Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Μικρό οδοιπορικό στο Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας




 (συνοπτική παρουσίαση)

          Β΄

    Όσο απότομη υπήρξε η κατάπτωση του Όρους τον 13ο αι. τόσο απότομη υπήρξε η νέα άνθισή του κατά τον 14ο αι. Και οι λόγοι ήταν πολλοί και οι καρποί αυτής της ακμής υπήρξε κυρίως η ησυχαστική κίνηση με ηγέτη τον Άγ. Γρηγ. Παλαμά.
     Ήδη από τα μέσα του 14ου αι. Τούρκοι πειρατές είχαν αρχίσει επιδρομές και οι τουρκικές δυνάμεις είχαν επιβάλλει ασταθή κυριαρχία στα τέλη του αιώνος τούτου. Οι μοναχοί αναστατώθηκαν, αλλά οι Σουλτάνοι δεν έδιναν σημασία δια το θρησκευτικό καθεστώς, τους αρκούσε η φορολογία. Έτσι το Όρος εξασφάλισε αυτονομία με καταβολή 130.000 άσπρων ετησίως, ως χαράτσι. Αργότερα προστέθηκαν  κι άλλοι φόροι, και από τότε ακολούθησε τη μοίρα των άλλων υποδούλων περιοχών.
    Πάντως με φιρμάνια αναγνωρίστηκε η περιουσία των μονών ως αναπαλλοτρίωτη όπως κατά τους βυζαντινούς χρόνους. Τώρα οι μοναχοί λόγω της πτωχείας άρχισαν να εξέρχονται από τις μεγάλες μονές προς τα κελλία και έτσι δημιουργήθηκαν οι σκήτες, που μέχρι σήμερα διατηρούνται 12.
      Επίσης εντός των μονών παρατηρήθηκε ανατρεπτική μεταβολή με την εισαγωγή του ιδιορρύθμου συστήματος. Αυτό συνέβη διότι ο ησυχασμός ευρισκόμενος εις έξαρσιν απαιτούσε χαλάρωση οργανωτικών δεσμών για πιο ελεύθερη επίδοση στην πνευματική τελειότητα. Και δεύτερον διότι λόγω της
   Η ιδιορρυθμία τότε είχε ευεργετικά αποτελέσματα, διότι συνετέλεσε  στην ανάσχεσιν της κατάπτωσις του Όρους μέχρι του σημείου, ώστε σε λίγο χρόνο ο πληθυσμός των μοναχών ν’ ανέλθη εις 6000.
    Εις την ανώρθωσιν βέβαια συνετέλεσε και η πραγματοποίηση εράνων στις πόλεις και τα χωρία εντός και εκτός του τουρκικού κράτους. Οι τσάροι της Ρωσίας και οι ηγεμόνες της Βλαχίας και Μολδαβίας, Ρουμάνοι και Έλληνες ενίσχυσαν πλουσίως τις μονές με δωρεές.
     Το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενεργούσε υπέρ της ανορθώσεως των πραγμάτων του Όρους όσον ημπορούσε, γιατί κι αυτό ήταν εμπερίστατο στους χρόνους της τουρκοκρατίας.  Τον 18ο αι. το ενδιαφέρον μεγάλωσε λόγω της συχνής παρουσίας στο Όρος εκθρονιζομένων πατριαρχών.
     Η κατάσταση τότε ζητούσε δραστικές μεταρρυθμίσεις. Ο θεσμός του Πρώτου είχε καταργηθεί λόγω της ιδιορρυθμίας, όπως και ο θεσμός του Ηγουμένου. Κατά τις επόμενες δεκαετίες ένδεκα μονές μετετράπησαν εις κοινόβια. Αλλ’ όλη η διοίκησις του Όρους έμεινε στα χέρια τετραμελούς επιστασίας, η οποία νομιμοποιήθηκε με τα τυπικά του Γαβριήλ του Δ΄ (1783) και του Γρηγορίου του Ε΄ (1810).
     Η επιστροφή  στο κοινοβιακό σύστημα συνέπεσε με νέα ακμή του αγιορειτικού μοναχισμού και συνέβαλε σ’ αυτήν. Μετά την οικονομική ανόρθωσιν οι ερειπωμένες ή καταστρωμένες μονές ανοικοδομήθηκαν και έγιναν μεγαλοπρεπέστερες.
      Τέλος καταβλήθηκε προσπάθεια να διαλυθεί η αγραμματοσύνη. Από τα χρόνια της Αλώσεως μέχρι την εποχή αυτή είχαν εμφανισθεί στο Όρος αξιόλογοι  λόγιοι, όπως ο Μάξιμος Τριβώλης, ο Αγάπιος Πάνδος και ο Καισάριος Δαπόντες. Στα μέσα του 18ου αι. ιδρύθηκε στην περιοχή του Βατοπεδίου η Αθωνιάς Ακαδημία και λίγο αργότερα συνεστήθη στη Λαύρα τυπογραφείον. Αναπτύχθηκαν τότε στο Όρος μεγάλα σχέδια δια την καλλιέργειαν  και φωτισμόν του υποδούλου Γένους. Από εκεί ενεπνεύσθη τις ιδέες ο άγ. Κοσμάς ο Αιτωλός.
        Τρεις απ’ τους πρωταγωνιστές της συντηρητικής μερίδος του Όρους οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι του παραδοσιακού θεολογικού είναι:  ο Μακάριος Νοταράς, ο Νικόδημος Αγιορείτης και ο Αθανάσιος ο Πάριος.
        Στις αρχές του 19ου αι. ενώ τα πάντα προοιώνιζαν λαμπρόν στάδιον δια το Όρος, όλα εξαφανίστηκαν εντός ενός μηνός με την εισβολήν χιλιάδων τούρκων στρατιωτών μετά την έναρξιν της Ελληνικής Επαναστάσεως (1821) η οποία δια το Άγιον Όρος είχε ολοθριότερες συνέπειες  από όσες είχε η Άλωσις.
Το Άγ. Όρος υπήχθη εις το τουρκικό υπουργείον οικονομικών εις το οποίο κατεβάλλετο και ο φόρος.
Η ανόρθωσις του Αγ. Όρους από την συμφορά του 1821 συνετελέσθη απότομα αυτή την φορά. Αλλ’ ήδη παρουσιάσθηκαν νέα προβλήματα. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους και την τουρκοκρατία προσήρχοντο στο Όρος προς άσκησιν ορθόδοξοι χριστιανοί αδιακρίτως εθνικότητος όπως Ρώσοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ίβηρες, Ρουμάνοι, Αλβανοί και κατά μεγίστην δε πλειονότητα Έλληνες.
Μέχρι των αρχών του 19ου αι. δεν δημιουργήθηκε ποτέ φυλετικό ζήτημα, αλλά λόγω τότε αφυπνίσεως της εθνικής συνειδήσεως και της ρωσικής  επεκτατικής πολιτικής, άρχισε οξύτατος ανταγωνισμός. Έτσι οι Βούλγαροι έδωσαν βουλγαρικό εθνικό χαρακτήρα στην μονή Ζωγράφου, οι Ρώσοι στην μονή Παντελεήμονος και οι Σέρβοι  στην μονή Χιλανδαρίου.
Ο Α΄ Βαλκανικός πόλεμος έθεσε τέρμα στην κυριαρχία των Τούρκων στο Όρος. Την 2α Νοεμβρίου 1912 ενεφανίσθη μοίρα του ελληνικού στόλου στον λιμενίσκον της Δάφνης και υψώθηκε η ελληνική σημαία  εν μέσω αλαλαγμών και χαράς.
Παρά την απελεθεύρωσιν όμως παρέμεινε εκκρεμές το θέμα του καθεστώτος του Όρους λόγω ρωσικών αξιώσεων. Τελικά η συνθήκη της Λωζάνης ανεγνώρισεν την Ελληνικήν επί του Όρους κυριαρχίαν.
Ο καταστατικός Χάρτης του Αγ. Όρους (1924) και το Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζει την περιοχήν αυτήν ως αυτοδιοίκητον τμήμα του Ελληνικού κράτους, τελούν υπό την πνευματικήν δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διοικούμενων υπό των 20 κυριάρχων μονών τη εποπτεία των κρατικών αρχών.
Όλα όμως τα εκτός του Όρους αγροτικά κτήματα του, πλην της Χαλκιδικής, έχουν απαλλοτριωθεί ή αρπαγεί.

Πηγή: Π.Κ.ΧΡΗΣΤΟΥ «ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ», Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη  


               

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ενδιαφέρον.