Σάββατο, 27 Μαρτίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Ευαγγέλιο: Μρκ. 2, 1 12

Το αβάστακτο βάρος

          Η σημερινή ευαγγελική διήγηση είναι πολύ γνωστή. Πρόκειται για τη θεραπεία του παραλυτικού της Καπερναούμ, όπου ο Ιησούς “εισήλθεν εις οίκον και εκήρυττε τον λόγον”. Η σύναξη του λαού ήταν ασφυκτική, και ενώ ο Χριστός ελάλει τον λόγο, έρχεται  μια ομάδα “παραλυτικόν φέροντες” και μάλιστα “αιρόμενον υπό τεσσάρων”. Και επειδή ήταν δύσκολο να εισέλθουν ξήλωσαν τη στέγη και έφεραν τον ασθενή μπροστά στα πόδια του Χριστού για να τον θεραπεύσει.

          Παρόντες Γραμματείς και Φαρισαίοι οι οποίοι συλλέγουν στοιχεία για να τον ενοχοποιήσουν. Και πράγματι τα λόγια του Χριστού προς τον παραλυτικό, “τέκνον αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου” κάνουν τους Ιουδαίους θρησκευτικούς ηγέτες ν’  απορούν λέγοντας , “τις δύναται αφιέναι αμαρτίας, ει μη ο Θεός;”. Αυτό θεωρήθηκε ως βλασφημία. Ποιος είσαι  εσύ που μιλάς έτσι; ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνον  ένας, ο Θεός. Ο Κύριος κατάλαβε τους διαλογισμούς τους και προχωρεί στο θαύμα της θεραπείας: “σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα. Έτσι για  να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη”.

          Τα λόγια αυτά του Ιησού μας δίνουν την ευκαιρία να κάνουμε κάποια σχόλια που έχουν σχέση και με την πνευματική μας ζωή, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο της Μ. Σαρακοστής.

          Ένας άνθρωπος ψυχικά υγιής αντέχει τις διάφορες ταλαιπωρίες της ζωής, όπως τη ζέστη και το κρύο, την πείνα και τη δίψα, τον κόπο και τον πόνο, τις αρρώστιες, μπορεί ακόμη και διωγμούς και βασανιστήρια. Ένα όμως δεν μπορεί ν’ αντέξει. Το βάρος της αμαρτίας. Το βάρος της αμαρτίας τον γονατίζει και τον συντρίβει. Ακόμη κι όταν δεν το νοιώθουμε πλήρως, αυτό ενεργεί ύπουλα στη ψυχή μας, αλλά και στο σώμα μας, το οποίο και το υποσκάπτει. Και υπάρχει περίπτωση αν δεν αντιμετωπίσουμε  έγκαιρα το θέμα αυτό να καταρρεύσουμε ψυχικά και σωματικά. Συνεπώς είναι ανάγκη να απαλλαχθούμε  από το βάρος των αμαρτιών μας.

          Το θέμα όμως είναι, από που προέρχεται αυτή η ανάγκη;

          Σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας ο άνθρωπος πλάστηκε για να ζει ειρηνικά με τον Θεό. Όμως η αμαρτία διατάραξε αυτή τη σχέση και αυτό είχε ως συνέπεια να εισέλθει μια αντίθετη κατάσταση με τη φύση του. Ήδη από  την αυγή της Δημιουργίας παρατηρούμε  αυτό που φαίνεται στη ζωή των Πρωτοπλάστων λόγω της παρακοής, η οποία  δημιούργησε την ενοχή και τη διαταραχή της ειρηνικής σχέσης με τον Θεό. Γι’ αυτό  και ένοιωσαν την ανάγκη να κρυφτούν από το πρόσωπο του Θεού.

          Αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί  να παραμένει διαρκώς κάτω απ’ αυτό το βάρος της ευθύνης των παρεκτροπών του. Απ’ εδώ ξεκινάει και η ανάγκη απαλλαγής από το βάρος των αμαρτιών του. Διαπιστώνουμε, ότι απο τη αρχή της ανθρώπινης ιστορίας υπάρχει μια συνεχής προσπάθεια  να συμφιλιωθεί ο άνθρωπος  με τον Δημιουργό του. Ο άνθρωπος θέλει ν’ αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον Θεό γι’ αυτό στήνει βωμούς, ιερά, κάνει  θυσίες, ιδρύει ναούς και λατρεύει το θείο.

          Εκείνο όμως που μας εντυπωσιάζει είναι,  ότι παρά τις απεγνωσμένες  προσπάθειες που κάνει ο άνθρωπος δε μπορεί  να ειρηνεύσει με τον εαυτό του, δεν νοιώθει, ότι συμφιλιώθηκε με τον Θεό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το δράμα του ανθρώπου, διότι εκτός απ’ αυτό προστίθεται και σώμα του θανάτου του έχει καταλάβει την ψυχή και “το σώμα του θανάτου”. Διότι η αμαρτία με τις όριζες που έχει δημιουργήσει μέσα μας, έχει αποκτήσει τέτοια δύναμη, σε σημείο που η θέληση μας να μην μπορεί να αντιπαλέψει  με επιτυχία αυτό τον αγώνα.

          Σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονταν ο άνθρωπος όταν ήλθε στον κόσμο ο “υιός του ανθρώπου, ο Ιησούς Χριστός, αλλά  στην ίδια κατάσταση βρίσκονται και σήμερα όσοι εξακολουθούν να μην κατανοούν το νόημα του μηνύματός Του.

          Μια όψη του χαρούμενου μηνύματος Του είναι, ότι με αυθεντία, με κύρος έχει αυτή την εξουσία να μας απαλλάσσει απο το βάρος της αμαρτίας. Αυτό το απίστευτο και αδύνατο γίνεται ήδη απτή πραγματικότητα. Το ακούσαμε σήμερα. “Εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας”. Και η εξουσία Του αυτή αποδεικνύεται θεραπεύοντας ενδεικτικά μερικές συνέπειες  της αμαρτίας , όπως όταν λέγει στον παραλυτικό: “έγειρε και άρον τον κράβατόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου”.

          Και αυτή τη λυτρωτική εξουσία ο Κύριος τη μεταβίβασε στους μαθητές Του, όταν τους λέγει: “ καθώς απέσταλκε με ο Πατήρ, καγώ πέμπω υμάς. Και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς, λάβετε πνεύμα άγιον, αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς”.

          Και οι μαθητές την εξουσία αυτή την διαβίβασαν στους διαδόχους των επισκόπους και στην Εκκλησία από τότε μέχρι σήμερα, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα ν’ απαλλαγεί από το βάρος των αμαρτιών του, να νοιώσει ότι αναγεννήθηκε κι έγινε νέος, καινός άνθρωπος, ειρηνικός και να προχωρήσει στην υπόλοιπη ζωή του.

          Βέβαια το καλύτερο θα ήταν να μην αμαρτάναμε. Το πιθανότερο όμως είναι ότι θα υποκύψουμε σε νέα λάθη και αμαρτίες και θα επιβαρύνουμε την ψυχή μας. Αλλά και πάλι “εάν τις αμάρτη παράκλητον έχομεν προς τον πατέρα, Ιησούν Χριστόν, δίκαιον και αυτός ιλασμός έστι περί των αμαρτιών ημών”.

          Αλλά με το πρόβλημα της απαλλαγής μας από το βάρος των αμαρτιών μας συμβαίνει κάτι  πολύ περίεργο: ενώ έχουμε τη δυνατότητα να πορευόμαστε τον ανηφορικό δρόμο της ζωής μας απαλλαγμένοι από το ενοχλητικό αυτό βάρος, το αφήνουμε να πιέζει τους ώμους μας και να κλονίζει τα βήματά μας. Αυτό προέρχεται και από άλλα αίτια, αλλά από ένα αδικαιολόγητο φόβο. Νομίζουμε, ότι καθώς πηγαίνουμε να αποθέσουμε το βάρος των αμαρτημάτων μας , ότι έχουμε και την υποχρέωση να μην αμαρτήσουμε ξανά, δηλαδή να μείνουμε αναμάρτητοι.

          Και  γνωρίζοντας , ότι είμαστε αδύναμοι άνθρωποι και θα φορτωθούμε και πάλι με νέες αμαρτίες, γι’ αυτό εξακολουθούμε να προχωρούμε με το ανυπόφορο φορτίο όλων των αμαρτιών. Ο τρόπος  αυτός είναι λανθασμένος και είναι σαν να μη θέλουμε να μας θεραπεύσει ο γιατρός επειδή είναι πιθανόν ν’ αρρωστήσουμε και πάλι.

          Μα θα πει κανείς: καλά, έτσι θα προχωρούμε στη ζωή μας; Θ’  αμαρτάνουμε με  ελαφρά τη συνείδηση και μετά θα ζητούμε συγχώρηση των αμαρτιών μας, για να εξακολουθούμε στη συνέχεια να αμαρτάνουμε;Αυτό δεν είναι ένας εμπαιγμός;

          Η απάντηση είναι: Ο Θεός απαιτεί από μας με καλή τη πίστει να ξεκινάμε τον αγώνα μας, τη δική μας προσπάθεια, και αν πέσουμε και πάλι σε κάποιο αμάρτημα, το πνεύμα του Θεού μας λέγει: “εάν τις αμάρτη παράκλητον έχομεν  προς τον Πατέρα”. Εάν κανείς αμαρτήσει έχουμε συνήγορο προς τον Θεό. Ποιον; Τον Ίδιο τον Κύριο. Αυτός ο Οποίος ως άνθρωπος γνώρισε τη δύναμη του πειρασμού, θα είναι ο συνήγορος μας.

          Κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται να διστάζουμε, γιατί εκείνος  που κρατά επάνω του το αβάσταχτο βάρος των αμαρτιών αδικεί τον εαυτό του και αχρηστεύει μια τεράστια δωρεά του Θεού.

          Το χρονικό διάστημα που διανύουμε τώρα, αυτή την περίοδο τη Μεγάλης Σαρακοστής, αποτελεί μια θαυμάσια  ευκαιρία για να μπούμε στο στάδιο των αρετών και της μετανοίας. Να χρησιμοποιήσουμε όλα τα πνευματικά μέσα που μας προσφέρει η Εκκλησία μας, για να βιώσουμε το Μυστήριο της Αναστάσεως του Κυρίου, αλλά και της δική μας εξανάστασης.

          Γι’ αυτό: “Προσερχώμεθα ουν  μετά παρρησίας τω θρόνω της χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν” ( Εβρ. 4, 16).

          π. γ. στ.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΚΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΤΕΡ
ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΣΑΣ.