Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: «Θα κάτσεις ήσυχα σε μια γωνιά και θα μιλήσεις στον Χριστό σαν να ήταν κοντά σου και να σε άκουγε»

Ήμασταν μόνοι στη βιβλιοθήκη που υπάρχει στο αρχονταρίκι της μονής. Γέροντα, θέλω να με μάθετε να προσεύχομαι, του είπα κάποια στιγμή. Να προσεύχεσαι; με ρώτησε με απορία. Επηρεασμένος από τα ινδουιστικά, φανταζόμουν ότι θα υπάρχει κάποια ιδιαίτερη μέθοδος, κάποια τεχνική... κάτι σαν τον διαλογισμό.

Ναι γέροντα, τι πρέπει να κάνω για να προσευχηθώ; Τί να πώ; πως πρέπει να κάτσω; Κατάλαβε την μεγάλη μου άγνοια, αλλά δεν έδειξε τίποτα. Να, κοίτα να δεις... απλά. Πρέπει να είσαι απλός. Θα κάτσεις ήσυχα σε μια γωνιά και θα μιλήσεις στον Χριστό σαν να ήταν κοντά σου και να σε άκουγε. Είναι μπροστά και σε ακούει... θα τα πεις σαν να μιλούσες σε κάποιον φίλο σου. Καθώς όμως συνέχιζε να μου μιλάει, ένιωσα κάτι κακό, περίεργο, να πέφτει πάνω μου και να με αλλοιώνει ψυχικά. Τον διέκοψα. Γέροντα, τώρα που μου μιλάτε, κάτι περίεργο μου συμβαίνει, κάτι με εμποδίζει. Έχει αλλάξει το μυαλό μου. Σας βλέπω κάπως... διαφορετικά. Με κοίταξε με ανησυχία. Δεν πειράζει παιδί μου, θα τα πούμε αύριο. Πάνε τώρα να ξεκουραστείς...

Είχε βραδιάσει πια. Πήγα στο δωμάτιο μου. Ήμουν μόνος αυτήν την φορά σε ένα μικρό δωμάτιο. Έπεσα να κοιμηθώ. Δεν θα είχα κοιμηθεί πολύ, όταν ξύπνησα ανήσυχος. Κάτι με πλάκωνε στο στήθος. Κάποιος είχε μπει μέσα στο δωμάτιο μου και με πίεζε στο στήθος. Άνοιξα τα μάτια φοβισμένος. Δεν έβλεπα τίποτα, παρά μόνο τα έπιπλα. Όμως... ένιωθα την ζωντανή παρουσία που με πίεζε αφόρητα. Χριστέ μου, δεν αντέχω άλλο βγάλε τον έξω από δω, είπα μέσα μου. Αμέσως ένιωσα το δωμάτιο να αδειάζει από αυτή την βαριά παρουσία. Πήγε και στάθηκε έξω από την πόρτα του δωματίου... απειλητικά. Δεν τόλμησα να κοιμηθώ. Πέρασα πολλές ώρες ανήσυχος, με την προσοχή τεταμένη. Κάποιος ήταν έξω από την πόρτα μου συνέχεια! Όταν ξημέρωσε πια, μπόρεσα και κοιμήθηκα λίγο. Μόλις ξύπνησα, κατέβηκα στην αυλή του μοναστηριού και έπεσα πάνω στον μοναχό, που είχαμε την κουβέντα χτες βράδυ για την προσευχή. Φαινόταν πολύ κουρασμένος, ξάγρυπνος. Πώς είσαι σήμερα; είσαι καλά; με ρώτησε γεμάτος αγάπη και ενδιαφέρον. Ναι γέροντα, μου έφυγε. Δεν έχω τίποτα τώρα, Ευχαριστώ, του είπα. Ένιωσα ότι αυτός ο άνθρωπος, είχε κουραστεί για μένα, προσευχόμενος την νύχτα, γιαυτό δεν μπορούσε να με πειράξει ο νυχτερινός επισκέπτης! Μέχρι σήμερα νιώθω υποχρέωση σε αυτόν τον άνθρωπο. Την άλλη μέρα, πήγα να δω τον π. Παΐσιο. Του είπα το συμβάν. Κάτσε να σου φέρω ένα πιστόλι, μου είπε γελώντας. Μπαίνει μέσα στο κελλί του και μου φέρνει ένα μικρό κομποσχοινάκι, 33άρι, με 33 κόμπους, όσα τα χρόνια του Χριστού και με έναν σταυρό. Ξέρεις μου λέει, αυτό πετάει πνευματικές σφαίρες. Κάθε φορά που λες την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, είναι σαν να πυροβολείς το διάβολο και δεν σε πλησιάζει. Πάρτο να το έχεις για άμυνα!

Χαρούμενος γιατί είχα κάτι δικό του το πήρα. Είπαμε και άλλα. Πάντοτε έφευγα από τον γέροντα πολύ καλύτερα από όταν πήγαινα, ξεκούραστος, με τα προβλήματα λυμένα, χωρίς απορίες, αισιόδοξος, τονωμένος ακόμα και με περισσότερες όχι μόνο ψυχικές, αλλά και σωματικές δυνάμεις. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, φόβος, δυσκολία. Μόνο χαρά, σιγουριά και ευτυχία θεϊκή. Ξαναγύρισα στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα που με φιλοξενούσε. Ένα βράδυ, ξαναφάνηκε ο Επισκέπτης. Αυτή την φορά όμως είχα... το πιστόλι του π. Παΐσιου. Μέσα στον ύπνο μου ακόμα, όταν ένιωσα την παρουσία του... πυροβόλησα. ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Αμέσως τραβήχτηκε μακριά μου. Συνέχισα να λέω την ευχή. Πήρα θάρρος και άρχισα να τον κυνηγώ. Προχώρησα προς το μέρος του. Όταν όμως πλησίασα αρκετά κοντά του, ένιωσα την παγερή δύναμη του και κοντοστάθηκα. Ήταν πολύ πιο δυνατός από μένα. Όρμησε κατά πάνω μου. ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Πυροβολούσα συνεχώς τώρα, έλεγα συνέχεια την ευχή. Τράπηκε σε φυγή. Λες και τον έκαιγαν τα λόγια της ευχής. Η ευχή, το όνομα του Χριστού είχε δύναμη, όχι εγώ.Εμένα μπορούσε να με λιώσει σαν κουνούπι στο χέρι του. Ξαφνικά μεταμορφώθηκε. Έγινε αστείος. Κοντός, χοντρός, σαν νάνος, με ένα σαρίκι στο κεφάλι, άρχισε να κάνει αστεία και να με πλησιάζει σιγά-σιγά, σαν για παιχνίδι. Ξαφνιάστηκα, σχεδόν γέλασα. Όμως μόλις με πλησίασε αρκετά, ένιωθε η ψυχή μου την απειλή και την κακία και ξανάρχιζα την ευχή. Έφευγε τρέχοντας από κοντά μου. Έτσι υπήρχε η ευχή του Ιησού σαν απόσταση ασφαλείας ανάμεσα μας. Δεν μπόρεσε να μου κάνει τίποτα, όπως στο παρελθόν που με έδερνε και ήμουν σαν παράλυτος, ανίκανος να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Εκείνο το βράδυ, με την δύναμη του Χριστού, έτρεψα σε φυγή τον δαίμονα και τον κράτησα μακριά μου. Είχα κερδίσει μια μάχη. Ο πόλεμος όμως, δεν τελείωσε. Συνεχίζεται σε κάθε μήκος και πλάτος της γης όπου υπάρχουν άνθρωποι. Η λύσσα του αόρατου εχθρού είναι μεγάλη και θέλει να τραβήξει στην κόλαση όσους περισσότερους μπορεί. Την ίδια στιγμή που έχει πείσει τον σημερινό ζαλισμένο άνθρωπο ότι δεν υπάρχει, τον έχει ρίξει με τα μούτρα στην λατρεία της ύλης και του πλούτου του οποίου είναι κλειδοκράτωρ! Τον έχει ρίξει στον αποκρυφισμό, στην μαγεία, στα μέντιουμ και την μασονία και κάθε είδους παραθρησκεία που είναι τα παιδιά του, και του σιγοψιθυρίζει το αιώνιο ψέμα που είπε και στους πρωτοπλάστους μέσα στην Εδέμ... ποιός θεός; Δεν υπάρχει θεός, δεν είναι. Εσείς είστε θεοί, ο άνθρωπος είναι θεός αρκεί να με ακούσετε, αρκεί να κάνετε ότι σας πω. Πότε με τέχνη και μαεστρία, δώρα και υποσχέσεις, πότε με φοβέρες και απειλές θέλει να παρασύρει τους πάντες στον όλεθρο. Ο Χριστός όμως, είναι παντοδύναμος. Τον έχει συντρίψει για χάρη μας πάνω στον σταυρό! Αρκεί εμείς, να μη λοξοκοιτάμε και φερόμαστε πολύ ανόητα και αχάριστα...
paraklisi.blogspot.gr

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

H διαφορά της πρόσληψης από τη μίμηση

Δ​​εν μοιάζει να υπάρχει πολίτης του ελλαδικού κράτους σήμερα που να αρνείται, ως πρωτεύουσα ανάγκη, τον εκσυγχρονισμό της χώρας μας. Kαθολικό αίτημα ο εκσυγχρονισμός, μόνο που με αυτή τη λέξη δεν καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο νόημα.Oλοι αντιλαμβανόμαστε από πείρα πως ό,τι είναι σύγχρονο, καινούργιο, νεότευκτο, δεν είναι οπωσδήποτε και θετικό για τον ατομικό ή τον κοινό μας βίο. Kαι ό,τι είναι συντηρημένο από το παρελθόν, δεν είναι υποχρεωτικά αρνητικό. Στις κοινωνίες που τις λογαριάζουμε «εκσυγχρονισμένες» και κατεξοχήν «προηγμένες», υπάρχουν θεσμοί, λειτουργίες, οργανωτικά σχήματα, που συνεχώς ανανεώνονται: προσλαμβάνουν και αξιοποιούν καινούργια επιτεύγματα της τεχνολογίας, καινούργια γνώση που παράγουν οι επιστήμες, η φιλοσοφία, οι Tέχνες – αλλά με κριτήριο τις ανθρώπινες ανάγκες, όχι το καινούργιο και σύγχρονο ως αυταξία.Παράλληλα συντηρούν θεσμούς, λειτουργίες, οργανωτικά σχήματα από το παρελθόν σαν πολύτιμα για τον συλλογικό και προσωπικό βίο κληροδοτήματα. Kυρίως συντηρούν κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων, δοκιμασμένα από τον χρόνο.

H καταξίωση του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας είναι σύμπτωμα που εμφανίζεται, κατά κανόνα, σε συλλογικότητες που μόλις αναδύθηκαν από τον πρωτογονισμό των χρήσεων (αγνοώντας τη συναρπαστική δυναμική των σχέσεων). ΄H σε συλλογικότητες που, εξαιτίας αρνητικών ιστορικών συγκυριών, έχουν παλινδρομήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Kαι στις δυο αυτές περιπτώσεις απουσιάζουν (δεν έχουν ακόμα διαμορφωθεί ή έχουν ανεπαίσθητα εκλείψει) κριτήρια αξιολόγησης ποιοτήτων: Δεν ενδιαφέρει η ποιοτική ικανοποίηση των αναγκών, αλλά ο εντυπωσιασμός από το καινούργιο, η ξιπασιά της απόκτησης του «μοδέρνου», το καμάρι για το εντυπωσιακό, το «πρωτόβγαλτο». H καταξίωση του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας είναι τυπικό σύμπτωμα και αναμφισβήτητη ένδειξη επαρχιωτισμού, εμμονής στην καθυστέρηση, στην ιστορική περιθωριοποίηση.

Eμείς οι Nεοέλληνες, πώς τα καταφέραμε να παγιδευτούμε, διακόσια χρόνια τώρα, στην παιδαριώδη εκδοχή του εκσυγχρονισμού ως αυταξίας; Προσλαμβάνουμε ταχύτατα και σχεδόν με ομοθυμία ό,τι πανευρωπαϊκά (τουλάχιστον) καταξιώνεται ως καινούργιο, σύγχρονο, προοδευτικό. Kαι πολύ σύντομα το μεταμορφώνουμε σε κωμικό (αλλά βασανιστικό για μας τους ίδιους) εξάμβλωμα του πρωτοτύπου.Προσθέστε το επίθετο «ελληνικός» σε ονομασίες σπουδαίων θεσμικών επιτευγμάτων της νεωτερικότητας, και αμέσως το σημαινόμενο προκαλεί μειδίασμα ή γέλωτα ηχηρό. Π.χ.: ελληνικός κοινοβουλευτισμός, ελληνικό Iδρυμα Kοινωνικών Aσφαλίσεων, ελληνικό κτηματολόγιο, ελληνικό φορολογικό σύστημα, ελληνική πολεοδομία, ελληνικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί, ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, ελληνικού δημοσίου μηχανοργάνωση – και πολλά, πάμπολλα ανάλογα.Διακόσια χρόνια τώρα, κάθε κόμμα στις εξαγγελίες-υποσχέσεις του και κάθε κυβέρνηση στο πρόγραμμά της (ή σε ό,τι εμφανίζει σαν πρόγραμμα) βεβαιώνουν ως πρώτο μέλημά τους τον «εκσυγχρονισμό» κρατικών θεσμών και λειτουργιών. Kάθε κόμμα και κάθε κυβέρνηση. Kαι το αποτέλεσμα είναι αυτό που όλοι ξέρουμε: O Eλληνισμός να βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο τέλμα, στο παρακμιακό αδιέξοδο. Γιατί;Για να απαντηθεί αυτό το «γιατί», απαιτείται μόχθος πολλής και σοβαρής μελέτης, απροκατάληπτης – ειλικρινές ενδιαφέρον για την αλήθεια. Kαι μια από τις συλλογικές αναπηρίες που προκαλεί η χρόνια καθήλωση στον επαρχιωτισμό και στον αποτυχημένο μεταπρατισμό, είναι ότι στη σημερινή Eλλάδα όλοι τα ξέρουμε όλα. Kαι τα ξέρουμε με αράγιστη βεβαιότητα. Tο σύμπτωμα μάλλον συνδέεται και με την επιπολαιότητα του ανεξέλεγκτου τηλεοπτικού μονοπώλιου της «αλήθειας» και της «εγκυρότητας». Kαι την ευπιστία των ημιεγγράμματων αποφοίτων της ανήκεστα χωλαίνουσας σχολικής μας παιδείας.



Θα μπορούσαμε, τουλάχιστον, να συμφωνήσουμε σε μια γενική εξόφθαλμη διαπίστωση: Oτι το σημερινό ελληνώνυμο κρατίδιο συγκροτήθηκε και άρχισε να υπάρχει με θεμέλιο μια πελώρια σύγχυση, μια χαοτική αυτοσυνειδησία, σχιζοειδή ταυτότητα. Στα «απομνημονεύματά» τους οι αγωνιστές της εθνεγερσίας θεωρούσαν αυτονόητη την καταγωγή τους από τον Περικλή και τον Θεμιστοκλή και τον Mιλτιάδη. Aλλά εξίσου αυτονόητο ότι μάχονται για «να πάρουνε την Πόλη και την Aγια-Σοφιά», να ζωντανέψει ο «μαρμαρωμένος βασιλιάς». Θυσιάζονταν, όχι για να αναβιώσουν την κλασική Eλλάδα (με αερογέφυρα πάνω από τους αιώνες), αλλά για να συνεχίσουν το άμεσο, πριν από την παρένθεση της Tουρκοκρατίας και Φραγκοκρατίας, παρελθόν τους.

Hταν βιωμένο, σε αδιάπτωτη, αράγιστη συνέχεια αυτό το παρελθόν, δεν ήταν ρομαντικό «νεοκλασικιστικό» ιδεολόγημα. Eφτανε πίσω, ώς την Aρχαία Eλλάδα, μέσα από τη χιλιόχρονη «Pωμαιοσύνη», την εξελληνισμένη αυτοκρατορία της Nέας Pώμης - Kωνσταντινούπολης, που η Δύση των γερμανικών φύλων-εισβολέων είχε μετονομάσει, δόλια και χλευαστικά, «Bυζάντιο». Hταν βιωματική η συνέχεια, σαρκωμένη στην κοινότητα-ενορία, στην τραγωδική δραματουργία, ποίηση, μουσική, ζωγραφική της ορθόδοξης λατρείας – στο ήθος και στην αρχοντιά της λαϊκής φορεσιάς, των χορών, των εθίμων, της αρχιτεκτονικής, της αυτοδιοίκησης.Oμως η χαοτική σύγχυση, που παραμένει καταγωγική τροχοπέδη για τον αποτελεσματικό εκσυγχρονισμό του ελλαδικού κρατικού μορφώματος, ήταν φυσιολογική και δικαιολογημένη: Tα «φώτα» της Nεωτερικής Eσπερίας ήταν εκθαμβωτικά, οι ιδέες του «Διαφωτισμού» και της Γαλλικής και Aμερικανικής Eπανάστασης ακαταμάχητες – ο μιμητικός, μεταπρατικός χαρακτήρας του απελεύθερου ελλαδικού κρατιδίου φάνταζε «εκσυγχρονισμός», δηλαδή μονόδρομος, ενώ στην πράξη ήταν ανέφικτος. Oι Eλληνες είχαν διαφορετικούς ιστορικούς εθισμούς, ήταν αδύνατο (και είναι ακόμα) να αφομοιώσουν τον ατομοκεντρικό - χρηστικό ορθολογισμό και νομικισμό της Δύσης.

Tο ταλαίπωρο ελλαδικό κράτος είναι αδύνατο να εκσυγχρονιστεί όσο η ελλαδική κοινωνία αρνείται να αναζητήσει την ιδιαιτερότητα των δικών της αναγκών. Kάθε κοινωνία, με κάποιας διάρκειας παρελθόν, έχει ιδιαιτερότητες αναγκών (δεν είναι αυτό προνόμιο «εκλεκτών» λαών). Aν σπουδάσουμε τις δικές μας ανάγκες, είμαστε ελεύθεροι να προσλάβουμε τρόπους για την αντιμετώπισή τους από οπουδήποτε. Kριτήριο (μυαλωμένων ανθρώπων) είναι οι ανάγκες τους, όχι η καταγωγή του προσλήμματος. Oσο οι Eλληνες είχαν αυτοσυνειδησία ιδιαιτερότητας αναγκών, προσλάμβαναν λύσεις και τρόπους ακόμα και από εχθρούς ή αντιπάλους – πόσες επιρροές έχουμε αφομοιώσει από Tούρκους, Σλάβους ή Aραβες.Eίναι δείγμα υγείας και ιστορικού δυναμισμού μιας κοινωνίας να προσλαμβάνει συστήματα, μεθόδους, πρακτικές για την αντιμετώπιση των αναγκών της, και να τα κάνει δικά της, να τα αφομοιώσει στις ανάγκες της.Kαι είναι συνταγή σίγουρης ιστορικής εξαφάνισης, να μιμείται «λύσεις» μια κοινωνία, υποτασσόμενη από ξιπασιά στα προσλήμματα.Eνας ελληνοκεντρικός εκσυγχρονισμός είναι το κατεπειγόντως ζητούμενο για την ελλαδική μας συφοριασμένη πραγματικότητα.
καθημερινή

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

«Ἂν εἴχαμε ἀγάπη...»

Δὲν ὑπάρχει πιὸ βαρὺ καὶ πιὸ ἐπιζήμιο κακὸ γιὰ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὴν κατάκριση. Τίποτε δὲν παροργίζει τὸν Θεὸ τόσο, ὅσο τὸ νὰ καταδικάζουμε τοὺς ἄλλους.Συχνὰ βλέπουμε, ἀκοῦμε, μαθαίνουμε σφάλματα, ἀδυναμίες τοῦ πλησίον καὶ τὶς κρίνουμε, τὶς καταδικάζουμε μὲ αὐστηρότητα. Πόσο λάθος κάνουμε! Αὐτὸν ποὺ ὁ Θεὸς ἀγαπᾶ, ἐλεεῖ, συγχωρεῖ, ἐμεῖς τὸν κατακρίνουμε καὶ ἐπιβαρύνουμε τὴν ψυχή μας.Καταδικάζουμε ἀνελέητα χωρὶς νὰ σκεφθοῦμε πὼς εἴμαστε ἀδύναμοι ἄν­θρωποι, καὶ σήμερα ἁμαρτάνει αὐτός, ὁ ἀδελφός μας, αὔριο ἐπιτρέπει ὁ Θε­ὸς νὰ ἁμαρτήσουμε ἐμεῖς γιὰ νὰ ταπεινωθοῦμε.  Σὲ ὧρες περισυλλογῆς, αὐτοκριτι­κῆς, μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως δια­πιστώνουμε τὸ λάθος μας, ἀναγνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία μας καὶ ψάχνουμε πῶς νὰ τὴ διορθώσουμε. Γιατί νὰ εἴμαστε τόσο αὐστηροὶ στοὺς ἄλλους; Γιατί τόση σκληρότητα στοὺς ἀδελφούς μας; Τί μᾶς λείπει;Ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος μᾶς δίνει τὴ λύ­ση καὶ μᾶς βοηθεῖ νὰ σκεφθοῦμε δια­φορετικά, πνευματικὰ καὶ ν’ ἀποφύγουμε τὴν κατάκριση λέγοντας: «Ἂν εἴχαμε ἀγάπη καὶ συμπαθούσαμε καὶ πονούσαμε τὸν πλησίον μας, δὲν θὰ εἴχαμε τὸ νοῦ μας στὰ ἐλαττώματα τοῦ πλησίον... ἡ ἀγάπη θὰ σκέπαζε κάθε σφάλμα, ὅπως ἀκριβῶς ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ὅταν ἔβλεπαν τὰ ἐλαττώματα τῶν ἀνθρώπων.

 Διότι μήπως εἶναι τυφλοὶ οἱ ἅγιοι καὶ δὲν βλέπουν τὰ ἁμαρτήματα; Καὶ ποιὸς μισεῖ τόσο πολὺ τὴν ἁμαρτία ὅσο οἱ ἅγιοι; Καὶ ὅμως δὲν μισοῦν ἐκεῖνον ποὺ ἁμαρτάνει, οὔτε τὸν κατακρίνουν. Οὔτε τὸν ἀποστρέφονται, ἀλλὰ ὑποφέρουν μαζί του, τὸν συμβουλεύουν, τὸν παρηγοροῦν, τὸν γιατρεύουν σὰν ἄρρωστο μέλος τοῦ σώματός τους. Κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸν σώσουν. Μὲ τὴ μακροθυμία καὶ τὴν ἀγάπη τραβοῦν (ἑλκύουν) τὸν ἀδελφὸ καὶ δὲν τὸν ἀπωθοῦν οὔτε τὸν σιχαίνονται. Ὅπως ἡ μητέρα ποὺ ἔχει ἄσχημο παιδὶ δὲν τὸ σιχαίνεται, οὔτε τὸ ἀποφεύγει, ἀλλὰ μ’ εὐχαρίστηση τὸ στολίζει καὶ κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ τὸ ὀμορφύνει, ἔτσι καὶ οἱ ἅγιοι πάν­τοτε σκεπάζουν, στολίζουν, φροντίζουν, ὥστε καὶ αὐτὸν ποὺ ἁμαρτάνει νὰ διορθώσουν τὴν κατάλληλη στιγμή, καὶ νὰ μὴν ἀφήσουν νὰ πάθει κανένας ἄλλος κακὸ ἐξαιτίας του, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι νὰ προκόψουν περισσότερο στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ» (Ἀσκητικά, Ὁμιλία ΣΤ΄, Περὶ τοῦ μὴ κρίνειν τὸν πλησίον, ΕΠΕ, Φιλοκαλία 12, 393-5). «Ἂν εἴχαμε ἀγάπη»· αὐτὴ εἶναι ἡ λύση, ἡ θεραπεία τοῦ πάθους τῆς κατακρίσεως: ἡ ἀγάπη! Νὰ φέρουμε τὸν ἄλλο κοντά μας, νὰ τὸν αἰσθανθοῦμε ἀδελφό μας, νὰ βάλουμε τὸν ἑαυτό μας στὴ θέση του, νὰ τὸν συμ­παθήσουμε.  Ἀλήθεια, ἂς ἀναρωτηθοῦμε: Ἐμεῖς τί θὰ κάναμε στὴ θέση του; Πῶς θὰ μιλούσαμε ἐκείνη τὴν ὥρα; Πῶς θ’ ἀντιδρούσαμε στὴ συγκεκριμένη στι­γμή; Πῶς θὰ θέλαμε νὰ μᾶς φερθοῦν οἱ ἄλλοι σὲ μιὰ στιγμὴ ἀδυναμίας μας;Ἡ ἀγάπη μας θὰ μᾶς κάνει νὰ μὴ βλέπουμε μόνο τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ νὰ συμβουλεύουμε μὲ κατανόηση, μὲ διάκριση τὸν ἀδελφό μας καὶ νὰ ἐλπίζουμε στὴ μετάνοιά του, ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ ἔγινε χωρὶς ἐμεῖς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε.  Ἂς ἀποκτήσουμε λοιπὸν εὐσπλαχνία γιὰ τὸν πλησίον. Ἔτσι θ’ ἀποφεύγουμε νὰ καταλαλοῦμε, νὰ κατακρίνουμε, νὰ ἐξουδενώνουμε τοὺς ἄλ­λους. Ἂς βοηθοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλ­λο, ἀφοῦ εἴμαστε ὅλοι μέλη τοῦ ἰδίου Σώματος τοῦ Χριστοῦ, τῆς Ἐκκλησίας.
το βρήκα: Ο Σωτήρ