Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

Ένα mall για πάρτη μου! Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

 


Πολιτισμός είναι αυτό που δημιουργεί ο άνθρωπος, και αν δεν το δημιουργήσει ο άνθρωπος, αυτό δεν θα υπάρξει ποτέ. Ο πολιτισμός δηλαδή δεν προκύπτει αυτόματα στον φυσικό κόσμο (όπως ο καρπός ενός δέντρου), αλλά αφορά την νοηματοδότηση του φυσικού κόσμου από τον άνθρωπο. Έτσι συγκροτούνται οι κοινωνίες: με κρίση και επιλογές. Πολύ σοφά έχει πει ο Τέρυ Ήγκλετον, «Είμαστε πηλός στα ίδια μας τα χέρια». Αδιάζευκτα πολύτιμα αμφότερα: και ο πηλός και τα χέρια. Αν, λ.χ., όντας πηλός, αποφασίσω ότι… είμαι σύννεφο, τότε απλώς αντικαθιστώ την πραγματικότητα με μια ναρκισσιστική φαντασίωσή μου. Και το ότι έχω χέρια σημαίνει πως δεν είμαι έρμαιο κάποιας νομοτέλειας, αλλά δύναμαι να προσανατολίσω την πηλότητά μου σε κάποιο νόημα.

Έτσι ιδωμένος, ο πολιτισμός δεν είναι συλλήβδην κάτι φωτεινό, όπως γενικά λέγεται. Αφού εδράζεται στη δημιουργικότητα και την ευθύνη του ανθρώπου, μπορεί να είναι κάτι φωτεινό, μπορεί να είναι και κάτι σκοτεινό – ακόμα και καταστροφικό. Αν φωτεινές δημιουργίες είναι ο Παρθενώνας και ο εξαίρετος ράπερ Λεξ, κατασκότεινες δημιουργίες είναι οι σύριγγες των ναρκωτικών και η αναλγησία μπροστά στην ταξική αδικία. Κοντολογίς, υπάρχουν διαφορετικοί πολιτισμοί από κοινωνία σε κοινωνία, αλλά και εντός της ίδιας κοινωνίας: τρόποι ζωής που απελευθερώνουν και τρόποι ζωής που υποδουλώνουν.

Αν τύχει να συζητάτε για πολιτισμούς και για τις διαφορές τους, προτείνω να κάνετε μια μικρή επιτόπια έρευνα. Ρωτήστε τους συνομιλητές σας, τι θεωρούν ως το σημαντικότερο συστατικό ενός εξαιρετικού φαγητού.

Είναι διαπιστωμένο ότι θα έρθουν ένα σωρό απαντήσεις: το αλάτι, το λάδι, το πιπέρι, το τυρί κλπ – κατά το γούστο καθενός. Και μετά;

Μετά, τίποτα. Αν όλο κι όλο αφορά το γούστο καθενός, το μόνο που μπορεί να γίνει είναι καταγραφή των γούστων. Τίποτα παρακάτω, αφού το γούστο είναι αυστηρά ατομικό γεγονός. Ακόμα κι αν κάποιοι ξεκινήσουν να σχολιάζουν πόσο αλάτι κάνει καλό και πόσο αλάτι κάνει κακό, η κουβέντα θα σβήσει εν τη γενέσει της, αν… Αν το ατομικό γούστο έχει θεοποιηθεί, αν δηλαδή πιστεύεται ότι το εγώ δεν υπόκειται σε κανένα κριτήριο.

Μερικές φορές όμως σκάει μύτη μια αλλιώτικη απάντηση. Κάποιος ψαγμένος απαντά ότι το καλύτερο συστατικό είναι κάτι που δεν είναι συστατικό! Δεν είναι δηλαδή ένα χημικό στοιχείο του φαγητού ως αυτόνομης ουσίας, αλλά κάτι έξω από το εν λόγω φαγητό, κι όμως σε άρρηκτη σχέση με αυτό! Είναι η καλή παρέα: Το να πρόκειται για φαγητό που μοιράζεται.

Τα δύο είδη απαντήσεων θυμίζουν δυο διαφορετικές πολιτισμικές αντιλήψεις. Ατομοκεντρική η πρώτη, κοινωνιοκεντρική η δεύτερη. Όχι, δεν καταστέλλει την διαφορά προσωπικοτήτων η κοινωνιοκεντρική αντίληψη. Δεν τις ομογενοποιεί, υποχρεώνοντας τάχα όλους να δεχτούν υποχρεωτικά το πολύ αλάτι ή το λίγο αλάτι. Το αντίθετο: Η κοινωνιοκεντρική αντίληψη αναδεικνύει τον πλούτο των προσωπικών διαφορετικοτήτων, ακριβώς διότι τις κάνει ομοτράπεζες: τις κάνει να μετράει η μία για την άλλη.

Με αυτά ουσιαστικά ψηλαφούμε τον ορισμό του ανθρώπου: Μήπως είμαι απλώς το άθροισμα των συστατικών μου, δηλαδή ό,τι δείχνει η μικροβιολογική μου εξέταση; Ή μήπως είμαι αυτό που είμαι, χάρη στη σχέση μου με ανθρώπους που βρίσκονται έξω από το άτομό μου, και οι οποίοι φυσικά δεν αποτυπώνονται στα μικροβιολογικά αποτελέσματά μου όπως το κάλιο, ο άσβεστος, ο σίδηρός μου;

Η σχέση μου με τους άλλους είναι ο προσανατολισμός των συστατικών μου – της πηλότητάς μου. Τον 17ο αιώνα ένας πατέρας της ευρωπαϊκής ατομοκρατίας, ο φιλόσοφος Καρτέσιος, διατύπωσε την περίφημη φράση «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» (cogito, ergo sum). Υπάρχει ζήτημα εδώ. Όχι στο αν σκεφτόμαστε (φυσικά και σκεφτόμαστε). Ούτε στο αν χρειάζεται ελευθερία σκέψης (φυσικά και χρειάζεται). Το ζήτημα είναι ότι η φράση ορίζει τον άνθρωπο βάσει των ατομικών συστατικών του και μόνο. Και στέκει, είτε υπάρχει παραδίπλα άλλος, είτε δεν υπάρχει διόλου.

 

Δείτε όμως τον πελώριο ορίζοντα τον οποίο ανοίγει μια άλλη φράση, ριζικά αλλιώτικη και θεμελιωμένη στο Ευαγγέλιο: «Αγαπώ, άρα υπάρχω» (amo, ergo sum). Εδώ, ο άλλος αποτελεί όρο της ύπαρξής μου. Δίχως δηλαδή την αγαπητική σχέση με τον άλλον, ο εαυτός μου δεν υπάρχει αυθεντικά. Στην οπτική αυτή, η διαφορετικότητα ούτε καταστέλλεται, ούτε γίνεται ακοινώνητος πλανήτης.

Το λεπτό σημείο που πρέπει να προσεχτεί είναι το εξής: Ο ατομοκεντρισμός (που βλέπει τον άνθρωπο ως άθροισμα των συστατικών του) δεν θα αρνηθεί ότι υπάρχουν οι άλλοι και ότι είναι ωραίο πράγμα η παρέα. Αλλά αυτό είναι πλατσούρισμα που χάνει την μπάλα. Οφείλεται καθαρή απάντηση στο ερώτημα: Χωρίς τον άλλον, υπάρχει σκέτος ο πλήρης εαυτός μου ή, αντιθέτως, χωρίς τον άλλον δεν είναι πλήρης ο εαυτός μου;

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο δι-υποκειμενικές σχέσεις. Αφορούν ολόκληρες κοινωνίες: τον τρόπο ζωής τους, τον εδώ και τώρα πολιτισμό τους. Ετούτη τη στιγμή είναι εξαιρετικά ισχυρός και επεκτατικός ένας πολιτισμός αβυσσαλέα ατομικιστικός, γιγαντωμένος από την νεοφιλελεύθερη κλιμάκωση του καπιταλισμού. Και νοεί τον άνθρωπο πάνω απ’ όλα ως καταναλωτή, ο οποίος φρονεί πως φτάνει στο βασίλειο της ελευθερίας όταν απολαμβάνει απεριόριστη κατανάλωση. Αυτό το αποδέχονται βεβαίως οι θιασώτες του άγριου καπιταλισμού (αφού καταστατική τους αρχή είναι η μεγιστοποίηση του ατομικού κέρδους), αλλά πλέον το αποδέχονται και τμήματα της αριστεράς, τα οποία νιώθουν ότι θα χάσουν το τρένο της ιστορίας αν δεν συντονιστούν με τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό. Τόσο τα απώτερα οράματα όσο και οι άμεσες βιωματικές παρεμβάσεις για μιαν άλλη κοινωνία, παραμερίζονται από την μεθόδευση για ικανοποίηση του αυτοαναφορικού γούστου. Κι έτσι η μετάλλαξη του ανθρώπου σε καταναλωτή κάνει κατεβασιά χωρίς υπολογίσιμο αντίπαλο.

Η κατεβασιά αυτή νοεί τα πάντα, από την εργασιακή ανέλιξη μέχρι την διαχείριση του σεξουαλικού γούστου (δείτε π.χ. το σκεπτικό του παγκόσμιου παιδοφιλικού κινήματος), ως θέμα ατομικού κορεσμού – είτε με αλάτι, είτε με λάδι, είτε με πιπέρι. Στο κυρίαρχο σύστημα κάθε γούστο είναι δεκτό, όχι από μεγαλοψυχία, αλλά απλούστατα διότι κανένα εμπόρευμα δεν απορρίπτεται. Και για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται με τι είναι στρωμένος ο δρόμος για την κόλαση! Πάρτε για παράδειγμα κάτι που φαίνεται κατεξοχήν αγγελικό: την επιθυμία για απόκτηση παιδιού, και τις προσφορές που κάνει προς τούτο η προηγμένη ιατρική τεχνολογία, μαζί με την παρένθετη μητρότητα: Είτε σε μεμονωμένα άτομα είτε σε ζευγάρια (ετερόφυλα ή ομόφυλα), η εγωκεντρικότητα (που όμως εκδηλώνεται με τη μορφή αγαθής επιθυμίας) τακτοποιεί το «θέλω» και το «δικαιούμαι», με εμπορεύσιμες υπηρεσίες και με προγραμματική απόρριψη βρέφους. Απόρριψη (από τις κυήσασες) η οποία αποσιωπάται, διότι προβάλλεται μόνο η πρόσληψη (από τους τεκνοθετούντες). Καλώς ήρθαμε στο mall του δικαιωματισμού!

Υπάρχουν πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι, γεμάτοι από υπέροχη έγνοια για τον συνάνθρωπο, οι οποίοι όμως εδώ χάνουν το κρίσιμο νήμα. Καλόπιστα νομίζουν ότι δικαιωματισμός σημαίνει αποφασιστική έμφαση στα δικαιώματα. Δεν είναι έτσι. Ας μη μας ξεγελά η ομοιότητα των λέξεων. Τα δικαιώματα είναι κάτι πολύτιμο, και όλα (ακόμα και τα ατομικά) έχουν κοινωνική ρίζα και κοινωνική λειτουργία. Ο δικαιωματισμός όμως κατατείνει σε κάτι άλλο: Στην εξάτμιση του κοινωνικού, αφού στο ατομικό αποδίδει αυτάρκεια (καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτάρκεια;). Ο δικαιωματισμός βεβαίως επικαλείται το κοινωνικό, αλλά σε ποια προοπτική; Ουσιαστικά, ώστε το ίδιο το κοινωνικό να θεσπίσει την αυτοκατάργησή του: την δεσποτεία του ατομικού, ακόμα και του φευγαλέου γούστου. Όμως, αν το άτομο καθορίζεται από το φευγαλέο γούστο του, γίνεται φευγαλέο το ίδιο. Γίνεται το «ρευστό μοντέρνο άτομο», όπως έχει καταδείξει εξαίσια ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν. Πελάτης του mall και ταυτόχρονα εμπόρευμά του! Όλη η δυσκολία σήμερα βρίσκεται εδώ: Στο να γίνει κατανοητό πως ο δικαιωματισμός απεργάζεται την κατάργηση του δικαιώματος!

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου

Αν. Καθηγητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθήνας

Διευθυντής του περιοδικού «Σύναξη»

Δεν υπάρχουν σχόλια: