Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

Μια μικρή και διδακτική διήγηση

 


Ήταν κάποτε μία γριούλα που αφού γέρασε αρκετά αποφάσισε πως καλύτερα θα ήταν για την ίδια, να μπει σε κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων. Έτσι ετοίμασε μία μικρή βαλίτσα και με ένα ταξί πήγε. Η νοσοκόμα, που γνώριζε για την άφιξή της, την πλησίασε και της είπε:

-Ελάτε παρακαλώ να σας δείξω το δωμάτιό σας πριν το ετοιμάσουμε.

 -Μα δεν χρειάζεται να το δω. Ετοιμάστε το, απάντησε η γριούλα.

 -Μα έχετε επιλογή σε 3 είδη, αν θέλετε να τα δείτε και να διαλέξετε ποιό από όλα σας αρέσει πιο πολύ.

-Δεν χρειάζεται καλή μου, επανέλαβε η γριούλα. Δεν χρειάζεται να το δω, μου αρέσει ήδη.

-Μα πως; Ξαναρώτησε η νοσοκόμα. Αφού δεν το είδατε.

-Δεν χρειάζεται να το δω. Έχω ήδη αποφασίσει ότι μου αρέσει, απάντησε με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο γλυκό αλλά γερασμένο προσωπάκι της.

Τότε η νοσοκόμα της έδειξε το ένα από τα τρία δωμάτια και την συνόδεψε μέχρι εκεί. Η γριούλα την ευχαρίστησε και η νοσοκόμα την ρωτάει ξανά με κάποιο δισταγμό.

-Είστε σίγουρα εντάξει; Τώρα που το είδατε συνεχίζετε να πιστεύετε ότι αυτό σας αρέσει; Χωρίς να δείτε και τις άλλες δύο επιλογές;

-Μα φυσικά. Πολλά πράγματα στη ζωή κορίτσι μου, της απάντησε η γριούλα, δεν θέλουν πολύ σκέψη. Είναι θέμα απόφασις ότι θα το αγαπώ, χωρίς να μπω στην διαδικασία να διαλέξω ανάμεσα σε άλλα. Σάμπως μία γυναίκα άμα γεννήσει το παιδί της , όσο άσχημο Και αν είναι, δεν θα το αγαπάει;. Άσε που δεν θα το δει ποτέ άσχημο. Είναι θέμα απόφασης και αγάπης.

Ας μην γελιόμαστε, τίποτα δεν είναι εύκολο και όλα είναι στο χέρι μας. Μα κυρίως,  όλα είναι θέμα νου, τρόπου σκέψης. Ο νους που αποφασίζει-και πρέπει να αποφασίζει- να ευτυχήσει, αντί να επιλέξει τον εύκολο δρόμο του παραπόνου, της μιζέριας και της εγκατάλειψης.

Μην εγκαταλείπετε την ελπίδα, την προσπάθεια, την αισιοδοξία και την απλότητα. Διότι τελικά, αυτή η παραγκωνισμένη απλότητα, στην σκέψη και στις επιλογές, είναι η μεγάλη δίδυμη αδελφή της ευτυχίας.

          (Από το έντυπο “Φίλοι των φυλακισμένων “ΟΝΗΣΙΜΟΣ”)

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Η Δεξιά, η Αριστερά και η κατάρρευση της οικογένειας*

 

Του Κρίστοφερ Λας από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 19

Η προοδευτική ρητορική έχει την ιδιότητα να συγκαλύπτει την κοινωνική κρίση και την ηθική κατάρρευση, παρουσιάζοντάς τες σαν να είναι τα υλικά μιας «διαλεκτικής» που κυοφορεί μέσα από τις ωδίνες της έναν νέο κόσμο. Η Αριστερά απορρίπτει κάθε συζήτηση σχετικά με την κρίση της οικογενειακής ζωής και προτιμά να μιλάει για την ανάδυση «εναλλακτικών τρόπων ζωής» και για  την αυξανόμενη διαφοροποίηση των οικογενειακών προτύπων.

Η Μπέτυ Φρίνταν (Betty Friedan) εκφράζει αυτή τη διαφωτιστική συναίνεση, όταν υποστηρίζει ότι οι Αμερικάνοι θα πρέπει να απορρίψουν την «απαρχαιωμένη εικόνα της οικογένειας», να κατανοήσουν «την πολλαπλότητα των οικογενειακών μορφών μέσα στις οποίες ζουν πλέον οι άνθρωποι» και να συνειδητοποιήσουν, εν τέλει, ότι σήμερα η οικογένεια αποτελείται από «δύο ή περισσότερα άτομα που μοιράζονται τις ίδιες αξίες και στόχους, και διατηρούν κάποιες δεσμεύσεις μεταξύ τους για κάποια χρονική διάρκεια», όπως λέει και η Αμερικανική Ένωση Οικιακής Οικονομίας. Αυτός ο αναιμικός, ευφημιστικός ορισμός της οικογένειας μας θυμίζει την εύστοχη παρατήρηση του Τζωρτζ Όργουελ ότι κάποιο πρόβλημα υποκρύπτεται όταν τα πράγματα δεν ονοματίζονται με το πραγματικό τους όνομα και εγκαταλείπεται ο απλός, ευθύς λόγος.

Το ζήτημα εδώ είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις εναλλακτικές μορφές συνύπαρξης, όπως λέγονται, οφείλονται στην κατάρρευση των γάμων και όχι στην μετεξέλιξή τους – κάτι που επιβεβαιώνεται ακόμα και από τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία, που έρχονται να υποστηρίξουν την ποικιλία των τρόπων ζωής που πλέον μπορούν να επιλέξουν οι άνθρωποι. Οι «μεικτές» ή «ανασυγκροτημένες» οικογένειες είναι προϊόν των διαζυγίων, όπως ακριβώς και οι μονογονεϊκές οικογένειες. Όσο για τις υπόλοιπες «εναλλακτικές» μορφές οικογένειας, που τόσο πολύ εκθειάζουν οι φιλελεύθεροι –τα «μονοπρόσωπα νοικοκυριά», οι γάμοι των ομοφυλοφίλων κ.ο.κ.–, δεν βγάζει κανένα νόημα το να τις θεωρήσουμε οικογένειες, ακόμα και αν είχαν κάποια στατιστική βαρύτητα, που δεν έχουν. Η προσπάθεια να επαναπροσδιοριστεί η οικογένεια ως μια αμιγώς εθελούσια διευθέτηση (μία από τις πολλές «εναλλακτικές» μορφές συμβίωσης) τροφοδοτείται από τη σύγχρονη αυταπάτη ότι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να αφήνουν διαρκώς ανοιχτές όλες τις επιλογές τους, αποφεύγοντας κάθε περιορισμό ή υποχρέωση, στο μέτρο που οι ίδιοι δεν έχουν απαιτήσεις και «δεν επιβάλλουν τις δικές τους αξίες» σε άλλους. Ο επαναπροσδιορισμός της οικογένειας από την Αριστερά ενθαρρύνει την ψευδαίσθηση ότι είναι πιθανό να αποφύγει κανείς την «παγίδα» της ακούσιας συσχέτισης και την ίδια στιγμή να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματά της.             

Το ζήτημα της οικογένειας, το οποίο στις μέρες μας διχάζει την κοινωνία μας τόσο βαθιά, σε βαθμό που οι αντιτιθέμενες πλευρές να μην μπορούν καν να συμφωνήσουν σ’ έναν κοινό ορισμό της, καταδεικνύει και επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι η Αριστερά έχει χάσει την επαφή της με την κοινή γνώμη, επιτρέποντας έτσι στη Δεξιά να αυτοπαρουσιάζεται ως η παράταξη της κοινής λογικής. Η παραδοχή που βρίσκεται πίσω από τον παλιό ορισμό της οικογένειας είναι ότι οι δεσμοί συγγένειας, ακόμα και εκείνοι του γάμου και της υιοθεσίας, είναι δυνατόν να είναι πιο δεσμευτικοί από τους δεσμούς φιλίας και εγγύτητας. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να τους αξιολογούν θετικότερα. Για τους περισσότερους Αμερικανούς, ακόμα και για όσους είναι δυσαρεστημένοι με τον δικό τους γάμο, η οικογενειακή ζωή συνεχίζει να αντιπροσωπεύει μια σταθεροποιητική επιρροή και μια πηγή προσωπικής πειθαρχίας, μέσα σε έναν κόσμο όπου η προσωπική αποδόμηση αποτελεί πάντοτε έναν πιθανὀ κίνδυνο.  […]Αλλά εάν το ζήτημα της οικογένειας αναδεικνύει τις χαρακτηριστικές αδυναμίες του αμερικανικού φιλελευθερισμού, τις οποίες έχει αποτελεσματικά εκμεταλλευτεί η Δεξιά, αποκαλύπτει επίσης και το γιατί η δεξιόστροφη υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών αποβαίνει εν τέλει εξίσου αναποτελεσματική. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το βιβλίο της Ρίτα Κράμερ, In Defense of the Family (Υπερασπίζοντας την Οικογένεια). Παρ’ όλο που περιέχει αρκετά ικανοποιητικές αντιλήψεις σχετικά με την ανατροφή των παιδιών, η εξήγηση που δίνει στην κρίση της οικογένειας είναι εντελώς ανεπαρκής. Η Κράμερ λέει ότι  αυτή οφείλεται στην παρεμβατικότητα των ειδικών, στους φιλελεύθερους διανοούμενους που προβάλλουν τη δική τους επιτρεπτική ηθική ως επιστημονική αλήθεια, στα ΜΜΕ, και το γραφειοκρατικό κράτος πρόνοιας. Αντίθετα, αθωώνει τον βιομηχανικό καπιταλισμό, «ο οποίος λανθασμένα κατηγορείται για το ζήτημα», και γίνεται εντελώς εκθειαστική κάθε φορά που αγγίζει το ζήτημα της βιομηχανικής τεχνολογίας. Μιλάει με μεγάλη απαξίωση για εκείνους που «θέλουν να πετάξουμε όλες τις μηχανές και να επιστρέψουμε στους προβιομηχανικούς τρόπους ζωής». Επιμένει ότι μπορούμε να αντισταθούμε στα «συνθλιπτικά και παντοδύναμα ΜΜΕ» συνεχίζοντας να απολαμβάνουμε τις «αδιαμφισβήτητες ευλογίες της τεχνολογίας». Η θέση της μάλλον είναι ότι η πυρηνική οικογένεια αποτελεί, μακράν την ανώτερη μορφή ανατροφής των παιδιών, και η επιβίωσή της θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη – υπό τον όρο να πάψει ο παρεμβατισμός των ειδικών. 

Κρίστοφερ Λας

Έτσι, οι συντηρητικοί ταυτίζονται άθελά τους με τις κοινωνικές δυνάμεις που συμβάλλουν στην καταστροφή των παραδοσιακών αξιών.

Αυτό το επιχείρημα δεν λαμβάνει διόλου υπόψη του τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που δείχνουν ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν πλέον μέσα σε πυρηνικές οικογένειες. Δεν εξετάζει, επίσης, καθόλου το ενδεχόμενο οι γυναίκες να έχουν εισέλθει στην αγορά εργασίας, όχι γιατί έχουν παρασυρθεί από τη φεμινιστική ιδεολογία, έχοντας πειστεί ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος «αυτοπραγμάτωσης», αλλά γιατί δεν έχουν πραγματικά άλλη επιλογή. Όντως, κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, παρατηρήθηκε η κατάρρευση του μοντέλου «μία οικογένεια, ένας μισθός», στο οποίο είχε επενδύσει η αμερικανική επιχείρηση ως το καλύτερο μέσο ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης και εξουδετέρωσης της μαχητικότητάς της. Αυτή η εξέλιξη είναι μία ακόμα από εκείνες που ενθαρρύνουν την έλευση της «κοινωνίας των δύο τρίτων». Σήμερα, δεν ισχύει πλέον ο άγραφος νόμος ότι η βιομηχανία διατηρεί τους μισθούς σε ένα επίπεδο που να επιτρέπει σε έναν και μόνο μισθό να συντηρεί μία οικογένεια. Ήδη το 1976, μόνο το 40% των μισθών μπορούσαν να συντηρήσουν μια οικογένεια. Αυτή η τάση αντικατοπτρίζει, ανάμεσα σε άλλα, τη ριζική αποειδίκευση της εργατικής δύναμης, την υποκατάσταση της ειδικευμένης εργασίας από τις μηχανές, και τη μεγάλη αύξηση της κακοπληρωμένης, ανειδίκευτης εργασίας – μεγάλο μέρος της οποίας, βέβαια, αναλαμβάνεται από τις γυναίκες. Να, μία απ’ τις «ευλογίες» της τεχνολογίας, την οποία εκθειάζει η Ρίτα Κράμερ.

Εν τω μεταξύ, η καταναλωτική ηθική έχει εξαπλωθεί στους άνδρες, όπως αποκαλύπτει η Μπάρμπαρα Ερενράιχ στη μελέτη της με τίτλο TheHeartsofMen(Οι καρδιές των ανδρών). Για τριάντα χρόνια, περιοδικά όπως το Playboy παρακινούν τους άνδρες να θεωρούν τους εαυτούς τους όχι ως στυλοβάτες της οικογένειας, αλλά ως συβαρίτες, εραστές, βιρτουόζους του σεξ και του στυλ – με λίγα λόγια, ως πλευμπόι. Η ιδέα ότι οι άνδρες έχουν υποχρέωση να στηρίξουν τη γυναίκα και την οικογένειά τους μπήκε στο στόχαστρο όχι από φεμινιστές διανοούμενους ή γραφειοκράτες της κυβέρνησης αλλά από τον Χιου Χέφνερ[1] και άλλους υποστηρικτές του καταναλωτισμού.    

Είναι η λογική του καταναλωτισμού που υπονομεύει τις αξίες της αφοσίωσης και της διάρκειας και προωθεί ένα σύνολο από άλλες αξίες, καταστροφικές όχι μόνο για την οικογενειακή ζωή. Η Κράμερ υποστηρίζει ότι οι αρετές της παλιάς αστικής τάξης θα πρέπει να επανεκτιμηθούν σοβαρά, προτού τις απεμπολήσουμε στο όνομα της αυτοπραγμάτωσης ή του αλτρουϊσμού. Αλλά αυτές οι αξίες εγκαταλείπονται σήμερα, ακριβώς γιατί δεν υπηρετούν πια τις ανάγκες ενός συστήματος παραγωγής που στηρίζεται στην εξελιγμένη τεχνολογία, την ανειδίκευτη εργασία και τη μαζική κατανάλωση. […]

***

Οι αναγνώστες θα θεωρήσουν τις θέσεις μου δυσνόητες μόνο αν επιμένουν να πιστεύουν ότι κάθε θέση που δεν εντάσσεται ανοιχτά στο κλασικό σχήμα Αριστερά-Δεξιά παραπέμπει αυτόματα στη Δεξιά. Η εμπειρία της πόλωσης, με την άνοδο του Ρήγκαν στην εξουσία, ενίσχυσε την απαίτηση για ιδεολογική ομοιογένεια στο εσωτερικό της Αριστεράς, κι έτσι ενθάρρυνε αυτόν τον τρόπο σκέψης ο οποίος απευθύνεται κυρίως σε ανασφαλή άτομα που επιθυμούν πάντοτε να παίρνουν θέση στην ατελεύτητη διαμάχη μεταξύ των δυνάμεων της προόδου και εκείνων της «αντίδρασης». «Με ποια πλευρά συντάσσεστε λοιπόν;» Όσο τα στρατόπεδα ήταν ξεκάθαρα, αυτό το ερώτημα είχε κάποιο νόημα – και συνεχίζει να έχει για όσους τρέφουν μια ανιδιοτελή αγάπη για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, που τους κάνει να δυσπιστούν απέναντι στο χρήμα και την εξουσία, στεκόμενοι πάντα στο πλευρό των ταπεινών και καταφρονεμένων.

Ωστόσο, η Αριστερά έχασε κάθε ενεργό ενδιαφέρον γι’ αυτούς τους καταφρονεμένους. Πλέον είναι αλλεργική σε οτιδήποτε θεωρεί χαμένη υπόθεση. Το ηθικό πλεονέκτημα που κάποτε απολάμβανε πήγαζε από την ταύτισή της με τους καταπιεσμένους· όμως, η γοητεία που ασκεί στους διανοούμενους την έκανε δυστυχώς να επιλέξει μάλλον τη συστράτευσή της με τη «σωστή πλευρά της Ιστορίας» και της προόδου. Και το στοιχείο που ενίσχυσε την πίεση για επιλογή στρατοπέδου ήταν η βεβαιότητα ότι εκείνος που επέλεγε τον σοσιαλισμό διάλεγε τους νικητές, καθώς υπήρχε η βεβαιότητα ότι, εν τέλει, η «συνεργατική κοινοπολιτεία» μακροπρόθεσμα θα επικρατήσει. Εν τούτοις, η μόνη υπερασπίσιμη ηθικά επιλογή είναι να επιλέξει κανείς τον οίκτο, τη συμπόνοια και τη συγχώρεση, ενάντια στους άρχοντες και τις εξουσίες αυτού του κόσμου, να επιλέξει την αλήθεια έναντι της ιδεολογίας. Και για να κάνει κανείς αυτή την επιλογή σήμερα, θα πρέπει να απορρίψει εξ ίσου την Αριστερά και τη Δεξιά.  […]

Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι προτιμούν ακόμα τη σταθερότητα των μακροχρόνιων συζυγικών και δια-γενεακών δεσμεύσεων. Ωστόσο αυτές δεν υποστηρίζονται πλέον αρκετά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της επικρατούσας ιδεολογίας των ατομικών δικαιωμάτων – οι φιλελεύθερες κοινωνίες τείνουν να υπονομεύσουν την οικογενειακή ζωή, ακόμα κι όταν οι περισσότερες από αυτές διακηρύσσουν μια συναισθηματική προσκόλληση στις «οικογενειακές αξίες». Αυτή η τάση ήταν ήδη παρούσα από τις απαρχές της φιλελεύθερης καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα.

Ο οικογενειακός μισθός λειτούργησε, αρχικά, ως ένα ωχρό υποκατάστατο της αυτοσυντηρούμενης οικιακής οικονομίας, που καταστράφηκε από την εκβιομηχάνιση. Διότι, όχι μόνον οι μισθοί δεν έφταναν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της οικογένειας, αλλά το σύστημα του οικογενειακού μισθού, ειδικά όταν πετύχαινε τον σκοπό του, είχε ως συνέπεια να εξαρτά οικονομικά τις γυναίκες από τους άνδρες – κάτι που δημιουργούσε περαιτέρω προβλήματα.

Δεύτερον, η ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων ερχόταν σε σύγκρουση με τις «οικογενειακές αξίες» (κάτι που η Δεξιά ποτέ δεν επισήμανε). Προσδιορίζοντας το άτομο ως έναν ορθολογικό ωφελιμιστή, η φιλελεύθερη ιδεολογία δεν μπορούσε να αναγνωρίσει καμιά άλλη μορφή συσχέτισης πέραν εκείνης που στηριζόταν στον υπολογισμό του αμοιβαίου οφέλους – δηλαδή, σε ένα συμβόλαιο. Ο φιλελευθερισμός δεν αφήνει κανένα χώρο για εκείνες τις μορφές συσχέτισης που βασίζονται στην αυθόρμητη συνεργασία – ή, στην καλύτερη περίπτωση, καταδικάζει αυτές τις σχέσεις στην ανασφάλεια και το περιθώριο. Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να διαπληκτίζονται για τα δικαιώματά τους και για τη δίκαιη μοιρασιά των αγαθών, η αυθόρμητη συνεργασία καταρρέει. Και αντιστρόφως, όταν η συνεργασία καταρρέει, οι άνθρωποι αρχίζουν και διαπληκτίζονται για τα δικαιώματά τους. Δεν είναι τόσο σημαντικό να ξεδιαλύνει  κανείς ποιο προηγήθηκε ιστορικά, όσο το να αναγνωρίσει την ένταση που υφίσταται, από τη μία, ανάμεσα στη συμβασιακή συσχέτιση, του γάμου και της οικογένειας ιδιαίτερα, και από την άλλη πλευρά, στην άποψη που βλέπει την υπόσχεση της δέσμευσης όχι ως συμβασιακή υποχρέωση αλλά ως δοκιμασία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η υπόσχεση της δέσμευσης ισχύει όσο αυτή λειτουργεί προς αμοιβαίο όφελος, ή –σε μια παραλλαγή λίγο καλύτερη από αυτή την προνοητική ηθική– επειδή ο καθένας κρίνει επιθυμητή την εδραίωση της αντίληψης ότι τηρεί τις υποσχέσεις του. Η δεύτερη άποψη, αντίθετα, αρνείται να θεωρήσει ότι η τήρηση των υποσχέσεων είναι ζήτημα κοινωνικής σύμβασης. Υποστηρίζει ότι «αυτός που τηρεί τις υποσχέσεις του», όπως γράφει και ο Κ. Ρ. Μινόγκ  στο βιβλίο του TheLiberalMind(Ο φιλελεύθερος νους),«έχει διαφορετικό χαρακτήρα από εκείνον που τις αθετεί» και ότι «αυτός ο χαρακτήρας μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς μόνο με ηθικούς όρους».      

Καθώς είμαστε παράγωγα της φιλελεύθερης κουλτούρας μας, είναι δύσκολο για εμάς να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία που απέδιδαν άλλες πολιτικές παραδόσεις στην αυθόρμητη συνεργασία και την αξία που έχει η τήρηση των υποσχέσεων. Για τους Έλληνες, η δυνατότητα να τηρεί κανείς τις υποσχέσεις του εγγράφονταν στην ίδια τη φύση του ανθρώπου ως πολιτικού ζώου. Ο φεουδαλισμός στηριζόταν, επίσης, σε μια διαφορετική, αλλά εξίσου ισχυρή αξιολόγηση των δεσμευτικών όρκων. Η σύγχρονη αντίληψη, από την άλλη πλευρά, που καθορίζει τον πολίτη και τον υπεύθυνο ενήλικα –όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε– είναι θεμελιωδώς απολίτικη, και έχει να κάνει με τη δυνατότητα ορθολογικής επιλογής, του σωστού υπολογισμού της χρησιμότητας και της προσωπικής ωφέλειας. Δίνει, έτσι, μικρή σημασία στις δεσμευτικές υποσχέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η οικογένεια, ιδίως αν στην ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων προσθέσουμε και την καθολική υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι.

Η φιλελεύθερη ιδεολογία, όχι μόνον υποτιμά την οικογένεια, αλλά δεν μπορεί καν να την κατανοήσει. Σαν θεσμός της φαντάζει απολύτως ανορθολογικός, καθώς τα μέλη της, στην ιδεατή της μορφή, δεν σκέφτονται τα ιδιαίτερά τους συμφέροντα και τα δικαιώματα που έχουν σχεδιαστεί για να τα προστατέψουν – επιπλέον, μάλιστα, υπόσχονται να παραμείνουν μαζί και σε όλη τους τη ζωή. Τι ανοησία! Η όλη τάση της σύγχρονης κοινωνίας –του σύγχρονου φιλελευθερισμού, συγκεκριμένα– περιορίζει την οικογενειακή ζωή (νοούμενη σε οποιαδήποτε συμβατική εκδοχή της) στη σφαίρα της «νοσταλγίας».

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί ότι για την αστάθεια της οικογενειακής ζωής δεν θεωρώ υπεύθυνο τον φεμινισμό. Από τη στιγμή που ο τελευταίος είναι μια έκφραση εξαιρετικά βάσιμων διαμαρτυριών, και από τη στιγμή που η οικονομική και ιδεολογική επίθεση στην οικογενειακή ζωή προηγήθηκε της ανάδυσης του φεμινιστικού κινήματος, θα ήταν κουτό να κατηγορήσει κανείς τον φεμινισμό για τη διάλυση της οικογενειακής ζωής. Αλλά είναι εξίσου κουτό το να προσποιείται κανείς ότι ο φεμινισμός είναι συμβατός με την οικογένεια. Ο φεμινισμός είναι, μεταξύ άλλων, παράγωγο του φιλελευθερισμού και μοιράζεται την πίστη του τελευταίου στα ατομικά δικαιώματα, στις συμβασιακές σχέσεις και στην προτεραιότητα της δικαιοσύνης – πράγματα που δεν μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη φύση και την αξία της αυθόρμητης συνεργασίας. 

Αυθόρμητες ενώσεις, όπως είναι η οικογένεια, θεσμοποιούν (υπό μορφή υποσχέσεων, όρκων και διαθηκών) τη βούληση να αποδεχτούμε τις επιπτώσεις των πράξεών μας – και, στην περίπτωση της οικογένειας, την πράξη της τεκνοποίησης. H οικογένεια εντάσσει τις μεγαλύτερες γενιές στη ζωή των νέων. Αντιστρατεύεται την –ιδιαίτερα ανεπτυγμένη στο ανθρώπινο είδος και ιδιαίτερα στους άρρενες– τάση αποφυγής της ευθύνης των παιδιών. Η οικογένεια είναι η απάντηση της κουλτούρας στην ιδιαίτερη διαμόρφωση της ανθρώπινης βιολογίας, δηλαδή στην απουσία σεξουαλικής περιοδικότητας, που επιτρέπει στους ανθρώπους να τεκνοποιούν και να εγκαταλείπουν τα παιδιά, και στην παρατεταμένη εξάρτηση των νεαρών από τους γονείς. Ο συνδυασμός αυτών των δύο βιολογικών ιδιοτήτων θα μπορούσε να αποβεί θανάσιμος για τις δυνατότητες της αναπαραγωγής και της πολιτισμικής μεταβίβασης, εάν δεν υπήρχαν θεσμοί σχεδιασμένοι να συγκρατούν τους ανθρώπους κοντά στους απογόνους τους και να υποχρεώνουν και τα δύο φύλα να συμμετέχουν στη φροντίδα τους.

Παρ΄ όλο που ο θεσμός της οικογένειας εξανάγκασε τους άνδρες να γίνουν μονογαμικοί, η εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών στη σεξουαλική τους συμπεριφορά ερχόταν να δικαιολογήσει τις συχνές παρεκκλίσεις τους από αυτό το ιδεώδες, την ίδια στιγμή που οι γυναίκες τιμωρούνταν, ενίοτε βίαια και αυστηρά, για τις ίδιες παρεκκλίσεις. Αυτά τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ήταν ίσως η κυριότερη αιτία για την οποία τελικά η οικογένεια απαξιώθηκε.  […]

Επειδή το μονογαμικό ιδεώδες, όπως έχει θεσμοποιηθεί στην οικογένεια, έρχεται σε αντίθεση με την ανθρώπινη βιολογία, είναι βάσιμο να προσεγγίσουμε την οικογένεια κατ’ εξοχήν ως ένα σύστημα περιορισμών. Για την εποχή μας, εκείνη του Διαφωτισμού, η προφανής ανορθολογικότητα αυτών των περιορισμών, ακόμα και η ίδια η ιδέα των όποιων περιορισμών, πυροδοτεί πολλή δραστηριότητα προς αναζήτηση «εναλλακτικών τρόπων ζωής» (μια απόπειρα, ωστόσο, που είναι πολύ λιγότερο διάχυτη απ’ όσο θέλουν να πιστεύουμε οι απελευθερωτές μας, καθώς έρχεται σε αντίθεση με έναν σκληρό λαϊκό ρεαλισμό πάνω σε αυτά τα ζητήματα). Μπροστά σε αυτή την εξέγερση ενάντια στους οικογενειακούς περιορισμούς, είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε την αξία τους. Αξία, η οποία στηρίζεται όχι μόνο στο ανασταλτικό τους αποτέλεσμα –το ότι δηλαδή χωρίς αυτούς θα ήταν ευκολότερο για τους άνδρες να εγκαταλείπουν τις συζύγους και τα παιδιά τους–, αλλά και στο ότι η ύπαρξή τους επιτρέπει μια καλύτερη κατανόηση της ίδιας της ελευθερίας, σε μια εκδοχή της που υπερβαίνει την ταύτισή της με το δικαίωμα στις απεριόριστες επιλογές και στη «μη-δεσμευτική αφοσίωση». 

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Κρίστοφερ Λας, Ποιο είναι το σφάλμα της Δεξιάς; – Γιατί η Αριστερά δεν έχει μέλλον;, που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.


Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021

Η εποχή του μετανθρώπου

 

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι, σε αυτή τη νέα χιλιετία, με την φοβερότερη μετάβαση στην ιστορία του ανθρώπου, την μετάβαση προς τον «μετάνθρωπο».

Πράγματι, για πρώτη φορά, διαφαίνεται η δυνατότητα παρέμβασης στο γενετικό υλικό του ανθρώπου και κατά συνέπεια η δυνατότητα μιας τεχνητής μετεξέλιξης του ανθρωπίνου είδους ή μιας μετεξέλιξης των μηχανικών συστημάτων προς την κατεύθυνση ανθρωπίνων λειτουργιών, ή και τα δύο μαζί, σε μια συνάρθρωση ανθρώπου και μηχανής.

Αν λοιπόν, στο παρελθόν, και σε δύο μεγάλες «στιγμές», ο άνθρωπος έθεσε ως στόχο την «υπέρβαση» της ανθρώπινης φύσης, σήμερα ετοιμάζεται για το αποφασιστικό άλμα.

Η πρώτη στιγμή υπήρξε εκείνη της θρησκείας. Ο άνθρωπος υπερβαίνει τη θνητή και καθορισμένη του φύση μέσω της αναφοράς σε ηθικά και θρησκευτικά πρότυπα και της πίστης σε μια «άλλη ζωή» που θα του εξασφαλίσει την αθανασία.

Η δεύτερη «στιγμή» θα είναι η «παιδευτική»-πολιτισμική. Μέσω της «παιδείας» ο άνθρωπος θα «υπερβεί» τη φύση του και θα κατασκευάσει μια νέα ταυτότητα, εξ ολοκλήρου πολιτισμική. Ο διαφωτισμός και η ακρότατη συνέπειά του, ο μαρξισμός, θα θέσει ως προμετωπίδα του, το αίτημα της δημιουργίας του «νέου ανθρώπου», που πλέον θα έχει υπερ-κεράσει κάθε φυσικό ή ενστικτικό «προκαθορισμό». Φύση και ιστορία θα διαχωρίζονται ριζικά και απόλυτα, ο «άνθρωπος», μέσω του πολιτισμού, θα υπερβαίνει αμετάκλητα τη φύση.

Όμως, η αποτυχία των «παιδευτικών» ιδεολογιών, η διόγκωση των οικολογικών προβλημάτων, η κατάρρευση των κοινωνικών πειραματισμών του 20ού αιώνα υπονόμευσαν την πίστη στις πολιτισμικές και παιδευτικές διαδικασίες και μπροστά στα αδιέξοδα που πολλαπλασιάζονται -παράλληλα με μια, περιορισμένη ωστόσο, «επιστροφή» στη «φύση του ανθρώπου» και στη θρησκεία- στις πιο αναπτυγμένες τεχνολογικά κοινωνίες προετοιμάζεται μια νέα «στιγμή», τεχνολογική, που θα υπερβεί την αντίφαση Φύση-Ιστορία και θα οδηγήσει, κυριολεκτικά, σε ένα «νέο είδος ανθρώπου».

Η εξέλιξη της τεχνολογικής μηχανικής του ανθρώπου στοχεύει:

1.            Στην κατασκευή του «με-τανθρώπου», την παρέμβαση στην ίδια την ανθρώπινη φύση, όχι πλέον μέσω του πολιτισμού, της θρησκείας, της ιδεολογίας, αλλά πάνω στο ίδιο το βιολογικό «υλικό».

2.            Στην επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης και της δημιουργίας νέων τεχνολογικών πλασμάτων που σε λίγες δεκαετίες θα «ανταγωνίζονται» τον ίδιο τον ανθρώπινο εγκέφαλο σε όλα τα επίπεδα, όπως το κάνουν ήδη π.χ. στο σκάκι.

Αυτή η εξέλιξη έχει ήδη αρχίσει να διαγράφεται τις τελευταίες δεκαετίες με την προσθετική ιατρική, τις μεταμοσχεύσεις, την τεχνητή γονιμοποίηση, την κλωνοποίηση, την θυελλώδη εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής και της πληροφορικής, την ευγονική, την παρέμβαση στο γονιδιακό υλικό ζώων και φυτών, τέλος το εγχείρημα χαρτογράφησης του ανθρώπινου DNA

Και είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μόλις στην αρχή.

Είναι ίσως η δραματικότερη «στιγμή» στην ανθρώπινη ιστορία. Ο άνθρωπος αναλαμβάνει το ρίσκο της αυτομετατροπής του σε έναν «μετάνθρωπο» και τα ζητήματα που θέτει αυτή η νέα εποχή είναι χωρίς προηγούμενο:

Α. Προβλήματα οικολογικής και βιολογικής υφής.

Ο άνθρωπος θα μπορέσει άραγε να ελέγξει παρεμβάσεις στο γονιδιακό υλικό που μπορούν να αποβούν καταστροφικές και να οδηγήσουν ακόμα και σε τερατογενέσεις; Ή μήπως τα «βιολογικά ρομπότ» και οι μηχανές της τεχνητής νοημοσύνης, της συνεπαφής (interface) ζωικών ιστών και μηχανών, που ευαγγελίζονται ορισμένοι ρομποτικο-γενετιστές, μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και σε μια «ανεξέλεγκτη εξέγερση των ρομπότ», τέτοια που έχει ήδη περιγράψει ο Ασίμωφ και οι άλλοι «πατέρες» της επιστημονικής φαντασίας;

Β. Ηθικά και κοινωνικά προβλήματα.

Ποιος άραγε θα ελέγχει αυτές τις διαδικασίες; Οι αναπτυγμένες χώρες, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι πλούσιοι που θα επιχειρήσουν πιθανόν διάφορες εκδοχές (soft ή hard) γενετικής διαφοροποίησης των ανθρώπων σαν και αυτή που περιέγραφε ήδη ο Χάξλεϋ; Υπάρχει δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου αυτών των διαδικασιών; Ποιοι είναι οι ηθικοί φραγμοί και τα όρια που θα πρέπει να θέσουν οι άνθρωποι σε μια τέτοια εξέλιξη; Τέλος, αλλά όχι ελάχιστο, ποια είναι η τύχη των ταυτοτήτων, εθνικών, πολιτισμικών, φυλετικών, απέναντι στην δημιουργία του μετανθρώπου; Η έννοια της ταυτότητας -τουλάχιστον της συλλογικής- θα πάψει πλέον να έχει οποιοδήποτε νόημα και θα επιβιώσει μόνο η ατομική-σειριακή ταυτότητα;

Γ. Φιλοσοφικά και θρησκευτικά ζητήματα.

ADVERTISEMENT

REPORT THIS AD

Ποια είναι η θέση που μπορεί να πάρει η φιλοσοφία απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις; Και ιδιαίτερα η φιλοσοφία της κριτικής του εργαλειακού ορθολογισμού και του εργαλειοποιημένου ανθρώπου; Και ποια μπορεί να είναι η εξέλιξη της θρησκείας μπροστά σε μια τέτοια προοπτική; Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα όπου το βουλιμικό-εξουσιαστικό δυναμικό του ανθρώπου αναδεικνύεται κυρίαρχο μπρος στις νέες προκλήσεις που διαγράφονται; Για μια ακόμα φορά οι κοινωνίες θα πρέπει να επιλέξουν. Και οι δυνατές επιλογές είναι πολλές, όσοι και οι πιθανοί συνδυασμοί λύσεων.

Θα μπορέσουμε ωστόσο να διακρίνουμε τρεις μεγάλες κατευθύνσεις:

Η πρώτη είναι εκείνη της «τεχνοφασιστικής» αντιμετώπισης των αδιεξόδων. Υπάρχει έλλειψη τροφίμων; Δημιουργούμε γενετικά μεταλλαγμένα τρόφιμα, άσχετα με πιθανούς κινδύνους και επιπλοκές! Οι άνθρωποι αυξάνονται υπερβολικά στον πλανήτη; Κατασκευάζουμε τεχνητά μεγαθήρια όπου σε ένα κτίριο θα ζουν ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, όπως ετοιμάζεται στην Ιαπωνία. Το κόστος των συνταξιούχων και των ασθενειών γίνεται δυσβάστα το , καθώς ο ι πληθυσμοί γερνούν σταδιακά, κατά συνέπεια παρεμβαίνουμε στο γονιδιακό υλικό για να αντιμετωπίσουμε τις ασθένειες, άσχετα με τους πιθανούς κινδύνους της απρόβλεπτης μεταλλαγής του ανθρώπινου γονιδιώματος. Αντιμετωπίζουμε προβλήματα υγείας ή εμφάνισης, η απάντηση είναι «απλή», δημιουργούμε έναν ημιτεχνητό άνθρωπο, όπως γίνεται ήδη με την προσθετική ιατρική, την προσθήκη σιλικόνης στα στήθη των γυναικών και τέλος επιτυγχάνουμε την «αιώνια Νεότητα» με κάποιο ενισχυμένο viagra. Και βέβαια η πορεία δεν έχει τέλος: Μεσομακροπρόθεσμα, δημιουργούμε νέα είδη, κατασκευασμένα στον δοκιμαστικό σωλήνα και πιθανώς σε κάποια πιο απομακρυσμένη στιγμή θα φθάσουμε ακόμα και σε νέα ανθρωποειδή ή ανθρωπίδες, πιθανόν και ρέπλικες, όπου το ζωντανό έμβιο υλικό θα συνδυάζεται με το μηχανικό-άψυχο. Έτσι, δεν θα διαταραχθεί το σημερινό μοντέλο της σπατάλης και της ερήμωσης της γης και πιθανώς την άνοδο της θερμοκρασίας από το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα την αντιμετωπίσουμε με γονιδιακές μεταλλάξεις, φυτών, ζώων και… ανθρώπων, αντί να καταργήσουμε π.χ. την εκτεταμένη καύση του πετρελαίου. Πρόκειται για την εκδοχή που το οικολογικό κίνημα στην πρώτη του νεότητα χαρακτήριζε τεχνο-φασιστική, εκδοχή απολύτως συμβατή με την σημερινή φάση της ανθρώπινης ιστορία ς , την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Σ ε μια τέτοια εκδοχή όλο και περισσότερα εμπορεύματα θα κυκλοφορούν με αυξανόμενα μεταφορικά μέσα και ο πλανήτης θα μεταβληθεί σε ένα τεχνο-γαιο-ανθρώπινο σύστημα.

Η δεύτερη μεγάλη κατεύθυνση είναι εκείνη του τρόμου και της απορίας μπροστά στο νέο που έρχεται- η οποία οδηγεί είτε στη σιγή και το φόβο μπροστά στις σαρωτικές αλλαγές που ανατέλλουν είτε στην αναδίπλωση σε παρωχημένες δοξασίες και πίστεις-την επιστροφή σε κάποιον χρυσό αιώνα του παρελθόντος. Ιδιαίτερα σε μας, στην Ελλάδα, σε μια στιγμή διερώτησης για τη συλλογική μοίρα μας στη νέα χιλιετία, η προσφυγή στο ιστορικό μας παρελθόν παίρνει ακόμα και μορφές καρικατούρας. Αυτή η αναδίπλωση σημαδεύει συχνά τους πιο ευαίσθητους και αξιόλογους ανθρώπους που δεν μπορούν να ανεχθούν την λογική της ομοιομορφοποίησης και της κυριαρχίας των τεχνημάτων πάνω στον άνθρωπο. Οι τελευταίοι ενίοτε απαντούν αποκλειστικά με ηθικά κριτήρια στην έλευση ενός τρομακτικού κόσμου. Τα απαραίτητα ηθικά κριτήρια αρκούν άραγε για τη συγκρότηση μιας συνεκτικής απάντησης απέναντι σε μια “αδήριτη τεχνο-πραγματικότητα” κατασκευασμένη από πυρίτιο και ριβονουκλεϊνικά οξέα;

Τέλος, είναι πιθανή, ή δυνατή, μια τρίτη αντιμετώπιση: Μια αντιμετώπιση επιλεκτικής χρήσης της τεχνολογίας, η απελευθέρωσή της από την εμπορευματική λογική του «αποτελέσματος» που αποτιμάται σε κέρδος, η αναβάθμιση της ανθρώπινης παράδοσης παράλληλα με την αναφορά στο μέλλον. Γιατί το μεγάλο ερώτημα θα είναι ακριβώς η εξανθρώπιση του μέλλοντος μας. Έτσι, η καθιέρωση «απαγορεύσεων» παράλληλα με την ανάπτυξη της γνώσης σε κατευθύνσεις που ενισχύουν την ανθρώπινη κοινωνικότητα και αλληλεγγύη μπορεί να είναι η μόνη μη τεχνοφοβική απάντηση στην πρόκληση του μέλλοντος. Αλλά είναι προφανές πως η αλλαγή της σχέσης με την τεχνολογία και την παράδοση προϋποθέτει ριζικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές.

Θα πρέπει να απαντήσουμε με σαφή τρόπο στο ερώτημα εάν η τεχνολογία είναι «ουδέτερη» και άρα το μόνο πρόβλημα έγκειται στην «καλή» ή «κακή» χρήση της, όπως ισχυρίζεται ο τεχνολάγνος «προοδευτισμός».

Προφανώς η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Αναπτύσσεται πάντα προς τις κατευθύνσεις που επιτάσσει το κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα και το ηγεμονικό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: Η έρευνα για τις εναλλακτικές και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναπτύχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, εξ αιτίας της ανόδου της τιμής του πετρελαίου. Αντίθετα στη δεκαετία του ’90 άρχισε και πάλι να καρκινοβατεί εξ αιτίας της… πτώσης των τιμών! Η έρευνα για τα μαζικά μέσα μεταφοράς έχει κυριολεκτικά καταποντιστεί ενώ αναπτύσσεται εκείνη για το ιδιωτικό αυτοκίνητο. Στην ιατρική αναπτύσσεται και χρηματοδοτείται η έρευνα για τις μεταμοσχεύσεις και όχι βέβαια για τις επιδημίες που μαστίζουν τον Τρίτο Κόσμο. Τέλος, τα πυρηνικά εργοστάσια, προτιμούνταν από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη γιατί προϋποθέτουν ένα συγκεντρωτικό μοντέλο διαχείρισης, ενώ αντίθετα οι ανεμογεννήτριες και τα ηλιακά οδηγούν σε διάχυση των ενεργειακών πηγών και της εξουσίας, κλπ. κλπ.

“Συμπεριφορά και συναισθήματα θα ελέγχονται με μικροτσίπ”

Εφαρμόζοντας την αρχή της επιλεκτικής χρήσης, μπορούμε να προωθήσουμε μια επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη που δεν θα οδηγεί στον “θαυμαστό καινούργιο κόσμο” του Χάξλεϋ και σε πειράματα με το γονιδιακό υλικό του ανθρώπου, αλλά στην εξάλειψη της άχρηστης και “βάναυσης” εργασίας προς όφελος των πιο δημιουργικών και αυτό-εμπλουτιστικών δραστηριοτήτων.

Το βέβαιο, παραφράζοντας τον Μαρξ, είναι ότι στη νέα χιλιετία “η πάλη των τάξεων θα μεταβληθεί σε πάλη για την κατεύθυνση και τη χρήση της τεχνολογίας”.

Οι επιλογές μας δεν μπορούν να έχουν μια τεχνοφοβική χροιά, αλλά να στοχεύουν στην αποκατάσταση μιας διαφορετικής σχέσης ανάμεσα στον ορθό λόγο και την ηθική και αισθητική διάσταση. Θα πρέπει εν τέλει να “επιστρέψουμε” στην αρχαιοελληνική και αναγεννησιακή αντίληψη του ορθολογισμού και της επιστήμης, που συνδεόταν αναπόσπαστα με το “ωραίο” και το “αγαθό” και να απορρίψουμε την εργαλειακή αντίληψη του ορθολογισμού της βιομηχανικής επανάστασης που αποσύνδεσε τον ορθό λόγο από κάθε ηθική και αισθητική διάσταση.

προδρομικος

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ (Του τυφλού της Ιεριχούς) (Λκ. 18, 35-43)

 

Ευκαιρία συνάντησης με τον Ιησού Χριστό

          Ο άνθρωπος μπορεί να χαρακτηρίζεται για το μεγαλείο του, αλλά και για την αδυναμία του σώματός του. Μια ασθένεια που δεν μπορεί να θεραπευτεί με ιατρικά  ή θεραπευτικά μέσα, προκαλεί στον άνθρωπο απογοήτευση. Στην περίπτωση αυτή ο ασθενής,  κατά πολλούς ανθρώπους, βιώνει το αίσθημα της μοναξιάς. Κανείς απ’ αυτούς δεν μπορεί να τον βοηθήσει ουσιαστικά και να τον απαλλάξει από την ασθένεια του.

          Οπότε απεγνωσμένα στρέφεται προς κάποιον που έχει επιτέλους αυτή την ιαματική δύναμη. Έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί μέσα στις ευαγγελικές διηγήσεις συναντούμε πολλές φορές τον Χριστό να συναναστρέφεται με ασθενείς και μάλιστα με βαριές και ανίατες  αρρώστιες.

          Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα  αποτελεί το τυφλός της Ιεριχούς, στον οποίο αναφέρεται ο  ευαγγελιστής Λουκάς. Και ενώ πολλοί προσπαθούν να καταπνίξουν τη φωνή  του, για να μην ενοχλεί, ο Ιησούς δεν τον προσπερνά, στέκεται, τον καλεί να έρθει κοντά Του και του δίνει το φως του, επαινώντας την πίστη του. Είναι βαθιά η επιθυμία του να βρει το φως του που με τόση λαχτάρα αναζητά, “Κύριε, ίνα αναβλέψω” είναι η κραυγή του τυφλού, στο ερώτημα του Χριστού: “τι σοι θέλεις ποιήσω;”.

          Ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε κάποια σημεία του γεγονότος αυτού.

          Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης βρίσκεται ίσως σε πλεονεκτικότερη θέση από πολλούς άλλους γύρω του. Διότι αν και δεν βλέπει, αναγνωρίζει τον Ιησού ως Σωτήρα, αυτόν δηλαδή που μπορεί να τον θεραπεύσει. Είναι ένας αδύνατος άνθρωπος ευρισκόμενος σε απομόνωση, που παρά τη σωματική του αδυναμία να δει το πρόσωπο του άλλου, ήταν τυφλός, είχε όμως την πνευματική αίσθηση να διακρίνει, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος είναι Εκείνος που μπορεί να τον λυτρώσει. ΄Έτσι φαίνεται ότι η φυσική όραση  δεν μας εξασφαλίζει ουσιαστικό φωτισμό. Με ανοιχτά μάτια μπορούμε να βρισκόμαστε σε φρικτό πνευματικό σκοτάδι.

          Αλλά σε βαθύ πνευματικό σκοτάδι ζουν και οι ψυχικά τυφλοί, αυτοί που κατέστρεψαν μέσα τους το αισθητήριο της πίστεως. Διότι έχοντας στρέψει την προσοχή τους στα σταυροδρόμια αλληλοσυγκρουόμενων ιδεών και κοσμοθεωριών, ζητώντας λύση στα πανανθρώπινα προβλήματα και απαντήσεις στις εσωτερικός τους ανησυχίες, βρέθηκαν χωρίς φως, χωρίς λύση των υπαρξιακών τους αναζητήσεων.

          Και σήμερα συναντούμε ασθενείς που αντιμετωπίζουν τον πόνο της αρρώστιας τους με διαφορετικούς τρόπους. Άλλοι την βλέπουν σαν μια αναπότρεπτη μοίρα, άλλοι ως κάποια σκοτεινή πλευρά της ζωής και άλλοι ως ένα μυστήριο που δεν ερμηνεύεται. Όσοι κυριεύονται από αίσθημα απαισιοδοξίας δεν βρίσκουν νόημα στην ασθένεια. Όμως έτσι χάνουν το νόημα της ζωής  και μένουν στο σκοτάδι. Ενώ οι αισιόδοξοι παραμερίζουν το πρόβλημα του σωματικού πόνου και καλλιεργούν την αίσθηση της ευτυχίας μέσα στις καταστάσεις που περιβάλλουν τον άνθρωπο. Ο τυφλός λοιπόν της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είχε την ικανότητα να ξεπεράσει το πρόβλημα της ασθενείας του.

          Ο Κύριος διδάσκει συνεχώς την καινούργια διδασκαλία Του με αξιοπιστία και αυθεντικότητα και αποκαλύπτει τον Θεό και τη Βασιλεία Του με ωραίες παραβολές και συναρπαστικούς λόγους. Συγχρόνως όμως δείχνει έμπρακτα τη δύναμη αυτής της Βασιλείας και το ενδιαφέρον Του για τους ανθρώπους . Διότι ένας Θεός με ωραίες και υψηλές διδασκαλίες, αλλά χωρίς αγάπη και συμπάθεια για την ανθρώπινη δυστυχία και περιπέτεια δεν θα ήταν πραγματικός Θεός. Αλλά ο Θεός που φανερώνει στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός, είναι Θεός αγάπης.

          Τίποτε δεν μπορεί να συμβεί στον άνθρωπο χωρίς να θέλει και να το επιτρέπει ο Θεός. Και ό, τι θέλει και επιτρέπει ο Θεός στηρίζει το καλό και όχι το κακό. Γι’ αυτό και όλα όσα συμβαίνουν, μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον άνθρωπο με απώτερο σκοπό την πνευματική του ωφέλεια και προκοπή. Όμως  για να το πετύχει αυτό ο άνθρωπος πρέπει να έχει ακράδαντη ελπίδα στην Πρόνοια του Θεού. Διότι με αυτή την ελπίδα μπορεί να διατηρήσει πάντοτε ανοιχτή την προοπτική του μέλλοντος και γίνεται δυνατή η μετατροπή του πόνου σε πνευματική ενέργεια. Η αδυναμία μετασχηματίζεται  σε δύναμη.

          Ακριβώς  με μια τέτοια ελπίδα και δύναμη κατάφυγε ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής περικοπής στον Χριστό για να βρει το φως του. Χωρίς αυτή την ελπίδα ο άνθρωπος αδυνατεί να κρατηθεί όρθιος στη ζωή. Καταβάλλεται από τον πόνο, αποθαρρύνεται και βλέπει τον αφανισμό του ως διέξοδο.

          Αλλά και σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε αυτό το φαινόμενο της Ιεριχούς. Και όχι βέβαια πάντοτε με πιστούς ανθρώπους. Συμβαίνει πολλές φορές να προσεγγίζουν την Εκκλησία και άνθρωποι που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχαν καμία σχέση με αυτή. Βλέπουμε να προσέρχονται στην Εκκλησία  άνθρωποι που ζητούν από τους ιερείς να τους διαβάσουν  μια  ευχή ή μια παράκληση υπέρ υγείας για κάποια ασθένεια, εκείνοι οι άνθρωποι που μέχρι τότε δεν πίστευαν ή  ακόμη και γελούσαν μόνο και μόνο με την ιδέα όλων αυτών.

          Έστω και έτσι. Ο Χριστός δίνει και σ’ αυτούς τη δυνατότητα να Τον γνωρίσουν, για να απαλύνει και ελαφρύνει τον πόνο τους, τη θλίψη τους με τη χάρη του Θεού, ανακαλύπτοντας τη διέξοδο όχι μόνο να ελπίσουν σε κάτι καλύτερο σχετικά με την υγεία τους, αλλά και να στραφούν προς τον Θεό, βρίσκοντας τελικά τον πνευματικό τους προσανατολισμό.

          Η Εκκλησία μας με την σημερινή ευαγγελική διήγηση αυτή θέλει να μας βοηθήσει να δούμε επιτέλους και τη δική μας  τύφλωση, που βέβαια αν την ξέρουμε, δεν θα ήταν τύφλωση. Εξ άλλου τυφλοί είναι όσοι δεν βλέπουν το φως του κόσμου που είναι ο Χριστός.

          Ο τυφλός της Ιεριχούς βρήκε το φως του, όταν πλησίασε τον Χριστό, όταν του μίλησε, όταν άκουσε τη φωνή Του. Οι σημερινοί πνευματικά τυφλοί δεν έχουν παρά να κάνουν το ίδιο. Να πλησιάσουν τον Χριστό που από τα βάθη των αιώνων εξακολουθεί να διακηρύττει: “Εγώ είμι το φως του κόσμου, ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήσει εν τη σκοτία, αλλ’ έξει το φως της ζωής”.

          Καλή Κυριακή

          π. γ. στ.

Σεξ στην εφηβεία

 

 Η σεξουαλική δραστηριότητα στον άνθρωπο δεν ορίζεται μόνο από τη φύση (όπως στα ζώα) αλλά και από την επιθυμία. Επειδή όμως πρόκειται για ένστικτο, η διαχείρισή του μπορεί να έχει συνέπειες, είτε θετικές για τον άνθρωπο είτε αρνητικές.

Στην εποχή μας υπάρχει μια αυτόματη αντίδραση (σαν ψυχολογική αλλεργία) στην επισήμανση ότι η σεξουαλικότητα μπορεί να έχει και αρνητικές συνέπειες. Οι έφηβοι – και των δύο φύλων – υφίστανται ένα διαρκή βομβαρδισμό από σεξουαλικά ερεθίσματα, που φτάνει στα όρια της πλύσης εγκεφάλου, με αποτέλεσμα το σεξ να τους γίνεται έμμονη ιδέα και να τους απασχολεί καθημερινά.

Τα ερεθίσματα αυτά είναι δύο ειδών:

α) σεξουαλικές εικόνες και μηνύματα, που βρίσκονται παντού: από την τηλεόραση και το διαδίκτυο μέχρι το ντύσιμο της μόδας, τις εκπομπές lifestyle, τα νεανικά τραγούδια κ.λ.π. κ.λ.π.,

β) μηνύματα, επίσης από παντού, που επιμένουν ότι η επιδίωξη σεξουαλικών απολαύσεων στην εφηβική ηλικία είναι κάτι θετικό και η αποφυγή τους σημαίνει ότι «ντρέπομαι για το σώμα μου», πράγμα αφύσικο.

Το να παραμείνει παρθένος ένας έφηβος ή μια έφηβη – ενώ μπορεί να «χαίρεται τη ζωή» με ερωτικές εμπειρίες που κυμαίνονται από το απλό ερωτικό φιλί μέχρι την πλήρη σεξουαλική επαφή, με «προστασία» βέβαια για αποφυγή εγκυμοσύνης – προβάλλεται ως κάτι αρνητικό, αφύσικο και ακατανόητο, ως άρνηση της χαράς της ζωής, πράγμα που για το σύγχρονο άνθρωπο έχει γίνει ένα ιδιόμορφο είδος (αθεϊστικής) αμαρτίας. Ιδίως αμερικάνικες ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές προβάλλουν αυτό το πρότυπο απελευθερωμένου έφηβου και έφηβης και εμείς, ως γνωστόν, αντιγράφουμε αυτά τα πρότυπα πλήρως και χωρίς αντίσταση, γιατί δεν υπάρχουν πια άλλα πρότυπα στη σκέψη και τη φαντασία μας. Και θα ρωτήσει εύλογα ο αναγνώστης: και γιατί να υπάρχουν ή ποια μπορεί να είναι αυτά τα «άλλα» πρότυπα;

Θα έλεγα ότι δύο πράγματα κυριαρχούν στη φαντασία του σημερινού έφηβου: το σεξ, σε όλες τις μορφές του, και ο θάνατος. Ο θάνατος προβάλλεται με ιστορίες τρόμου και περιπέτειες τεράτων (βρικολάκων, λυκανθρώπων, ζωντανών-νεκρών), συχνά ανακατεμένες με γοητευτικό νεανικό ερωτικό στοιχείο, ενώ για τους προέφηβους υπάρχουν και αντίστοιχα κινούμενα σχέδια με πλήρες σετ διαφημιστικών προϊόντων για το σχολείο, παιχνιδιών κ.λ.π. Εννοείται ότι στα παιχνίδια υπολογιστών κυριαρχούν οι εφιαλτικοί κόσμοι, γεμάτοι βία, τρόμο, τέρατα και θάνατο.

Αναρωτιέμαι αν τα δύο αυτά στοιχεία – σεξ και θάνατος – έχουν γεμίσει τόσο την εφηβική φαντασία και ψυχή συμπτωματικά ή αν συνδέονται μεταξύ τους. Θα υποθέσω μια σύνδεση: ο έφηβος καλείται να εξορκίσει το θάνατο κάνοντας σεξ, όμως αυτό το σεξ (που είναι καθαρά εμπορικό και φτηνό και δεν περιέχει αγάπη, από το φόβο της προδοσίας) οδηγεί σε ένα νέο συναίσθημα κενού, άρα θανάτου. Ακολουθεί νέα καταφυγή στο σεξ κ.ο.κ. Έτσι, οι μεν πολυεθνικές του θεάματος, και όχι μόνο, θησαυρίζουν, οι δε δυστυχισμένοι άνθρωποι αλλοτριώνονται και ναρκώνονται, παράγοντας μελλοντικούς αλλοτριωμένους και ναρκωμένους ενήλικες.

 Τα παραπάνω, αν τα πει ένας ιερέας ή θεολόγος (καλή ώρα), θεωρούνται σκοταδιστικά κηρύγματα. Αν τα πει ένας κοινωνιολόγος ή ψυχολόγος, γίνονται σεβαστά και αποδεκτά. Είναι λογικό αυτό, όμως ας επισημάνω ότι ένας καταρτισμένος ιερέας ή θεολόγος διαθέτει επαρκές επιστημονικό υπόβαθρο για να κατανοήσει την ανθρώπινη ψυχή και κοινωνία, ακόμη κι αν χρησιμοποιεί μόνο το Ευαγγέλιο και τους Πατέρες της Εκκλησίας (δηλαδή τους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, παλαιούς και σύγχρονους). Τέλος πάντων.

 

Αυτή η πλύση εγκεφάλου που γεμίζει το νου του έφηβου και της έφηβης με δίψα για σεξουαλικές χαρές, συνυπάρχει με μια καλλιέργεια της ιδέας ότι ο άνθρωπος δεν επιτρέπεται να παντρευτεί πριν αποκατασταθεί επαγγελματικά, πράγμα που μπορεί να καθυστερήσει κι ως τα 40 χρόνια του! Έτσι, η ψαλίδα ανάμεσα στην αφύπνιση της σεξουαλικής επιθυμίας και στην θεωρούμενη ως κατάλληλη ηλικία γάμου έχει ανοίξει εκπληκτικά, προκαλώντας μια επιδημία ελεύθερων σεξουαλικών σχέσεων, που αρχίζουν στα σχολικά χρόνια και εκδηλώνονται στα διαλείμματα των μαθημάτων, στις βόλτες, στις νυχτερινές εξόδους για διασκέδαση και γενικά παντού. Ο νέος θεωρείται ανώριμος να παντρευτεί, αλλά «ώριμος» για να ζήσει ολοκληρωμένες σεξουαλικές εμπειρίες, προσέχοντας μάλιστα, όχι μόνο να μη μείνει έγκυος η κοπέλα (κι αυτό, όχι για άλλο λόγο, παρά για να μη λοξοδρομήσει από την κατευθυνόμενη εγωκεντρική ζωή, για την οποία την αναθρέφουν), αλλά και να μην αγαπήσει πραγματικά, ολοκληρωτικά και ανιδιοτελώς και «πληγωθεί»…

Περιττεύει να πούμε πως οι οικογένειες δε λένε ποτέ τίποτα στα παιδιά τους για την αξία της ψυχικής και σωματικής αγνότητας. Οι περισσότεροι γονείς δε σκέφτονται καν ότι υπάρχει τέτοια αξία, είτε γιατί και οι ίδιοι είναι εθισμένοι στο σεξουαλικό βομβαρδισμό που υφιστάμεθα όλοι, είτε γιατί απλώς έχουν πέσει νοκ-άουτ από το σφυροκόπημα των καθημερινών υποχρεώσεων, που διαρκώς αυξάνονται έχοντας μετατρέψει στο σύγχρονο άνθρωπο σε σκλάβο (προς όφελος εκείνων που θησαυρίζουν από την εξάντλησή του, με το κατευθυνόμενο δίπολο εργασία – κατανάλωση).

Η σεξουαλική αυτή ελευθεριότητα στην εφηβεία δεν έχει θετικές συνέπειες. Ο έφηβος αναζητά τη χαρά της ζωής. Η χαρά όμως δεν προκαλείται από τη σαρκική ηδονή, αλλά από την αγάπη. Η εμμονή στο σεξ και την ηδονή που προσφέρει, όχι μόνο δεν περιέχει αγάπη, αλλά και την αποφεύγει, γιατί η συναισθηματική επένδυση πιθανότατα δεν θα είναι αμοιβαία και θα προκαλέσει πληγές. Αλλά η αποφυγή της αγάπης προκαλεί νέες συσσωρευμένες πληγές, που γίνονται απωθημένα και τελικά οι συνέπειες όλου του πακέτου είναι μια δυστυχισμένη γενιά: από σεξουαλικό εθισμό, αναπάντεχες εγκυμοσύνες και εκτρώσεις – που, εκτός από το ίδιο γεγονός της εξολόθρευσης ενός αγέννητου παιδιού, έχουν ανυπολόγιστες ψυχικές και σωματικές συνέπειες για τις κοπέλες/μάνες – μέχρι προδοσίες, συναισθηματικά τραύματα, απελπισία, φόβο ενάντια στην εμπιστοσύνη, στην αγάπη, στον έρωτα, στη μόνιμη δέσμευση, μοναξιά.

Από το άρθρο: Οι έφηβοι μαθαίνουν τα πάντα για το σεξ στο Ίντερνετ. Ίσως όμως μάθουν κι εδώ κάτι άγνωστο ή κάτι πολύ τολμηρό, όπως η αγάπη κι ο Χριστός...

Ο σημερινός έφηβος ψάχνει τη χαρά της ζωής εκεί που δεν υπάρχει, παγιδεύεται και κατόπιν δε μπορεί καθόλου να βρει τη χαρά εκεί που υπάρχει, δηλαδή στην εμπιστοσύνη και την αγάπη. Δεν έχει αληθινούς παιδαγωγούς (το σχολείο έχει αποδυναμωθεί έντεχνα και, κατ’ εμέ, σκόπιμα), ενώ όσοι επιχειρούν να του προσφέρουν κάποια «σεξουαλική αγωγή» δε βλέπω να του λένε να αγαπά, να εμπιστεύεται, να ρισκάρει (με αυτοπεποίθηση και γενναιότητα) και να δεσμεύεται. Και φυσικά δεν τον συμβουλεύουν ποτέ να παντρεύεται!... Ή, έστω, να προσανατολίζεται προς το γάμο, να στοχεύει στο γάμο, που θα αποτελέσει τη θεραπεία όλων των παραπάνω, όταν βέβαια λειτουργεί σωστά. Αλλά πώς θα λειτουργήσει σωστά, όταν ο άνθρωπος παιδαγωγείται να έχει έναν εγωισμό φουσκωμένο σα μπαλόνι (δήθεν, για να μην τον υποτιμούν), άρα δε μπορεί να αγαπήσει, να θυσιαστεί, να υπακούσει ή έστω ν’ ακούσει τον άλλο (παρά μόνο όταν νιώθει ότι έχει εξασφαλίσει αντάλλαγμα), ενώ από κάθε μεριά όλοι βομβαρδιζόμαστε με φαντασιώσεις συζυγικής απιστίας;

Τι περίεργο! Δε βλέπουμε καμιά Παγκόσμια Ημέρα Γάμου ή Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Μοιχείας ή Κατά των Διαζυγίων Για Ψύλλου Πήδημα… Πώς κι έτσι.

Άραγε οι άγιοι διδάσκαλοι του χριστιανισμού, που μελέτησαν ή και έζησαν όλες τις πνευματικές καταστάσεις και που η διδασκαλία τους είναι θεμέλιο του πολιτισμού μας, τι γνώμη έχουν για τα παραπάνω;

Από τους αγίους (που είναι, κατ’ ουσίαν, θεραπευτές της ανθρώπινης ψυχής), αυτή η σεξουαλική επιδημία χαρακτηρίζεται πορνεία. Πριν εξοργιστείτε, να εξηγήσουμε το θέμα: οι άγιοι διδάσκαλοι της πνευματικής μας παράδοσης δεν κατακρίνουν ποτέ τον άνθρωπο, δεν τον απορρίπτουν ποτέ, αλλά χαρακτηρίζουν τις πράξεις για να μπορούν να βοηθήσουν να γιατρευτεί από τα ψυχικά του τραύματα. Μιλάω για τραύματα ηθικής προέλευσης, όχι νευρολογικής. Ο αμαρτωλός είναι θύμα της αμαρτίας, όχι εγκληματίας.

«Πορνεία» στη γλώσσα της Εκκλησίας (δηλ. όχι του παπά της ενορίας απλώς, αλλά εκείνων των σοφών και αγίων θεραπευτών), δεν ονομάζεται το επάγγελμα της πόρνης, αλλά η σεξουαλική δράση που δεν εντάσσεται σε μια σχέση ολοκληρωτικής αγάπης και ισόβιας δέσμευσης. Η επαγγελματίας πόρνη ονομάζεται έτσι, επειδή το επάγγελμά της περιλαμβάνει τέτοιες πράξεις. Πορνεία δεν ασκεί μόνο η πόρνη, αλλά και οι πελάτες της φυσικά.

Λοιπόν, η αποσύνδεση του σεξ από την απόλυτη αγάπη και την πραγματική και ολοκληρωτική ενότητα με τον άλλο, και η μετατροπή του σε μέσο απόλαυσης προσωρινής ηδονής, αυτό χαρακτηρίζεται πορνεία από την Εκκλησία. Ακριβώς δηλαδή αυτό που συμβαίνει σήμερα στο μυαλό και την ψυχή κάθε έφηβου. Οι έφηβοι δεν είναι ανήθικοι (αντίθετα, αναζητούν την ηθική, αλλά δεν ξέρουν πώς), είναι θύματα μιας πονηρής προπαγάνδας. Οι ελάχιστοι που αντιστέκονται, συνήθως υφίστανται ψυχολογικό πόλεμο (100% ρατσιστικό) ως «καθυστερημένοι» και συντηρητικοί, δηλ. θεωρούνται περίπου πνευματικά ανάπηροι ή συκοφαντούνται ως υποκριτές, ιδίως αν προστατεύουν την – ψυχική και σωματική – αγνότητά τους επειδή είναι πιστοί χριστιανοί.

Η πορνεία (μια δίψα για σεξουαλική ηδονή) εμποδίζει τον άνθρωπο να ερωτευτεί πραγματικά και μερικές φορές αυτή είναι που τον κάνει στ’ αλήθεια συναισθηματικά ανάπηρο και φοβισμένο. Εξηγώ: όταν βλέπω μια ημίγυμνη τηλεπαρουσιάστρια ή τραγουδίστρια (pop ή rock star) ή barwoman, τι βλέπω στ’ αλήθεια; Ένα κομμάτι σάρκα για κατασπάραγμα. Ή, αντίθετα (αν είμαι ηθικιστής), ένα πλάσμα άξιο για περιφρόνηση. Όχι ένα συνάνθρωπο, μια αδελφή μου, που σίγουρα έχει χαρές, λύπες, ανάγκες (όχι σεξουαλικές), πληγές, φόβους κ.τ.λ. Όχι κάποιον που με συγκινεί να του μιλήσω, να τον αγαπήσω και τελικά να τον βοηθήσω. Όταν όμως αυτή η ματιά προς τον άλλο γίνεται εθισμός (που ήδη έχει γίνει), η αγάπη εξορίζεται από τη ζωή μας. Και ήδη έχει εξοριστεί. Δε βρίσκουμε λόγο πια ν’ αγαπήσουμε τον πλησίον. Μήπως κάνω λάθος;

Αυτή η απουσία της αγάπης είναι η κόλαση. Η ανιδιοτελής αγάπη και συγχώρηση (άλλη μια λέξη που προκαλεί φρίκη στο μπερδεμένο και πελαγωμένο άνθρωπο του σήμερα) φέρνει την αληθινή και μόνιμη χαρά και είναι ο παράδεισος. Βέβαια, ο Χριστός και οι άγιοί μας είπαν πως η κόλαση και ο παράδεισος συνεχίζονται στην αιωνιότητα, σε βαθμό ασύλληπτο από κάθε φαντασία. Είπαν επίσης πως συνδέονται άμεσα με την αγάπη μας στο Θεό, δηλ. την ανταπόκρισή μας στην αγάπη που έχει έτσι κι αλλιώς ο Θεός για μας. Αυτό το θέμα (η αγάπη στο Θεό) είναι άλλος ένας στόχος, που τον πυροβολούν κάθε στιγμή εκείνοι που ελέγχουν τη ζωή μας και κατευθύνουν τη σκέψη μας. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν χωρίς ν’ ακούσουν τίποτα για την αγάπη του Θεού ή για την αγάπη προς το Θεό – εκτός αν είναι ο απρόσωπος «θεός» του βουδισμού ή του ινδουισμού, δηλ. ένα «κομμάτι του εαυτού μας», ένα εγωιστικό είδωλο, που αυτό, μάλιστα, προωθείται με όλα τα μέσα, μαζί με τη γιόγκα και την αστρολογία… Άλλο θέμα αυτό όμως.

Κάποιος ξένος καλλιτέχνης είπε σε μια συνέντευξη: «Αγαπάω πολύ τις γυναίκες. Όλη μου τη ζωή κολυμπάω σε γυναικείους κόλπους». Έχω να του πω ταπεινά ότι στην πραγματικότητα δεν αγαπάει, παρά μόνο τον εαυτό του και μάλιστα ένα συγκεκριμένο σημείο του εαυτού του. Φυσικά, δε θέλω να τον κατακρίνω. Αλλά πρέπει να πω πως έχει πάρει λάθος δρόμο, το δρόμο που προωθείται πλέον από όλα τα μέσα.

Δε θα μπω στο θέμα, κατά πόσον η «σεξουαλική επανάσταση» της δεκαετίας του 1950 διαμόρφωσε τους σημερινούς γονείς, που γέννησαν τους σημερινούς έφηβους. Θυμηθείτε τις κωμωδίες της δεκαετίας του 1980: ταινίες για εφηβικό κοινό, όπου όλα τα «αστεία» ήταν σεξουαλικά. Δυο γενιές μετά το 1950 μεγαλώνουμε τους έφηβους που στρέφονται – όπως είπα – γύρω από δύο άξονες: το σεξ και το θάνατο.

Αεναη Επανασταση, ΟΟΔΕ, Νεκρός για τον κόσμο

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2021

Τὶ εἶναι τὰ δάκρυα ποὺ χύνουμε γιὰ τὸν Κύριο;

Ὅταν μέ ἀκοῦς νά σοῦ μιλάω γιά δάκρυα, μή φαντάζεσαι ὅτι σέ θέλω γεμᾶτο πίκρες καί φαρμάκια.

Τά δάκρυα γιά τά ὁποῖα σοῦ μιλάω, δέν φέρνουν πίκρα στήν καρδιά, ἀλλά μιά γλύκα τόσο μεγάλη, πού δέν σοῦ τήν δίνουν οὔτε τά γέλια τά πιό τρανταχτά.

Δέν μέ πιστεύεις ἐμένα; Ἄκουσε τότε τόν ἅγιο Λουκᾶ. Μᾶς λέγει: Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν πιάσει τούς ἁγίους ἀποστόλους. Καί τούς ἔδωσαν «τό ξύλο τῆς χρονιᾶς τους»! Καί τούς ἔδιωξαν. Καί οἱ ἀπόστολοι ἔφυγαν γεμᾶτοι χαρά! (Πράξ. 5,41).

Τήν χαρά αὐτή, δέν τούς τήν προκάλεσε τό ξύλο! Αὐτό μόνο πόνο προκαλεῖ. Ὄχι εὐχαρίστηση. Ὄχι χαρά. Αὐτό ὅμως πού δέν τό κάνει τό ξύλο, τό κάνει ἡ πίστη στόν Χριστό. Γιατί ἡ πίστη στό Χριστό εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν φύση· ἐπάνω ἀπό ὅλα. Καί γι’ αὐτό τό ξύλο πού ἔφαγαν γιά χάρη Του, ἔγινε μέσα τους αἰτία καύχησης καί πηγή χαρᾶς.

Δυσκολεύεσθε ἀκόμη νά τό καταλάβετε, ὅτι τά δάκρυα, τό κάθε δάκρυ, πού χύνομε γιά τόν Χριστό εἶναι πηγή χαρᾶς; Νά μή δυσκολεύεσθε!

Τά δάκρυα πού χύνομε γιά τόν Χριστό, εἶναι μέσα μας πηγή χαρᾶς· βαθειᾶς χαρᾶς.

Γιατί εἶναι μεγάλος ὁ Χριστός.

Γιατί ἡ πίστη Του εἶναι μεγάλη.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Η Ελλάδα της Γιορτής - Του Χρήστου Γιανναρά

 

Την ώς τώρα ιστορία της ανθρωπότητας τη χωρίζουμε οι άνθρωποι σε δυο περιόδους: στην προ Χριστού (π.Χ.) και στη μετά Χριστόν (μ.Χ.).

Η διαίρεση αυτή δεν είναι σχήμα που το επέλεξαν οι λαοί της υδρογείου με κοινή συμφωνία – μόνο μια μειονότητα καταλαβαίνει ποιαν ιστορική λογική απηχεί μια τέτοια διαίρεση. Παγκοσμιοποιήθηκε η συγκεκριμένη περιοδολόγηση – χρονολόγηση μάλλον για λόγους χρηστικούς. Πρέπει να συνέδραμε και το γεγονός ότι τη γέννησαν και την εφάρμοσαν λαοί μπροστάρηδες στον πολιτισμό για πολλούς αιώνες, λαοί που επηρέαζαν την πορεία της σύνολης ανθρωπότητας.

Η αίσθηση του «ιερού» και η έννοια του «θείου» ήταν αυτονόητα δεδομένες και λειτουργικά αφομοιωμένες στις ανθρώπινες κοινωνίες πριν τη λεγόμενη «νεωτερικότητα». Οσο οι άνθρωποι (η πλειονότητα τουλάχιστον) διψούσαν να γνωρίσουν το «νόημα» (ουσία και σκοπό) της ύπαρξης και των υπαρκτών (όχι πρωταρχικά τη χρήση – χρησιμότητα), ο προβληματισμός ήταν για την «αλήθεια»: Υπάρχει υπαρκτική αλήθεια, ύπαρξη που δεν γνωρίζει περιορισμούς χώρου, χρόνου, φθοράς, θανάτου; «Πώς το θνητόν αθανασίας μετέχει» (Πλάτων) και γιατί «ου χρη ανθρώπινα φρονείν άνθρωπον ούτε θνητά τον θνητόν, αλλ’ εφόσον ενδέχεται αθανατίζειν» (Αριστοτέλης);

Μόνο με την ετοιμότητα που απηχείται σε μια τέτοια εκφραστική μπορούμε να κατανοήσουμε τον ραγδαίο εκχριστιανισμό της ελληνορωμαϊκής «οικουμένης». Η διαίρεση της Ιστορίας σε περιόδους «προ Χριστού» και «μετά Χριστόν» προϋπέθετε, ως κοινή και ενιαία βάση κοινωνικής συμβίωσης (πολιτισμού), την προτεραιότητα του ενδιαφέροντος για την αλήθεια και όχι για τη χρησιμότητα.

Μόλις πριν από μια ή και δυο γενιές, η περιοδολόγηση της Ιστορίας, με άξονα την ενανθρώπηση του Θεού, παρέμενε ένα αυτονόητο διεθνώς δεδομένο, με στέρεο υπόστρωμα βιωματικής βεβαιότητας. Σήμερα φράσεις, όπως «η γέννηση του Χριστού», «η ενανθρώπηση του Θεού», απηχούν ή μια εικονολογική, θρησκευτική έκφραση, εξωεμπειρική, παγιδευμένη στη στειρότητα των «πεποιθήσεων», ή μια ψυχολογική «μετουσίωση» (Sublimierung την είπε ο Φρόυντ) της επιθυμίας σε βεβαιότητα.

Ο εκχριστιανισμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της γης ήταν, προφανέστατα, πρόκληση και αφορμή προαγωγής της νοητικής καλλιέργειας και της καλλιτεχνικής ευαισθησίας – ο φιλοσοφικός προβληματισμός και η εκφραστική των Τεχνών λειτούργησαν όχι συνοδευτικά, αλλά ως άξονες συγκρότησης του εκκλησιαστικού γεγονότος. Γι’ αυτό και η σημερινή ραγδαία αποχριστιανοποίηση των κοινωνιών σε διεθνή κλίμακα, μοιάζει με έκπτωση δραματική σε παλιμβαρβαρισμό.

Η κοινωνία των σχέσεων αλλοτριώνεται ραγδαία σε διαπάλη συμφερόντων, στη διαπάλη πρωτεύει αυτονόητα η αυθαιρεσία της παντοδαπής ισχύος, ένας εφιάλτης αμοραλισμού, αναξιοκρατίας, αδίστακτης διαφθοράς. Ο κρετινικός πρωτογονισμός της απληστίας γεννάει την απάνθρωπη αδιαφορία για την ανημπόρια των αδύναμων, συντηρεί την υστερία πολεμικών, κάθε τόσο, συγκρούσεων, με σφαγές αόπλων, εφιαλτικούς βασανισμούς αθώων, προγραμματικές, σε τοπική κλίμακα, γενοκτονίες.

Οι μεγάλες Γιορτές της Χριστιανοσύνης, για πολλούς αιώνες, φανέρωναν κοινωνική συνοχή που τη γεννούσε αυτονόητα η πηγαία κοινή χαρά έμπρακτη. Σαρκωνόταν η εόρτια χαρά σε ιδιαίτερες γεύσεις, καλλικέλαδα άσματα, χορούς κυκλωτικούς. Σώμα ζωντανό το χωριό, η γειτονιά, αίμα της καρδιάς η πατρίδα. Χάθηκε σήμερα πια η Ελλάδα της Γιορτής, ο άπεφθος πολιτισμός μιας φτώχειας που έσωζε αρχοντιά, η γνησιότητα της σαρκωμένης στο αυτονόητο αρετής.

Αν είχε διασωθεί το λαϊκό ήθος της Γιορτής, θα ήταν αδιανόητο σήμερα το γκροτέσκο τηλεοπτικό θέαμα: αναμετάδοση της λειτουργικής σύναξης των πιστών, χωρίς συναγμένους πιστούς!! – η τηλοψία να καταργεί το εκκλησιαστικό γεγονός. Ενας άδειος, κλειδωμένος για τον λαό ναός να «λειτουργεί»: «λαού-το-έργο» η λειτουργία, έργο του λαού χωρίς τον λαό! Είναι σαν γάμος χωρίς νύφη και γαμπρό, σαν βαφτίσι χωρίς βαφτιζόμενο – θέαμα μόνο, δηλαδή ένα «στημένο» τίποτα, για ψυχολογική κατανάλωση και ηθικοδιδακτική «ωφελιμότητα».

Συνεπέστατος σε αυτό το τίποτα, ο ιερέας, στον καθεδρικό των Αθηνών, στήνει αναλόγιο στην «ωραία πύλη», ακουμπάει τα χαρτιά του και διαβάζει το διαγγελματικό του κήρυγμα. Παγερά άδειος ο ναός, για ποιον διαβάζει τις κηρυγματικές, χιλιοειπωμένες κοινοτοπίες του ο λειτουργός; Για υποθετικούς τηλεθεατές; Παρά την πολιότητά του, δείχνει να μην υποψιάστηκε ποτέ τη διαφορά του κηρύγματος από την προπαγάνδα, της Εκκλησίας από το ΚΚΕ.

Αν υπήρχε Εκκλησία, στη θέση της «επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας», το αναγκαίο κλείσιμο των ναών για την απειλή του κορωνοϊού θα ήταν πένθος τίμιο, συνεπές, ανυπόκριτη αγάπη που μοιράζεται (κοινωνεί) με όλους το μαρτύριο του πανικού και τον σταυρό της ασφυξίας. Η μικρή, ελάχιστη γωνιά της γης, που συντηρεί ακόμα το όνομα «Ελλάδα» (ίσως, στο περίπου και την ελληνική εκφραστική) έστω φθίνουσα, θα μπορούσε να φιλοδοξήσει ρόλο ιστορικό στο πανανθρώπινο πεδίο: Να διασώσει τη διαφορά της κατανόησης, από τη γνωστική αμεσότητα της σχέσης, διαφορά της ατομικής επιβίωσης από την κοινωνούμενη ετερότητα.

Τα Χριστούγεννα, η ενανθρώπηση Θεού, αν τα σημαίνοντα κυριολεκτούν, είναι το επαναστατικότερο άγγελμα που δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότητα.

Η Καθημερινή

Από Palmografos.com: Palmografos.com - Η Ελλάδα της Γιορτής - Του Χρήστου Γιανναρά