι καὶ ὁ χρυσοχόος, μέχρι νὰ δεῖ τὸν χρυσὸ νὰ καθαρίζεται πολὺ καλὰ, δὲν τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χωνευτήριο, ἔτσι καὶ ὁ Θεός, δὲν ἀφήνει νὰ περάσει αὐτὸ τὸ σύννεφο (τῆς θλίψης καὶ τοῦ πειρασμοῦ) μέχρι νὰ μᾶς συμμορφώσει καλά. Καὶ βέβαια, αὐτὸς ποὺ ἐπιτρέπει τὸν πειρασμό, αὐτὸς ξέρει καὶ τὸν κατάλληλο καιρό, ποὺ θὰ τοῦ δώσει τέλος. Ἔτσι κάνει καὶ ὁ κιθαριστής· οὔτε τεντώνει πολὺ τὴ χορδή, γιὰ νὰ μὴν τὴν σπάσει οὔτε τραβάει πέρα ἀπὸ τὸ κανονικό, γιὰ νὰ μὴν ἀλλοιώσει τὴν μελωδικὴ ἁρμονία. Τὸ ἴδιο κάνει καὶ ὁ Θεός· οὔτε ἀφήνει τὴν ψυχή μας σὲ διαρκῆ ἄνεση οὔτε τὴν κρατάει σὲ μακρὰ θλίψη, ἀλλὰ τὰ κάνει καὶ τὰ δύο σύμφωνα μὲ τὴ δική του σοφία.
Δὲν μᾶς ἀφήνει μὲν νὰ ἀπολαμβάνουμε τὴν συνεχῆ ἄνεση, γιὰ νὰ μὴν γίνουμε ραθυμότεροι, δὲν μᾶς ἀφήνει δὲ πάλι σὲ συνεχῆ θλίψη, γιὰ νὰ μὴν ἀπογοητευτοῦμε καὶ νὰ μὴν ἀποκάμουμε καὶ ἐντέλει, σ` αὐτὸν παραδίνουμε νὰ ὁρίσει τὸν καιρὸ τῆς ἀπαλλαγῆς μας ἀπὸ τὰ δεινά. Ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ κάνουμε εἶναι ἡ προσευχή. Ἐμεῖς ζοῦμε μὲ εὐλάβεια. Ἡ δική μας δουλειὰ εἶναι νὰ μετακινούμαστε πρὸς τὴν ἀρετή, τοῦ δὲ Θεοῦ ἔργο εἶναι νὰ καταργεῖ τὰ κακά. Διότι ὁ Θεὸς θέλει περισσότερο ἀπὸ σένα νὰ σοῦ σβήσει τὴ φωτιὰ αὐτὴν τοῦ πειρασμοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον δοκιμάζεσαι, ἀλλὰ περιμένει πρῶτα τὴ σωτηρία σου. Ὅπως λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἄνεση προέρχεται ἡ θλίψη, ἔτσι καὶ ἀπὸ τὴ θλίψη πρέπει νὰ περιμένεις τὴν ἄνεση. Διότι δὲν εἶναι πάντοτε χειμώνας οὔτε πάντοτε καλοκαίρι, οὔτε πάντοτε κύματα οὔτε πάντοτε γαλήνη, οὔτε πάντοτε νύχτα οὔτε πάντοτε ἡμέρα. Ἔτσι ἀκριβῶς, δὲν θὰ ὑπάρχει πάντα θλίψη, ἀλλὰ θὰ ἔρθει καὶ ἡ ἄνεση. Μόνο, ἂν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θλίψης εὐχαριστοῦμε ἀσταμάτητα τὸν Θεό». (Ἀνδριάντ. Δ΄).


Δεν υπάρχουν σχόλια: